26.10.09

Μέρος για να κρυφτείς.

Μου ζήτησες να το περιγράψω.
Το δηλητήριο,
ανοίγει τρύπες στο ξύλινο πάτωμα.
Πυροτεχνήματα,
παγιδευμένα στο μικρό, πολύ μικρό,
δωμάτιο.
Η κούπα του καφέ σπασμένη,
από καιρό.
Φαντάζεσαι τις μέρες μου,
μακριά από Εδώ λοιπόν;
Μέρες χωρίς ροή,
οπού στιγμές σκαρφαλώνουν σε άλλες,
άτακτα.
Στην κάμαρα που
βρίσκομαι,
κάθε δραπέτευση είναι ανέφικτη,
το πάπλωμα πιο ζεστό.


Μα θα μπορούσε να υπάρχει,
κάποια άλλη πλευρά μου,
συμβατή με Αυτό.
Με ρούχα,
που να μοιάζουν με αυτά που φοράω.
Με ιδέες και λέξεις,
λιγότερες.
Συμπεριφορά, που να μην σε τρυπάει.
Τα χέρια της, πάντοτε, μόνον απαλά.
Αλλά ίσως να μπορούν και
τα δικά μου.


Όλο αυτό,
είναι άρωμα και ταχύτητα.
Είναι μια μικρή κόκκινη λίμνη,
μακρινή και
ονειρική.
Και αν τη ζούσα θα έκαιγε τρύπες στην
μνήμη μου.
Γιατί
το είχα ξαναγράψει-
ξέρω να θυμάμαι τα όμορφα.
Ανάμεσα στο μέλι και
την άμμο,
μόνιμη αμφιβολία μου,
το ότι ίσως δεν
θα ήξερα να τα ζήσω.

Θα μπορούσε η ζωή να
αναπνέει και να γλιστρά
στην εσωτερική πλευρά του αγκώνα σου.
Να έχει έντονο χρώμα,
σαν νησί το καλοκαίρι.
Ίσως κίτρινη,
ή πράσινη,
να καθρεφτίζεται
στα μάτια μου.

Θα μπορούσες να μου είχες ζητήσει,
να το περιγράψω.
Δεν θα το έκανες,
μα Aν,
θα έχανε τη σημασία του.

.

25.10.09

Αυτό είναι.


Τις τελευταίες μέρες,
άπειρα ζευγάρια χείλια
και χαμόγελα,
για εσένα.
Τα δικά σου βαμμένα χείλη,
τα μαλλιά και
το καινούριο άσπρο φόρεμα,
στο κέντρο μιας πλατείας γεμάτης
βλέφαρα.
Το αντίτιμο,
για τις στιγμές αυτές, είναι μόνο
η διαφάνεια του δέρματος,
κόντρα στον Ήλιο.
Μόνο.
Το σώμα γυμνό,
σαν άγαλμα,
σμιλεύεται από την βροχή.
Στον αριστερό ώμο,
ένα περιστέρι, για κάποια λεπτά.
Έπειτα φεύγει.
Κάνει κρύο απόψε,
κανείς δεν μένει.


Δεν μπορείς να φύγεις από αυτό,
δεν γίνεται ή δεν θέλεις;
Το αντίτιμο,
για την ζωή αυτή, τη συναρπαστική,
είναι η γαλάζια,
απαλή φωνή σου,
να χάνεται στον αέρα.
Είναι, να ορίζεσαι με αριθμούς.
Και κάποιοι συνήθιζαν να σου μιλάνε για
όσα όνειρα
θα άγγιζες με τις προτάσεις και τις σκέψεις σου.
Μα όχι,
αγγίζονται με
σκίτσα στο χαρτί,
καπέλα στον αέρα,
αγορά νέου καθρέφτη.
Με,
λιγότερο φως
και περισσότερες αναπνοές.
Περισσότερες ακόμα.

Και αν άξιζε;
Γιατί νομίζω πονάει λιγάκι.
Είναι όλες οι γεύσεις που
χάνεις
μέσα στο νερό.
Όλα τα οράματα.
Το πάτημα,
που είναι πιο ελαφρύ,
τελευταία.
Τα πόδια στο δάπεδο,
που κινούνται
σαν να γλιστράς.
Σαν να αφήνεσαι,
σε μια χωρίς νόημα κίνηση.
Είναι το κεφάλι κάτω από τη βρύση.
Το κρύο νερό,
που κυλάει σε πανομοιότυπες,
στρογγυλές σταγόνες
από την μύτη και τα μάγουλα,
στον νιπτήρα,
για να διώξεις τους εφιάλτες.


Και;
οι καινούριοι,
παλιοί σου φίλοι,
να χαϊδεύουν με φράσεις που
ανοίγουν τρύπες στα ρούχα.
Με παράλογες, πάντα, αλήθειες.
Να διώχνεις τους εφιάλτες,
γιατί κάνει κρύο απόψε.
Και να μην φεύγουν.
Να μην φεύγουν.