Δευτέρα, 02 Νοεμβρίου 2009

Όλες οι παράξενες μέρες (και αυτή).

Συμβαίνουν περίεργα πράγματα,
σου λέω.
Εσύ,
νοιάζεσαι ή και όχι.
Σε κάθε περίπτωση, δεν τα προσέχεις.
Χίλιες νεκρές πεταλούδες
ξαπλωμένες στο γρασίδι της πίσω αυλής.
Όλα τα κουτιά παπουτσιών μου,
άδειασαν ένα συνηθισμένο βράδυ.
Το πουλόβερ μου, φορεμένο ανάποδα.
Όταν στα επισημαίνω, ούτε ένα σχόλιο.


Αλλάζεις θέμα.
Ρωτάς αν μου άρεσε η ταινία.
(Έκοψα το φιλμ σε μικρά κομματάκια
και αποπειράθηκα να το πνίξω στον νιπτήρα.
Να αποκτήσει ροή.)
Σου λέω πως με γοήτευσαν οι
άχρωμες εικόνες της.
Και κάπως έτσι,
έρχεται το τέλος κάθε συζήτησης.


Δίνω αξία στα δέκατα του δευτερολέπτου
και απελπίζεσαι.
Κάποιες φορές,
ξοδεύω τον χρόνο στις διαλέξεις σας για επανάσταση.
Και είναι ακριβώς 53 χαμένα φιλιά,
δυο εκθέσεις,
89 σελίδες.
Σου τραβάω το χέρι να τη ζήσουμε.
Με κοιτάς.
και τότε απελπίζομαι εγώ.

Πρόσεξε με.
τρεις χιλιάδες πυργάκια από άμμο,
μέσα στο άδειο σπιρτόκουτο
που αφήνω στο χέρι σου.
Στους αστραγάλους μου τυλίχτηκαν σερπαντίνες
(από τότε όταν περπατάω,
μοιράζω συναισθήματα).
Στα μαλλιά μου μαργαρίτες
και μέλισσες.


Δεν βλέπεις.
ΔΕΝ ΒΛΕΠΕΙΣ;
Να γεμίζω σπιρτόκουτα άμμο. Να κυνηγάω πεταλούδες. Να χορεύω χαρούμενη, πραγματικά, γλιστρώντας σε κομφετί και σερπαντίνες. Να θρηνώ τον χαμένο χρόνο της αναμονής, για το Μεγαλύτερο. Το οτιδήποτε.

Πως πρέπει να αναπνέω τόσο τέλεια,
τόσο βαρετά;
Σκάβω το χώμα να βρω τον ρυθμό μου.
Όλα όσα έκρυψα εκεί,
για να συνεχίζω.
Μα να ξέρεις,
Κάποια στιγμή θα πηδήσω έξω από Αυτό εδώ το φιλμ,
μαζί με άλλους είκοσι τρελούς και τον έρωτα.
Έπειτα, θα το κόψουμε και θα το πνίξουμε σε μια
μεγαλύτερη θάλασσα.
Να αποκτήσετε φαντασία.
Ακριβώς έτσι,
έρχεται το τέλος κάθε συζήτησης.

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Μέρος για να κρυφτείς.

Μου ζήτησες να το περιγράψω.
Το δηλητήριο,
ανοίγει τρύπες στο ξύλινο πάτωμα.
Πυροτεχνήματα,
παγιδευμένα στο μικρό, πολύ μικρό,
δωμάτιο.
Η κούπα του καφέ σπασμένη,
από καιρό.
Φαντάζεσαι τις μέρες μου,
μακριά από Εδώ λοιπόν;
Μέρες χωρίς ροή,
οπού στιγμές σκαρφαλώνουν σε άλλες,
άτακτα.
Στην κάμαρα που
βρίσκομαι,
κάθε δραπέτευση είναι ανέφικτη,
το πάπλωμα πιο ζεστό.


Μα θα μπορούσε να υπάρχει,
κάποια άλλη πλευρά μου,
συμβατή με Αυτό.
Με ρούχα,
που να μοιάζουν με αυτά που φοράω.
Με ιδέες και λέξεις,
λιγότερες.
Συμπεριφορά, που να μην σε τρυπάει.
Τα χέρια της, πάντοτε, μόνον απαλά.
Αλλά ίσως να μπορούν και
τα δικά μου.


