9.11.10

Μερικά πρωινά.


Και οι μέρες κυλάνε απαλά,
σαν βήματα πάνω στα χιλιοστά νερού,
που καλύπτουν τα πλακάκια.
Σαν σεντόνι πάνω στο στρώμα,
προσγειώνονται αθόρυβα.
Απλώνονται στο δωμάτιο
ομαλά. Και ξεφεύγουν από αυτό, ήσυχα. Πολύ ήσυχα.

Αργή κίνηση, με γυμνά πέλματα,
πάνω σε αργό κόσμο.
Γλιστράει από τις τραβηγμένες κουρτίνες,
μια γραμμή σωματίδια και ήλιος.
Και νόμιζες ότι προϋπήρχαν,
μα δεν μπορεί. Δεν γίνεται.

Και παίρνεις το σωληνάριο με την κόλλα,
από το τραπέζι.
Προσπαθείς να ενώσεις τα κομμάτια της
προηγούμενης μέρας. Δεν έχει νόημα,
το γνωρίζεις καλύτερα από εμένα.
Αφήνεις την χάρτινη μπάλα να αιωρείται
και νιώθω, δεν ξέρω. Ελευθερία.
Είναι τρεις στιγμές πριν την κούπα,
ντυμένες παράλογα.
Και είναι μονάχα τρεις,
μα οτιδήποτε έξω από το δωμάτιο,
τώρα και για λίγο ακόμη,
δεν υπάρχει.
Αργός, πανέμορφος μικρόκοσμος,
κάθε ξημέρωμα.

2.11.10

Μικρές μέρες, ατελείωτες.



Με κάθε βήμα,
σπάνε τα πλακάκια.
Μπότες στον πεζόδρομο και προθέσεις.
Κουραστήκαμε να μαζεύουμε συντρίμμια.
Πλέον είναι μόνο κίνηση.
Κίνηση και αποκόμματα συζητήσεων παλιών.
Και για να σου εξηγήσω τα λάθη μου,
προαίσθηση και επιλογή,
οδήγησαν εδώ ακριβώς.
Όπως και η στροφή που παίρνουμε πάντοτε,
μισό στενό αριστερά.
Μπλεγμένα μαλλιά
πλαισιώνουν μαύρους κύκλους και σκασμένα χείλια.
Για να είμαι ειλικρινής,
δεν με νοιάζει καν.
Και κάποιοι στο απέναντι τραπέζι,
γελάνε με τα μάτια,
λέγοντας Όχι σε επανάληψη.
Είναι Όλα τόσο
παράλογα.

Και έπειτα υπάρχουν και τα σεντόνια,
απλωμένα στον δρόμο,
τα κτίρια δίχως τέλος- πλέον είναι μόνο προς τα πάνω.
Το μελάνι που τελειώνει στις σωστές αρχές φράσεων.
Και κουράστηκα να απομονώνω ήχους,
να κινούμαι στις σωστές μελωδίες.
Παραφωνίες και μικροί αναγραμματισμοί,
κόβουν την τεράστια μέρα σε μικρότερες,
διασκεδαστικές. Για εμένα έστω, είναι αλήθεια.
Μα δεν είναι η ώρα, ούτε το μέρος να μιλήσουμε για
όλους τους τρόπους που είναι λάθος,
εκείνα που φαίνονται όχι και τόσο σωστά.

21.10.10

chaos.

Κόκκινα, κόκκινα,
πυκνά στρώματα αέρα.
Μικρότερες μέρες, χαοτικές. Σύννεφα στις λακκούβες.
Τόση ζέστη.
Χρειαζόμαστε όλοι, ύπνο.


Τα χέρια μαθαίνουν πριν το εσωτερικό,
να ξέρεις. Βιάζεσαι στο σβήσιμο και η γόμα καταστρέφει.
Ηρέμησε.
Μαζεύω κομματάκια.
Φωτογραφίες, κείμενα και σπασμένο γυαλί.
Τα κάνω όλα, σε αργή κίνηση.
Δεν γνωρίζω τι άλλο μένει,
αλήθεια.
Το ίδιο ψιθύρισε και κάποια φωνή,
μεσημέρι,
σε αίθουσα μισοάδεια.
Μεγαλύτερες νύχτες- τις διαβάζω στο πίσω
μέρος βιβλίων. Δεν προχωρώ την διαδικασία.
Το άρωμα των σελίδων,
η ήρεμη επιφάνεια, αιχμαλωτισμένη στην κούπα.
Το σεντόνι λικνίζεται,
χιλιοστά πάνω από τον καναπέ.

Στο πιάτο υπήρχε πράσινο μήλο με κανέλα.
Έπεσε λίγη στο τραπέζι. Να την μαζέψω αύριο,
όχι τώρα.
Και είναι φθινόπωρο.
Και τα ρούχα, πάνω στο ηλεκτρικό καλοριφέρ.

Από την αυριανή μέρα απουσιάζει
το 06:30. Ηρέμησε,
μαζί μου.

Χρειαζόμαστε όλοι, ύπνο.

10.10.10

Δεν μπορεί να υπάρχει για όλα τίτλος.

Ι.

Στέκεσαι στην γωνιά ενός δωματίου, γνώριμου.
Όμως δεν είναι ακριβώς δωμάτιο.
Θα μπορούσε να είναι προβλήτα,
ή αίθουσα κινηματογράφου.
Δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να ξυπνήσει. Και αυτό,
Δεν γίνεται να είναι
η πραγματικότητα.

