24.9.07

Όταν σβήνουν τα φώτα.νοήματα ημιτελή.

ΑΥΤΗ είναι η κόψη του ξυραφιού (γελάω με τον εαυτό μου). Πιο πέρα δεν έχει. Μία σκέψη, δυο τρεις στίχοι-και τώρα, τι; Μερικές φορες (αλλά μην το πείς), νομίζω πως μοναδική πηγή της μοναξιάς μου είναι οι σκέψεις μου, που με τραβάνε στο μαύρο, ακόμη και στις καλύτερες των στιγμών. Τρέλα το είπαν. Δεν είναι. Μονάχα ανασφάλεια. Νομίζω πως αν βυθιστώ σε κάποιο όνειρο, όλα θα είναι πιο απλά. Επιλέγω αυτό το όνειρο να είναι με την αντανάκλαση στον καθρέφτη σου και στη ζωή την τρισδιάστατη.

Η απάντηση σε τρεις χιλιάδες ερωτήσεις, δεν είναι "έτσι", δεν είναι "δεν ξέρω" είναι η ίδια η ερώτηση. Σκέψου το αγάπη μου. Η αλήθεια δεν βρίσκεται σε ένα παράθυρο που την ασχήμια του κόσμου αποκαλύπτει. Δεν βρίσκεται σε λόγια για το φεγγάρι, ούτε για την αγάπη. Ούτε σε μελωδίες που χάνονται σε πλακόστρωτα και παρασέρνονται μέσα σε κάποια ζάλη. Σε αγαπάω με όλη την έκταση της σκέψης μου- μην το αμφισβητείς ούτε σε εμένα ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό. Με την καμπύλη του πρώτου σωστού α στο δημοτικό. Με το πρώτο τραγούδι που με έκανε να κλάψω. Δεν βγάζουν νόημα τα λόγια μου. Σε αγαπάω σαν αγκαλιά που τη ζέστη μέσα κλείνει, τρέφεται από την καρδία μου και την καρδιά μου ξεδιψάει. Δεν έχει να κάνει με λόγια πλεον, γιατί σε αγαπάω όσο μια μισοτελειωμένη πρόταση - .Μία που φωνάζει "ΜΕΙΝΕ ΔΙΠΛΑ ΜΟΥ" και η υπόλοιπη χάνεται στον ήχο.
Ακριβώς σαν μία ημιτελή συμφωνία,
λίγο πρίν ή λίγο αφού έχουν σβήσει τα φώτα.


23.9.07

Όταν σβήνουν τα φώτα

Οι σκέψεις μου μεθυσμένες, ξαπλώνουν κάτω από το καλοκαιρινό πάπλωμα. Αν το κρύα μου χέρια σε άγγιζαν μπορεί να φοβόσουν. Και μου είχαν πει κάποτε για έναν τόπο χωρίς αγωνίες, χωρίς ανασφάλειες, χωρίς αναστατώσεις. Χωρίς φόβο. Δεν είμαστε εμείς γι αυτά. Η σιωπή μας αγγίζει τους ανθρώπους όταν τον πόνο τους μας τραγουδούν για να βρούν την ελευθερία. Η ίδια η σιωπή εκείνη, το είδωλό μας,ρίχνει βίαια στον καθρέφτη και τον σπάει. Μαζί σου πάλι, δεν υπάρχει σιωπή. Ακόμη και όταν στα μάτια σου χάνομαι τρεις χιλιάδες όνειρα και σκέψεις πίσω από τις κόρες σου πετάνε. Αναστάτωση. Αίσθημα ζωής να με βγάλει λιγο από τη μιζέρια της ρουτίνας. Και είναι αληθινά περίεργο, γιατί όταν δίπλα μου δεν σε έχω την μοναξιά φοβάμαι μην με γεμίσει μόλωπες, ξανά. Μα όταν πλάι μου ανασαίνεις, πάλι φοβάμαι, πως θα σε χάσω μέσα στα ζεστά κύματα αέρα και κάποιος μακρινός στίχος θα γίνεις.