Όλο αυτό,
είναι άρωμα και ταχύτητα.
Είναι μια μικρή κόκκινη λίμνη,
μακρινή και
ονειρική.
Και αν τη ζούσα θα έκαιγε τρύπες στην
μνήμη μου.
Γιατί
το είχα ξαναγράψει-
ξέρω να θυμάμαι τα όμορφα.
Ανάμεσα στο μέλι και
την άμμο,
μόνιμη αμφιβολία μου,
το ότι ίσως δεν
θα ήξερα να τα ζήσω.

Θα μπορούσε η ζωή να
αναπνέει και να γλιστρά
στην εσωτερική πλευρά του αγκώνα σου.
Να έχει έντονο χρώμα,
σαν νησί το καλοκαίρι.
Ίσως κίτρινη,
ή πράσινη,
να καθρεφτίζεται
στα μάτια μου.

Θα μπορούσες να μου είχες ζητήσει,
να το περιγράψω.
Δεν θα το έκανες,
μα Aν,
θα έχανε τη σημασία του.

.

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Αυτό είναι.


Τις τελευταίες μέρες,
άπειρα ζευγάρια χείλια
και χαμόγελα,
για εσένα.
Τα δικά σου βαμμένα χείλη,
τα μαλλιά και
το καινούριο άσπρο φόρεμα,
στο κέντρο μιας πλατείας γεμάτης
βλέφαρα.
Το αντίτιμο,
για τις στιγμές αυτές, είναι μόνο
η διαφάνεια του δέρματος,
κόντρα στον Ήλιο.
Μόνο.
Το σώμα γυμνό,
σαν άγαλμα,
σμιλεύεται από την βροχή.
Στον αριστερό ώμο,
ένα περιστέρι, για κάποια λεπτά.
Έπειτα φεύγει.
Κάνει κρύο απόψε,
κανείς δεν μένει.


Δεν μπορείς να φύγεις από αυτό,
δεν γίνεται ή δεν θέλεις;
Το αντίτιμο,
για την ζωή αυτή, τη συναρπαστική,
είναι η γαλάζια,
απαλή φωνή σου,
να χάνεται στον αέρα.
Είναι, να ορίζεσαι με αριθμούς.
Και κάποιοι συνήθιζαν να σου μιλάνε για
όσα όνειρα
θα άγγιζες με τις προτάσεις και τις σκέψεις σου.
Μα όχι,
αγγίζονται με
σκίτσα στο χαρτί,
καπέλα στον αέρα,
αγορά νέου καθρέφτη.
Με,
λιγότερο φως
και περισσότερες αναπνοές.
Περισσότερες ακόμα.

Και αν άξιζε;
Γιατί νομίζω πονάει λιγάκι.
Είναι όλες οι γεύσεις που
χάνεις
μέσα στο νερό.
Όλα τα οράματα.
Το πάτημα,
που είναι πιο ελαφρύ,
τελευταία.
Τα πόδια στο δάπεδο,
που κινούνται
σαν να γλιστράς.
Σαν να αφήνεσαι,
σε μια χωρίς νόημα κίνηση.
Είναι το κεφάλι κάτω από τη βρύση.
Το κρύο νερό,
που κυλάει σε πανομοιότυπες,
στρογγυλές σταγόνες
από την μύτη και τα μάγουλα,
στον νιπτήρα,
για να διώξεις τους εφιάλτες.


Και;
οι καινούριοι,
παλιοί σου φίλοι,
να χαϊδεύουν με φράσεις που
ανοίγουν τρύπες στα ρούχα.
Με παράλογες, πάντα, αλήθειες.
Να διώχνεις τους εφιάλτες,
γιατί κάνει κρύο απόψε.
Και να μην φεύγουν.
Να μην φεύγουν.

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2009

'Ενα δωμάτιο και ένα άλλο.

Μόνο ένα σεντόνι,
να τυλίξει το δέρμα,
να μην καεί,
όχι πάλι,
από τις στάχτες.
Ένα δωμάτιο,
γεμάτο
ανθρώπους
(τους φάνηκε)
και αρκετό θόρυβο.
Τοίχοι με γεύση,
μα
δίχως άρωμα.
Κάποια ταινία,
που έχουν περάσει από
πάνω της,
τρεις χιλιάδες μάτια,
σε προβολή,
ιδιωτική.
Μόνο ένα σεντόνι,
να τυλίξει την
αμφιβολιά,
μα όχι τα άκρα του σώματος.
Άφησέ τα,
να καίγονται.
Γυμνά,
σαν όνειρο.