Όμορφα μαλλιά, μπλεγμένα,
και από το στομάχι κυλάει διάφανο, πανέμορφο,αίμα.
Αίμα. Και ακόμη δεν ανησυχείς.
Σταγόνες από πιο ψηλά, απόψε.
Προς τα εκεί πηγαίνατε.
Και ήταν Διασκεδαστικά και πανέμορφα.
Θυμάσαι;

Μπορούσες να μιλήσεις
για τα χρώματα καθώς ο κόσμος σκαρφαλώνει,
προς κάπου πιο γαλάζια. Ακριβώς εκεί.
Αντί γι' αυτό,
αγγίζεις και αφήνεις χώρους, πίσω.
Και μπορεί πια να ζωγραφίσει,
το σχήμα της πλάτης,
να αποτυπώσει τον γρήγορο βηματισμό σου,
με απόλυτη ακρίβεια.
Γιατί αυτό, μπορούν να το κάνουν,
όλοι εκείνοι οι συναρπαστικοί άνθρωποι,
που νοιάζονται.


ΙΙ.

Και η καφετέρια σήμερα,
γέμισε κρεβάτια νοσοκομείων. Η σχολή,
έχει θαλάμους αποστειρωμένους, τοίχους,
με εκείνη την τρομακτική
μουντή απόχρωση.
Σήμερα το χώμα στο πάρκο,
δεν σηκωνόταν από τα γρήγορα,
μικρά, πάνινα παπούτσια.
Και το βλέπεις τώρα.
Οτιδήποτε εκτός από
αυτό,
απλώς δεν μπορείς να ορίσεις, με πόσους διαφορετικούς τρόπους,
σου κλέβει Χρόνο.
Και βρέχει, βρέχει πολύ απόψε.
Και θέλει να μείνεις,
ακριβώς εδώ,
για όσο χρειαστεί. Και είναι συναρπαστικό και απρόβλεπτο
και πονάει αλλά είναι
Ζωή.
Να ανεβαίνετε, ψηλότερα.
Να μιλάτε ξανά και ξανά για το γαλάζιο.
Να βρείτε την ακριβή απόχρωσή του
στο δειγματολόγιο, να το αναμίξετε με όσα
χάσατε για να βρεθείτε εδώ

και να βάψετε τους τοίχους.
Θα γνωρίζει τότε,
που στέκεσαι ακριβώς.

11.9.10

Songs of love and other stuff.


Πίσω από κουρτίνες,αίθουσα,
Γεμάτη ασφυκτικά.
Κοινός ρυθμός,
Κινεί σώματα, χιλιάδες.
Δεν ήταν καν τόσα.
Μουσικός παλμός μαζεύει προθέσεις.
Έτσι, κινούνται οι μέρες.

Όλες οι συμπτώσεις,
Που οδήγησαν στο εδώ και τώρα, όσους γνωρίζω,
Βγαίνουν στην επιφάνεια για αέρα.
Παλάμες χαϊδεύουν ρεύματα. Άλλωστε,
Το δέρμα,είναι έξω από τα όρια.
Γροθιές, ανοίγουν το εσωτερικό,
Και τώρα βλέπεις.
Στο πάτωμα,
Ανάμεσα σε φλέβες και απολήξεις νεύρων,
Αλήθεια.
Γυμνή και ματωμένη, όπως πάντοτε.
Κρύψε το βλέμμα σε καθρέφτες,
εφόσον,ποτέ δεν θα καταφέρεις να δεις,
Αυτό ακριβώς που θέλεις,
ό,τι και αν γίνει.

Και συνέχεια μου δίνει,
Χάρτες,χάρτες,χάρτες.
Για ταξίδια που θα πάω.
Δεν θέλω να πάω εκεί,
Όχι. Δεν καταλαβαίνεις
Θέλω να κυλήσω πίσω από τον
Ήχο,
Εκεί όπου μαζεύονται όλα τα ποιήματα,
Που δεν καταφέρνω να ολοκληρώσω.

2.9.10

Κάπου άλλου για λίγο ή περισσότερο.


Μεταξύ μας.
Ύπνος στον ύπνο.
Τελευταία δεν αρκεί.
Συζητήσεις δορυφόροι
σε τροχιά γύρω από το σώμα.
Τυλίγεις σφιχτά το σεντόνι,
γύρω σου.
Νομίζω και εγώ.

Κάτι νύχτες,
οι πλάκες στον πεζόδρομο,
χωρίζονται.
Θα πέσεις στα κενά, φοβάμαι.
Αργότερα,
καις φιλμ.
Αναγνώσεις του ίδιου κειμένου σε επανάληψη.
Οι γραμμές αντηχούν στον χώρο.
Δεν μπορεί να είναι η φωνή σου!
Δεν συγκρατείς λέξεις.

Η κουρτίνα στην άκρη, κάθε ξημέρωμα.
Ξαναγεννιέσαι σε κάθε πρώτο φως

Άλλη μια κούπα.
Ζεστός καφές όλο τον χρόνο-
Πέρασε ένας.

Οι μέρες σταμάτησαν να μεγαλώνουν,
μόνο το καλοκαίρι.
Τα αεροπλάνα ασκούν παράξενη έλξη.
Θα φύγεις και θα είναι
διαφορετικά
πανέμορφα.
Νυστάζω τόσο.
Το σεντόνι μυρίζει σαν την άκρη του ωκεανού.
Το ξέρω,
θα φύγεις.
Μεταξύ μας,
νομίζω και εγώ.

31.8.10

Ταξίδια με δόσεις πραγματικότητας.

Μία ακόμη νύχτα,
πίσω από παράθυρα τρένων.
Ανοιγοκλείνουν μονάχα τέσσερα ζευγάρια
βλεφαρίδων.
Περπάτησε μαζί μου.
Πρόσεξε τα γυαλιά.
Το πάτωμα του διαδρόμου,
καλυμμένο από αυτά
και άλλα τρομακτικά.
Τσαλακωμένα χαρτιά και σπίρτα.
Δεν θα ενοχλούσε λίγο αίμα στα πέλματα.
Φοβάμαι τον θόρυβο.
Θα ξυπνήσεις τους συνεπιβάτες
και τους εφιάλτες μου.
κανε ησυχία.

Πλησιάζει ξημέρωμα.
Κάποια σκέψη, μου ψιθύρισε
''Η καμπίνα του οδηγού είναι άδεια".
Νέα πλάνα παίρνουν μορφή.
Θα αλλάξουμε την πορεία.
Θα περάσουμε από τα λιβάδια με τις κερασιές,
που ήθελα από την αρχή των ημερών να διανύσω.
Έξω από τις ράγες.
Μελετάω το χαμόγελο και φαντάζομαι πως συμφωνείς.
Γίνεται εφικτό.
Κάνε ησυχία.

Στο χώρο των αποσκευών,
ανοίγω όλες τις μπλε βαλίτσες.
Οι τυχαίες επιλογές της πςεριπέτειας.
Βρίσκω τόσα αδιάφορα πουκάμισα.
Σιχαίνομαι και τα δικά μου ρούχα.
Αφαίρεσέ τα.

Στο άδειο μπαρ,
θα κλέψουμε δυο γυάλινα ποτήρια
και ένα καλό μπουκάλι.
Θα συζητήσουμε για όλα τα απίθανα,
μέχρι το γέλιο να καλύψει και
το τελευταίο φωνήεν.
Τότε,
θα επιστρέψουμε στις καμπίνες.

Το πρωί, θα αναγνωρίσω το χαμόγελο
ανάμεσα σε χίλια άλλα στον σταθμό.

Εσύ θα θυμάσαι και εγώ, νομίζω, θα ξέρω.

29.8.10

Mary-sue

Χάνεις ανάσες,
σ' αυτό το δωμάτιο και σε
όσους χώρους
γνώρισες ως τώρα.
Τιμωρία.
Δεν είχες το δικαίωμα να
αισθανθείς την κάθε κίνηση των φύλλων,
καθώς αιωρούνται εκατοστά
πάνω από το χώμα.
Δίχως αναπνοή εδώ και
οπουδήποτε αλλού.
Να νιώσεις το ύφασμα,
στο πίσω μέρος των γονάτων σου.
Το νερό, που κυλάει από τον ώμο
προς τον καρπό,
από τα μπλεγμένα μαλλιά στην πέτρα.
Ξυπνάς, μέσα σε λίμνες ιδρώτα πάλι.
Η πραγματικότητα όταν δεν είναι όμορφη,
είναι ακριβώς,
έτσι.

Ξυπόλυτα βήματα,
στο πεζόδρομο με τα κίτρινα φύλλα.
Σήμερα,
γλιστράς μαζί τους.

Γλιστράνε και όλα τα λόγια,
και οι μελωδίες,
τα απλά και όμορφα.
Πιο γρήγορα.

Να μην φωτογραφίζεις μνημεία,
στα μαγευτικά ταξίδια,
είναι κάτι που μαθαίνεται.
Κράτα τα πρόσωπα,
στο συρτάρι.
Κράτα κλειδιά,
κάτω από το μαξιλάρι.

Φοβάσαι τον χειμώνα που
περπατά όλο και με μεγαλύτερα βήματα προς
την πόρτα του κουκλόσπιτου.
Θα θαφτεί,
κάτω από άπειρα χιλιοστά χιονιού,
η θύμηση εκείνης της στιγμής,
όπου για λίγο,
η εικόνα του παραμικρού θορύβου και της
απαλότερης απόχρωσης ήταν
απολύτως ξεκάθαρη.
Κρυστάλλινο περιβάλλον.


Στέκεσαι απέναντί μου,
χάνοντας ανάσες.
Και γω δεν έχω τίποτα να σου δώσω.
Στέκομαι απέναντί σου,
χάνοντας εμένα.

11.8.10

Δ.


Γυμνά πέλματα πάνω σε συντρίμμια.
Γυαλιά από
Μπουκάλια, αστεροειδείς
Και άλλα άχρηστα πράγματα.
Πονάς σε κάθε βήμα.
Στο λέω,
Ήταν κακή ιδέα.
Βύθισέ τα στο αλάτι.

Πόσες μέρες,
'Εραψες πάνω στα αγγεία.
Με κάθε παλμό, τώρα,
Νιώθεις τον χρόνο, σε όλη του την έκταση,
Να τρέχει βαθιά.
Πάντα, προς το εσωτερικό.

Και πόσος ακόμη απομένει;
Μέχρι σήμερα,
Μονάχα η θάλασσα
Ήταν απέραντη.
Κάθε χέρι που απλώνεται προς τον ορίζοντα,
Τοποθετεί όλα τα απίθανα,
Πάνω στο τραπέζι.
Από τη μία άκρη του, ως την άλλη,
Φλεγόμενα κομμάτια πέτρας.

Θα δειπνήσεις σε αυτό το σημείο,
Απόψε.
Θα πνιγείς με το γέλιο,
που φέρνει η επανάληψη γνώριμων λέξεων.
Μες την παραζάλη,
Θα δημιουργήσεις γεύσεις
Ατελείωτες,
Θα τις σβήσεις με το κρασί.
Και το κρέας, με αίμα στην μέση,
Θα θυμίζει όσους κυνήγησαν
Τη ζωή,
Πριν από
Εδώ.