Τα περισσότερα από αυτά,
ήταν στην φαντασία τους.
Γιατί,
σε αυτό το δωμάτιο,
αυτή τη στιγμή,
υπάρχουν μονο δυο
και τίποτα άλλο.
Η ταινία τελείωσε,
δεν υπάρχει θόρυβος,
δεν υπάρχει
ούτε μια εικόνα του παράξενου κόσμου,
να στέκεται περήφανα μπροστά τους.
Όχι πάλι,
είχε ψιθυρίσει.
Και έπειτα,
ας καώ,
σκέφτηκε.
Εκείνος,
με ορθάνοιχτα μάτια,
βλέπεί τώρα.
Την απέραντη γη
και το νερό,
όλα τα
μπορεί,
που θα μπορούσαν,
να είναι.
(αλλά δεν είναι).
Όλα,
μέσα από τα χέρια
και τα πόδια της, που πατάνε στις στάχτες.
Για εκείνον
είναι,
διάφανη.

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2009

Semi-innocent.


Παράξενα πτώματα,
πλησίασαν την ακτή,
έναν Αύγουστο.
Αυτόν, τον μικρό,
Αύγουστο.
Tα παρακολουθούσαμε,
καθώς τα παρέσερνε το ρεύμα
από τα ανοικτά, προς την άμμο και
το βότσαλο
της παραλίας.
Ήταν,
Καράβια με ανοιχτά πανιά
και ένα ελαφρύ άρωμα
αλατισμένης ζωής.
Σας τρόμαξε η όψη τους
Εμένα,
όχι.
Το χειρότερο, για εμένα, δεν βρίσκεται παρά
κάτω από την επιφάνεια.
Είναι οι
αγκαλιασμένες με τα φύκια,
υποθέσεις και ενδείξεις.
Αυτές,
αποτυπώνουν το έγκλημα,
εξαίσια.

Δεν παρατήρησαν καλά τους
επισκέπτες,
ευτυχώς,
οι άνθρωποι του χωριού.
Τους σκέπασαν με
άσπρα πανιά
και απορία.
Στάθηκα από πάνω τους,
για λίγο.
Ο ένας ήταν μεσήλικας,
οι μέρες που γλίστρησαν
από τα χέρια μου.
Ο άλλος,ο σκληρός εργοδότης.
Με εξανάγκαζε να κατασκευάζω
δικαιολογίες
την μία μετά
την άλλη.
Ήταν και ένα πρόσωπο ακόμη,
που είχε κάνει μια μαγευτική
εμφάνιση, σε κάποιο όνειρό μου.
Έτσι μου φάνηκε.

Δεν ήταν εύκολο.
Με κάποιο μακροβούτι,
τα στοιχεία,
θάφτηκαν στο βυθό.
Είναι μια απόφαση.
Είτε βυθίζεσαι μαζί τους,
είτε σκοτώνεις τις επιθυμίες,
κολυμπάς με απλωτές,
τεράστιες, προς κάποια φιλική ακτή
και δεν γυρίζεις,
ποτέ, πίσω.
Αν γύριζα έστω για μια
στιγμή,
πίσω,
θα έχανα.


Στο μυαλό μου,
τώρα,
στροβιλίζονται τα
Πούπουλα από όλα
τα άβολα μαξιλάρια.
Οι λεπτές γραμμές,
από σκόνη και φως που αφήνει
στον κήπο με τις μηλιές,
ο Ήλιος.
Τις φαντάζομαι να ανοίγουν
τρύπες στο γρασίδι
και το χώμα.
Τόσο,
υποθέτω πονάει η αλήθεια.

Τυλιγμένη σε ένα σεντόνι,
αυτόν, τον μικρό Αύγουστο,
να παίρνω βαθιές αναπνοές.
Να ανασταίνω τους νεκρούς μου
για να ισορροπώ.
Αν γύριζα πίσω,
θα έχανα.
Θα έχανα,
σε κάθε περίπτωση.

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2009

Παιχνίδια ριψοκίνδυνα.

Έσπρωξες την πάνινη κούκλα,
που έραψες,
στο νερό.
Παρατήρησες απολήξεις νεύρων να
ζωγραφίζονται σε όλο της το σώμα.
Πνεύμονες να γεμίζουν με αέρα και
μέλη να δημιουργούν κίνηση.
Το θαύμα της γέννησης.
Και τώρα,
Μέτρα τις απλωτές.
Δύο,
για τη συγνώμη και το βάρος της καθώς
βυθίζεται.
Μια,για τις φορές που ήταν μοναχά
ο καθρέφτης.
Πέντε,για τις ευχές
και το λάθος.

Παρατήρησε την, ξαπλωμένη
στο γρασίδι, στην μέση του
πανέμορφου κήπου με τα φρούτα.
Μέλισσες γύρω της.
Μην της λες τίποτα.
Εφτά απλωτές,
για ένα κεντρί,χωρίς προειδοποίηση.