4.8.10

Αλλαγή ταχυτήτων.


Βρίσκεται μέσα στο μυαλό μου,
Σαν την αίσθηση της αφής,
Ή της γεύσης.
Ταιριάζει εκεί,
Απολύτως φυσικά.
Και όταν κόβω τις προτάσεις στη μέση,
Την τραυματίζω.
Νιώθω,μπροστά σε κόσμο,
Να κυλάει στα μάγουλά,
Ζεστό και καθαρό,κόκκινο,
Κόκκινο αίμα.
Από στιγμή σε στιγμή,
Κάποιος θα ρωτήσει τι συνέβη, τρομοκρατημένος
Αλλά πάλι,
Υποθέτω, πως δεν φαίνεται.

Γνωρίζω πως δεν αναρωτιέσαι,
αλλά είναι εκεί.
Και αυτό γιατί προτιμώ να μετράω αλήθειες,
σπασμένες σε κομμάτια
από το να φωτογραφίζω πανέμορφες
ανακρίβειες.

Δεν είναι καν τόσο σημαντικό.
Ο κόσμος δεν σταμάτησε στιγμή να αναπνέει,
και τίποτα δεν άλλαξε.
Γι' αυτές τις μέρες μου,
που κινούνται έτσι, όμως,
από πόρτα σε πόρτα, απελπιστικά αργά,
Είναι κοφτή ανάσα.
Τεράστιοι, άδειοι δρόμοι και κενά μνήμης.
Οτιδήποτε θα μπορούσε να έχει συμβεί,
Σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή.
Μερικές φορές συμβαίνει.
Ο κόσμος γύρω μου δεν σταματάει στιγμή να αναπνέει.

Είναι χέρια πάνω στην πλάτη.
Αστεία απλά και ξεκάθαρα, για λίγους.
Είναι όλα τόσο γρήγορα.
Δεν με νοιάζει τίποτα πίσω
Από το επόμενο φανάρι.

Μα όλα αυτά βρίσκονται μέσα στο μυαλό μου,
Σε αυτό το μέρος δεν συμβαίνει ποτέ,
Σχεδόν τίποτα.
Να φύγω. Αυτό μόνο.

26.7.10

Οι στιγμές που επέπλεαν.

Δεν θυμάσαι ,
Την αρχή της ιστορίας.
Το ξένο άρωμα,
Τους περίεργους ήχους.
Ένα πολύ συγκεκριμένο βλέμμα.
Πότε ξεκίνησες να βυθίζεσαι
Σε διαφορετικές ερμηνείες, όλων εκείνων,
Που ποτέ, ποτέ, δεν θα μπορούσαν να
Είναι.

Αυτή την απόχρωση δεν την
Είχες ξαναδεί.
Παράλυση.
Πέρα και πίσω από αυτό το σημείο,
Απλώνονται βαθιά, καθαρά νερά,
Για χιλιόμετρα.
Φαντάζεσαι καταδύσεις αμέτρητες.
Να ξεδιψάς.

Ξαπλωμένοι στο ίδιο σημείο,
Τόσο καιρό πριν,
Κλειδώσατε πόρτες.
Τώρα που προσγειώθηκαν, αυτές, κομματάκια ξύλου,
Σε κάθε σημείο του δωματίου,
Τι;

Έλα, λίγο πιο κοντά,
Τώρα.

Με κλειστά τα βλέφαρα
Δεν είδες ποτέ τη στιγμή να αιωρείται
Ανάμεσα στα πρόσωπα.
Προσγειώθηκε στα χείλη σου,
Σαν απρόσμενη ανάσα,
Η πιο απίθανη εκδοχή της πραγματικότητας
Ήταν γνώριμη, σαν χαμόγελο σε καθρέφτη.

Κάποιες απειροελάχιστες φορές,
Οι δείκτες περιστρέφονται γύρω σου.
Τρέξε, πιο γρήγορα. Ακόμη πιο γρήγορα.
Κάποιες άλλες,
Κάθε αίσθηση ταξιδεύει κάτω από το δέρμα, πιο αργά.
Και θα την ξεχάσεις,
Πιο αργά ακόμη.

Ενώ βυθίζεσαι στο, άδειο πια, ποτήρι νερού,
Μην σκέφτεσαι.
Όσα ξεχαστούν και όσα μείνουν,
Τώρα.

18.7.10

Και τώρα;


Βρέθηκα κάποια νύχτα, μπροστά στο γυαλί,
Να κυνηγάω τις ατέλειες,
Μέχρι που ξημέρωσε.
Υποθέτω λοιπόν,
Πως είχες δίκιο.
Δεν βρεθήκαμε τυχαία όμως εδώ, μην ξεχνιέσαι.
Διανύσαμε χιλιόμετρα.
Εσύ έμαθες να αντιλαμβάνεσαι,
Τα άσχημα πριν σε βρουν. Εγώ, να αντέχω τον πόνο της συνέπειας.
Μοιραστήκαμε νότες,
Κομμένες στα τέσσερα.
Και τώρα 4 αιώνες μετά,
συνειδητοποιώ πως οι μέρες ήταν πάντοτε πολύ
λίγες,
γι’ αυτό που ήμαστε.
Οι συνομιλίες μας, ποτέ δεν έβγαλαν κάποιο νόημα,
σε τρίτο.

Και αν τώρα,
παρατηρείς στους ανθρώπους γύρω σου,
κάποια έκφραση
ή ακούς τον τόνο της φωνής μου,
αν σου δημιουργεί αυτό τον αστείο εκνευρισμό,
που από καιρό σε καιρό ανιχνεύω και εγώ σε παρέες και
σε θυμίζει,
δεν θα σου πω πως λυπάμαι.


3 καμπύλες λιγότερες, μια μικρότερη ευθεία, ένα Τέρμα.
Έτρεξα τόσο γρήγορα.
Κουράστηκα τόσο, που ακόμη και πίσω από την γραμμή,
δεν βρίσκω τις χαμένες ανάσες.

Υποθέτω λοιπόν,
Πως είχες δίκιο.
Και δεν θα σου ζητήσω, να με τραβήξεις πίσω. Πέρα από κάθε υπερβολή,
είναι πανέμορφα εδώ. Θύμισέ μου απλώς αν μπορείς, πως να
σταματήσω την αιμορραγία
Γιατί φοβάμαι, πως από καιρό σταμάτησα να αλλάζω,
Μόνο στο γυαλί.

25.6.10

full moon.

Μην ξεχνάς να αισθάνεσαι,
κάθε μικρή παύση.
Τι ήσουν εσύ και όλοι μας,
αν όχι η πρόταση που ένωνε τελείες;
Δεν είναι παρά ένα ακόμη
πρωινό Οκτώβρη,
κατακαλόκαιρο.
Μην μπερδεύεσαι.
Λίγο να με καταλάβαινες,
θα ήξερες.

Να μην ξεχνάς να αγγίζεις,
ακριβώς έτσι,
σαν ο κόσμος να 'ναι ξαπλωμένος,
στα χείλη σου.
Οι φίλοι μου, κάνουν πρόποση
στην φράση, που ζωγραφίστηκε στο άσπρο πουλόβερ,
της παραλίας, καιρό πριν
(ναι υπάρχει ακόμη).
Αγαπήθηκες όσο θ' αγαπήσεις.
Δεν έχουμε μόνιμη κατοικία,
Νοικιάζουμε σοκολατάκια στο μαξιλάρι
και οι δείκτες των ρολογιών μας, κολλάνε πάντοτε
το απομεσήμερο.

Τι μας ανήκει;

Τύλιξε το σεντόνι πιο σφιχτά,
νιώσε,
τους τόνους μου.
Από το λάθη μου τ' αμέτρητα, μιας ερμηνείας λογικής
ποιο το νόημα;

Προσπάθησα ωστόσο.
Δεμένοι στο λιμάνι αυτό,
μέρα με τη μέρα,
παραλείψαμε να γιορτάσουμε την άφιξη του πλοίου,
υποθέτω,επίτηδες.

Και όμως,
μες τη ζάλη,
ακόμη εγώ
και οι τρελές μου σκέψεις,
σκύβουμε το κεφάλι,
από σεβασμό,
σε μια αίσθηση
δυνατότερη

από τα κύματα που σκάνε στις πλάτες.


Απογοητευτική,
εξαίσια και
ξαφνική τελείως,
σαν

αυτή. Ακριβώς, σαν αυτή.


Και δεν σταματά ποτέ να με εκπλήσσει η συνέχεια και συνέπεια,
των λανθασμένων μου επιλογών λέξεων.

8.6.10

Εξέλιξη.

Όλα τα φύλλα,
Έπεσαν στο κέντρο του
Τραπεζιού.
Να μην ξεχνάμε να χτίζουμε
Πάνω σε συντρίμμια,
Κάθε- σχεδόν-
μέρα.
Κυρίως,
να ξαναμοιράζουμε την τράπουλα.
Να μαθαίνουμε, πώς να στεκόμαστε
Ζεστά σώματα,
μπροστά στον αέρα που βγαίνει
Από χείλη, διάφορα,
Δεν αρκεί.
Πολύ περισσότερο,
δεν αρκεί
Στο εδώ και το τώρα μας.

Να βάζουμε φωτιές από την αρχή,
Γιατί όλα δείχνουν ομορφότερα,
Στο κόκκινο φως.
Και αν μας τραβήξουν οι φλόγες,
θα έλεγες ότι δεν άξιζε η εμπειρία;
Δεν σου χαρίζεται ποτέ αρκετός χρόνος,
Εδώ,
όπως και να 'χει.
Μα όσο βρισκόμαστε σε αυτό, ακριβώς,το σημείο,
θα ερωτευόμαστε γεύσεις
Και στιγμές,
Σαν να ήταν οι τελευταίες,
Των τελευταίων .
Και το χώμα, σου ορκίζομαι,
Δεν θα θυμάται μονάχα
Το βάρος των βημάτων μας.

Θα πλάθει συνέχεια νέα
Σώματα,
Με νέα βλέμματα
Και νέα φιλιά.
Και όλα θα έχουν αποτυπωμένα,
Στις φλέβες
Και στο δέρμα τους,
Τις αισθήσεις μας,

Που γέννησαν ένα νέο ήλιο,
στον πυρήνα.

3.5.10

Μη.


Μισο-ειπωμένες φράσεις,
Κυλάνε,
Σαν σταγόνες στα πλακάκια.
Μαζεύονται σε μια μεγάλη κηλίδα,
Στο κέντρο του δωματίου.
Ακριβώς σαν νερό.
Μπορεί να είναι απλώς στην
Φαντασία μου.

Και τι να πει κανείς,
Τη στιγμή αυτή,
Που να βγάζει έστω και το ελάχιστο νόημα;
Εύθυμα μηνύματα.
Ένα και μετά άλλο και έπειτα
Πολύ περισσότερα.
Δεν το σταματάω.