Πίσω από τις
σελίδες βιβλίων με σκληρά εξώφυλλα,
που της χάρισες,
γυρίζει τον κόσμο.
Και οι τοίχοι της,τρισδιάστατοι χάρτες
για ταξίδια
σε χώρες.
Όνειρα σε μαξιλάρια, καράβια.
Σκίζεις πανιά.

Μαχαίρια στις πόρτες,
περισσότερα.
Τσιμπήματα που καίνε, στον Παράδεισο.
Κάτι, στα ρεύματα αέρα
που χτυπάνε τα μάγουλά της,
είναι λάθος.
Και μερικές μέρες,
στα χέρια της,
νομίζει πως βλέπει ραφές.
Σαν να είναι παιχνίδι σε ράφι.


Επαναπροσδιορίζεις,
συνέχεια,
κάθε έννοια.
895 απλωτές προς την αντίθετη κατεύθυνση,
για την εκρηκτική εμπειρία της μάθησης.
Εφιάλτης σε γλυκό περιτύλιγμα.
7 απλωτές για τον εφιάλτη
της αναπνοής.
Ήταν,
ωστόσο,
συναρπαστικό.
Όχι.
Δεν μπορεί να πει,
πως ποτέ δεν της χάρισες τίποτα.

Δευτέρα, 08 Ιουνίου 2009

Διαβάζοντας σημάδια.


1.
Τις ίδιες μάσκες φοράμε,
τα ίδια φορέματα,
τρεις Αυγούστους μετά.
Τίποτα δεν άλλαξε.
Μάθαμε να ανακυκλώνουμε
καλοκαίρια.
Αυτά,
έμαθαν να γράφουν, ένα ξημέρωμα,
πάνω από την μικρή πόλη.
Έκτοτε, μας αφήνουν σημάδια,
ασταμάτητα.
Λέξεις σε τοίχους,
τραγούδια σε θαλάσσια ρεύματα
και αντιδράσεις
στο κενό.
Ακόμη,
μουντζούρες στο δέρμα.
Εγώ,
δεν σταμάτησα να σας αναζητώ,
στα μικρά αυτά σημάδια.

Μαζεύαμε τα απογεύματα,
από το δρόμο με τις λεμονιές.
Τα κρύβαμε σε τσάντες και βαλίτσες
και τον Οκτώβρη τα απλώναμε
πάνω στα πεσμένα φύλλα της Πόλης.
Τα μεσημέρια,
ήταν ίδια παντού.
Παραμελημένα,έφευγαν τα λεπτά.
Κάποιος ισχυριζόταν πως ξοδεύουν χρόνο και
αρώματα και εγώ,
τα περιφρονούσα.
Τα βράδια,
κάποιες φορές χιόνιζε και άλλες
με πέδιλα περπατούσαμε σε λιβάδια με
χαμομήλι.


Τρέχαμε στην ατέλειωτη κατηφόρα,
με την δύση του Ηλίου.
Τα χέρια ανοιγμένα και νόμιζα πως θα πετάξω αν
μ' αφήνατε
Και έτσι έμαθα να κρατάω χέρια.


2.
Και αν μοιραστώ τώρα,μαζί σου,
τις εικόνες, που μοναχά εγώ βλέπω,
πίσω από τις στιγμές μας,
θα αγαπήσεις τις σκέψεις μου,
φοβάμαι.
Και εγώ,
θα ξεχαστώ.

Λοιπόν,
νιώθω το ξυπόλυτο βήμα,
των παιδιών στην προβλήτα.
Τον ήχο που αφήνουν τα βότσαλα
που χτυπούν το νερό.
Νιώθω τα πάνινά μας παπούτσια,
πάνω στο κόκκινο χώμα.
Τα μαλλιά που λαμπυρίζουν στον Ήλιο,
και το βλέμμα που μπλέχτηκε,
στιγμιαία,
ανάμεσά τους.

Και ήμασταν,
όλοι,
υπέροχοι.
Ένα καλοκαίρι,τρενάκι χορεύαμε,
παιδιά, με τους μάγους και τις
πυγολαμπίδες.
Δυο Ιούλιους με φωνάζανε Ζωή.
Αμέτρητους χειμώνες,
μάθαμε να μεγαλώνουμε.
Να μεγαλώνουμε και να
αναζητούμε τα μικρά
σημάδια.
Και όμως είσαι, ακόμα,
τα πάνινα
παπούτσια και είναι
τα χέρια στους δρόμους.
Και τίποτα δεν άλλαξε.