Περπατάω πάνω στο νερό,
Το μεταφέρω στο τεράστιο σπίτι.
Από αίθουσα σε αίθουσα.
Κάποτε,
Στους τοίχους αυτούς ζωγραφισμένες φωνές.

Μένει να φτάσω εκεί που έτρεχες,
Τότε.
Που δεν γνώριζες,
Το δωμάτιο αυτό.
Που ούτε καν φανταζόσουν,
Εμένα.
Να μιλήσω μαζί σου από
Την αρχή,
Συμπληρώνοντας κενά.
Και παίρνοντας πίσω στατιστικές.

Και αν δεν μπορέσω απόψε βράδυ,
Να σε βρω,
Πες στα όνειρά μου,
ψέματα,
Πως ίσως αύριο.

19.3.10

Στίγμα.


Να δεχθείς,
για μια φορά έστω, τις αφαιρέσεις
που μας σχημάτισαν,
σαν όμορφα λουλούδια.
Ζωγράφισαν τα μέλη μας,
με δεδομένα, τα οποία δεν θα γεράσουν,
με την αλλαγή των εποχών.

Αγκαλιά με τις μούσες
και τις δεύτερες σκέψεις,
διδαχθήκαμε το πως
να ακολουθούμε τον έρωτα.
Πάντα ένα λεπτό αργότερα,
από την προκαθορισμένη ώρα.


Και τώρα,
ανάμεσα σε κομματιασμένα πανιά
και σπασμένα κατάρτια,
να μην μιλάμε
για το ναυάγιο
- αυτό είναι το λιγότερο.
Αλλά για τα εκπληκτικά κύματα,
που μας έφεραν στα γόνατα
και μας χάρισαν μια
τρίτη ή τέταρτη ζωή.

Ελεύθεροι,
πάνω σε κεραμίδια,
στην κορυφή του δικού μας κόσμου,
να μετράμε ως το 7
και να γνωρίζουμε
πως μοναχά
εκεί,
έρχεται το τέλος των πραγμάτων.

Και όχι πάντοτε.

16.3.10

Ανάκληση


Ενα, δύο πανέμορφα φύλλα.
Περισσότερα.
Πέφτουν νεκρά
στα πλακάκια
της αυλής.
Δεν γνωρίζεις, πως να βρεις τις
λέξεις τις σωστές,
που θα τους
ψιθυρίσουν κάτι.
Έστω,
κάτι μικρό.
Από δέντρο σε δέντρο,
μέρες μακρινές,
βουτηγμένες σε μνήμες
και άμμο.

Για να θυμηθούν,
κάτι λίγο από εκείνον.
Κάτι, εκτός
από τον τρόπο που έφυγε.
Λίγοι ήχοι,
περνούν από
το δέρμα σου, ψάχνοντας.
Ανατριχιάζεις στην σκέψη.
Το βλέπω.
Μια μυρωδιά,
στο απέναντι πεζοδρόμιο,
τον γεννά,
από την αρχή.

Και είναι τα λεπτά που
έχασες,
δίχως φωνή.
Οι αποστάσεις που δεν εκμηδενίστηκαν

Από φύλλο σε φύλλο,
χιλιόμετρα να ταξιδεύεις, τώρα,
να εξιλεωθείς.
Μα όλες οι συγγνώμες να μαραίνονται
στα πλακάκια της αυλής.
Να τις ανακαλύπτεις πάντοτε,

λίγο,
αργά.

27.2.10

Μορφές Αυτοκαταστροφής.

Να σφίξει όλα
τα συναισθήματα ανάμεσα στα δάχτυλα,
να ελέγχει την κάθε σκέψη.
Μα ο κάθε μικρός εθισμός,
απόδειξη του νόμου της βαρύτητας,
τραβάει πρόσωπα και πράξεις
προς τον πυρήνα.
Συντρίμμια πάνω σε
όμορφα χώματα.
Λυπάται;

Και αν μπορούσε να μετρήσει,
αντίστροφα από το 347.000
ίσως να έσωζε,
τις στιγμές που ξεψύχησαν στα
χέρια του.
Συνέχεια,
χάνει το μέτρημα.
Μαζί του,
Χάνει και αναπνοές.
Οι λίγες που μένουν,
έχουν καλύτερη γεύση.

Και αν κλείδωνε,
τον εγωισμό του σε ντουλάπι,
θα ήταν μάλλον,
μια λιγότερη έκδοση αυτού
που θα μπορούσε να είναι.
Λιγότερο δέρμα γύρω από
τα κόκαλα,
λιγότεροι χτύποι.

Προς το τέλος, οι φόβοι αναπαράγονται,
πίσω από τα κλειστά βλέφαρα,
ευκολότερα.
Αν οι όμορφες εικόνες,
σβηστούν
τότε,
Τι μένει;
Περισσότερο,
είδε αποτυπωμένη την έννοια της μετάνοιας,
πάνω σε όσα δεν άγγιξε.
Πάνω σε όλα τα
ίσως
που θα μπορούσαν μα δεν επαληθεύτηκαν
κανένα πρωινό.
Γι' αυτά,
ξέρω πόσο ακριβώς
λυπάται.

23.2.10

The Aftermath.

Τα έπιπλα είναι ακόμη εδώ,
μα το διαμέρισμα
αδειάζει, κάθε φορά που κλείνουν τα μάτια.
Μέρες στο μαύρο.
Σέρνονται από
την απέναντι πλευρά του
δωματίου.
Σκαρφαλώνουν στο κρεβάτι.
Και αν σε άφηναν να ξεχάσεις,
δεν θα το έκανες. Όσοι μένουν,
συλλέγουν μυρωδιές,
και αίμα,
να κρατήσουν το συναίσθημα
λίγο παραπάνω.

Διάφανο σώμα,
Φλέβες και νεύρα σε πλήρη προβολή.
Δορυφόροι,
γύρω από τα
εκτεθειμένα χέρια,
όλα τα αγγίγματα που παίρνεις πίσω.

Περιστέρια δεν σταμάτησαν να γυρίζουν,
κάθε πρωί. Η γεύση
της μέντας,
πάντα ίδια.
Είναι οι σελίδες, που δεν αιχμαλωτίζουν
το βλέμμα πια,
οι βασανιστικές μελωδίες.
Όλες οι ελπίδες που κολύμπησαν
σε νερό και κρασί και
τώρα,
παιδεύουν το σώμα.
Σαν αλάτι σε πληγή.
Και ρωτάς να μάθεις,
αλήθεια, πόσο πονάει.

Αν δεν σφίγγεις τα χέρια,
γύρω από τον κορμό,
σταματάς


να αναπνέεις.

Αν θα 'πρεπε.


Μετά τον χορό.
Το βελούδινο πράσινο φόρεμα,
τσαλακωμένο.
Στο πάτωμα και το πουκάμισο.
Γυμνά πόδια,
πάνω σε μαύρα χαλιά.
Και κάθε άγγιγμα να έχει τη
γεύση που δεν θα μπορούσε,
ποτέ,
να έχει το φιλί.

Πάνω από την ατμόσφαιρα,
και τα νεκρά αστέρια,
Με την ίδια πάντα ταχύτητα,
ατελείωτες διαδρομές.
Δεν ξέρω που πάμε.
ΠΟΥ ΠΆΜΕ;
Δεν χωράνε σε αυτές τις στιγμές ρητορικές
ερωτήσεις,
απάντησε μου.

Στο μεγάλο δωμάτιο.
Γυάλινα μάτια,
τρομακτικά.
Ο πυρετός,
θα τα κάνει να λιώσουν.
Φοβάται,
όσο φοβάσαι.

Διστάζεις να μετρήσεις
άλλο ένα
δεν πρέπει.
Μα αυτός έμεινε ακίνητος,
σε αυτό το σημείο.
Απολύτως παγωμένος,
να περιμένει.
Την μεταμόρφωσή του σε άγαλμα,
ή κάτι ομορφότερο.
Με τον χρόνο,
η ομιλία γίνεται δυσκολότερη.
Ό,τι βρίσκεται στον πυρήνα,
πολλαπλασιάζεται

Σκηνές,
περίπλοκες
γυρισμένες με φακό παραμορφωτικό
Αυτή θα φεύγει και εσύ
θα μένεις ακίνητος,
στο πέρασμα των καιρών. Και θα φοβάται,
όσο φοβάσαι.

18.2.10

Παρόν

Θα μείνουμε,
ακριβώς εδώ, με κάτι λίγα,
ρεαλιστικά, όνειρα και
κούπες πρωινού καφέ.
Λύθηκαν τα κορδόνια,
κάποιος πέταξε νερά από το μπαλκόνι.
Χαοτική πραγματικότητα,
πανέμορφη.
Να γυρνάς το κλειδί,
πίσω σου 3 φορές.
Μα ξέρεις-
εδώ θα γυρίζεις πάντοτε.

Ξέρεις ακριβώς που πηγαίνεις,
χωρίς σχέδια.
Ηρεμία.
Να κοιτάς τον Ήλιο και να
θυμάσαι,
να περπατάς στην ατέλειωτη παραλία,
πάνω στην άμμο,
χωρίς να βουλιάζει το πόδι,
στους δρόμους,
χωρίς να τους βουλιάζεις.
Και κάποιος
άλλος σαν
εσένα,
να σου μαθαίνει μέσα από το
παιχνίδι των είκοσι ερωτήσεων,
πως το μόνο που πρέπει
πραγματικά να κάνεις είναι να μένεις εδώ
Χορογραφούμε,
πάνω σε σπασμένες πλάκες
ή απέραντα χαλιά.
Με τα χέρια πάντοτε στον αέρα
και το βάρος σε σταθερά πόδια.

Θα μείνουμε εδώ.
Όσο μπορείς να τραγουδάς
στον εαυτό σου,
δεν υπάρχει τέλος στην κίνηση.
Δεν έχεις
τέλος.

8.2.10

Εδώ, όχι τώρα.

Πίσω από το ηφαίστειο ο παράδεισος,
για κάποιους λίγους.
Και τα απογεύματα να κυλάνε αργά.
Τα πρωινά,
Να καίγονται στον ήλιο.
Να αφήνουν γραμμές που φαίνονται,
ακόμη, τον χειμώνα.
Να αναπνέει,
δροσερός αέρας πάνω απ' τα
πλακόστρωτα και
τη μαύρη άμμο.

Και πέρα από όλες τις στροφές,
που πήρες αργά,
Πάνω από το χάος
και τη θάλασσα,
που σου έμαθαν,
πως να εμπιστεύεσαι,
Όταν πιστέψεις πως ο
γκρεμός μπροστά,
είναι η φυσική κατάληξη των πραγμάτων,

μια βουτιά.
Από εδώ και πέρα,
κολυμπάμε.
Ή κάνουμε μακροβούτι.

μα αυτός ο δρόμος,
δεν έχει τέλος,
όσο υπάρχουν σύννεφα
και χάρτες
στα μάτια.

21.1.10

Απολογισμός.


Δεν έκανες, σχεδόν,
κανένα λάθος.
Έμπνευση.
Οι σελίδες,
συνέχιζαν να γυρίζουν,
ακόμη και πολύ μετά
από την ώρα
που έκλειναν τα μάτια σου.
Στα δικά μου έδινε ακόμη κάποιος
σχήμα και μορφή στις
ρωγμές του ταβανιού.
Και μετρούσε αστέρια.
Τα όνειρα,
σκαλίζονταν στον πάγο
ή άφηναν το σημάδι τους
στο ξύλινο πάτωμα.
Η χαρά του να περπατάς
ξυπόλυτη,
σε κάθε έδαφος,
μου χαρίστηκε.
Επίθεση μετωπική στον φόβο
και οι μέρες κινούνται με
μια διαφορετική χάρη.
Αγάπη για τον παγωμένο,
ατελείωτο χειμώνα.
Παράξενη διάθεση,
σχεδόν κάθε μέρα.
Αμφισβήτηση που προκαλεί
σύγχυση.
Οι λέξεις κινούνταν πάντα
προς την κατεύθυνση σου,
με τόση
ευκολία.

Και υπήρχαν και τα
μαθήματα αναμονής.
Σε λεωφόρους, διαδρόμους
και κάτω από το πάπλωμα.
Το δίκαιο, δεν έχει μόνο μια
απόχρωση
Νότες,
που γνώρισα στο
αυτοκίνητο.
Η παρουσία,
τυλίγει το δέρμα
και δεν αισθάνθηκα ποτέ,
πραγματικά μόνη.

Μόνο το δωμάτιο έχει αλλάξει,
από τότε. Αλλά,

Αυτό;
Δεν είναι κάτι,
που χρειάζεται να ζητάς.

19.1.10

Πρόσωπα.

Πίσω από το
πρώτο παράθυρο,
θόρυβος.
Τρυπάει το γυαλί
και σε αγγίζει,
αλήθεια.
Δεν έχει χρώμα,
μα αν είχε θα ήταν ακριβώς,
αυτό:
καθαρό, σχεδόν διάφανο γαλάζιο.
Περιβάλει το σώμα σου,
σαν πανοπλία και δείχνει
πραγματικά όμορφος.
Δεν ξέρω πολλά πράγματα,
που δεν θα έδειχναν.

Και αυτή η μέρα,
για την οποία έχω γράψει
άπειρους στίχους,
σήμερα μοιάζει τόσο
απλή.
Πίσω από τον μύθο,
μαθαίνεις.
Ποια πρωινά ο καφές πρέπει να
είναι περισσότερος και
οι σκέψεις,
λιγότερες.
Ποιες σκέψεις είναι πολύ λίγες,
μικρές
και θα πρέπει να
καίγονται,
πίσω από τον πομπό.
Σαν να ισορροπείς σε σχοινί,
γνωρίζοντας, ακριβώς
πως να μην πέσεις στο κενό.
Απολαυστική πρόκληση.


Κάποιες φορές,
νομίζω πως ακούω τον παλμό
στις φλέβες σου και
κάποιες άλλες,
τις βλεφαρίδες,
που ανοιγοκλείνουν στο μαξιλάρι.
Ακούω την ιστορία αυτής της μέρας
και
φωνές,
άλλες μαύρες άλλες με ιριδισμούς.
Σπάει το γυαλί και αισθάνομαι
την ανάγκη να κρυφτώ. Μα όχι.
Τόσο δυνατός,
κρυστάλλινος ήχος, τυλιγμένος γύρω
από τις αξύριστες γωνίες του
προσώπου σου.
Δεν μπορώ να φανταστώ,
πολλά πράγματα που δεν θα
έδειχναν όμορφα.

Αναπαράγεται όλο και δυνατότερα,
καθώς προσεγγίζεις το σημείο,
οπού έσπασε το γυαλί.
Δεν γνωρίζω, πως αλλιώς να μιλήσω για ευτυχία.
Απλώς,
δεν μπορεί να συμβεί τίποτα,
κακό.

1.1.10

Γιορτή.

Κάτω από το χαρτί που γυαλίζει,
άλλο ένα και άλλο ένα
και κορδέλες.
Μέσα στο πρώτο κουτί,
ένα ακόμη.
Ο πιο όμορφος τρόπος να
αλλάξεις έτος.
Όχι το δικό τους,
το δικό σου.
Αυτή η ημερομηνία ταξιδεύει,
σαν ζωή μέσα στην ζωή
και τα βάφει όλα
κίτρινα.
Μαργαρίτες και τουλίπες,
καρφιτσωμένες στις κουρτίνες.
Τώρα, χαμογελάς και εσύ.

Οι ίδιες γραμμές,
ξαπλωμένες δίπλα στα μάτια,
πλάι στα χείλη,
γνώριμες στα άγγιγμα.
Μερικά βράδια νομίζεις,
πως
δεν αλλάζουμε.
Αυτή η φωνή ταξιδεύει.
Από τη μια αίθουσα αναμονής,
στην επόμενη.

Παρακολουθείς τις σελίδες να
γυρνάνε
σε δάχτυλα παρόμοια με τα
δικά σου.
Γεννούν οι στιγμές,
κινηματογραφικά φίλμ.
Η ανακούφιση του να παρακολουθείς,
με την ίδια κρυμμένη απορία,
όπως πάντοτε.

Τι ώρα είναι;
Τώρα,
αναλύουμε κάθε ανάλυση λίγο περισσότερο
και τώρα τα φώτα τρεμοπαίζουν στο παρασκήνιο.
Και τώρα;
στον αέρα κολυμπάνε χρυσάνθεμα
και τώρα ακριβώς,
ο κόσμος ταξιδεύει
σαν ζωή μέσα σε ζωή.