Ένα απέραντο, άχαρο, χωράφι με άγρια στάχυα, η ζωή,απλώνεται μπροστά μου. Στάχυα της θλίψης,της οργής. Και άλλωτε καθαρά από το παράθυρό μου φαίνεται το χωράφι το φρικιαστικό και άλλωτε πυκνή, σχεδόν συμπαγής ομίχλη από πάνω του απλώνεται και το νερό τα δάκρυα ξεπλένει.Δεν υπάρχουν λουλούδια να ανθίσουν. Μονάχα θλιβερά αγριόχορτα με μπουμπούκια μικροσκοπικά που σαν πάνε να ανοίξουν, ήδη στα μάτια μου, νεκρά είναι. Πέφτουν τα πέταλα τους στον χώμα και λυώνουν. Και χάνονται. Μικρά, νεκρά βρέφη. Όλες μου οι ιδέες. Τα μάτια μου να άλλοιφα με τον θεικό πολτό τους,όλα όμορφα να μου φαίνονται. Όμως τίποτα.

Και τώρα να στο ψιθυρίσω μωρό μου, το πικρότερό μου μυστικό: Όσο τίποτα θα ήθελα να έβλεπες εσύ- μόνον εσύ, την εικόνα εκείνη τη φρικτή του θανάτου. Ίσως τότε να καταλάβαινες τι με κάνει να κλαίω τα βράδια. Όμως είναι αδύνατον. Εσύ και η εικόνα αυτή δεν συνυπάρχετε. Όταν είσαι εδώ, η σωτήρια ομίχλη εκείνη είσαι και το χωράφι από κάτω σου εξαφανίζεται. Βυθίζεται στα άδυτα.

Θέλω να ξέρεις πως κάνεις λάθος αν νομίζεις πως η λύτρωσή μου είσαι- μια απλή μποτίλια, τις πίκρες του κόσμου να διώξει. Όταν σβηνουν τα φώτα, ο πόνος που μου χαρίζει η σκέψη σου, ο μεγαλύτερος είναι. Μα είναι πόνος που τον θέλω, που τον αποζητώ. Που η ψυχή μου πάνω του αν δεν πλέει, τον βυθό χτυπά και χάνεται. Εναλλακτικά, επιλέγω να χάνομαι στα μάτια σου και μια γελυση πικάντικη να προσίδει στη ζωή μου η αναμονή. Το διαρκές περίμενε, για τη στιγμή που ένα λουλούδι στον αέρα θα προλάβει να χορέψει για λιγάκι, πριν το έδαφος φιλήσει και εξαφανιστεί. Λίγες αραιές στάλες χιόνι για να βυθιστώ στο απέραντο γκρί. Όχι στο άσπρο, δεν ξέρω αν στο έχω πεί ποτέ μα στο φοβάμαι το απέραντο άσπρο χρώμα.Θυμίζει κάτι διαδρόμους νοσοκομείων κάτι μαργαρίτες κάτι γραμμές διακεκομμένες στην μεγάλη λεωφόρο που μετρούσα ξανά και ξανά μέχρι που τα μάτια μου πονούσαν και όταν έχανα το μέτρημα γέμιζαν δάκρυα.

Μα από το θέμα μου ξέφυγα..Κοιτάω έξω από το παράθυρο. Ξέρεις ψάχνω μερικές φορές στα λόγια σου νοήματα να βρώ κρυμμένα,δυο λέξεις που να υποδηλώνουν την παραμονή. Χαζή ιδέα το ξέρω-μην με μαλώνεις. Τώρα στέκω με τη πλάτη προς το παράθυρο. Προσπαθώ τα λόγια μου πάλι να χωρέσω σε προτάσεις αγάπη μου και απογοητεύομαι γιατί δεν μπορώ. Δεν μπορώ. Δεν μπορώ όσες φορές το σ'αγαπώ και αν επαναλάβεις.

[Και στ' αλήθεια πια δεν ξέρω αν θα έρθει η ευτυχία να με βρεί σαν ένα δάκρυ σε αστρικό μαξιλάρι ή σαν μια γαλανή, ατέλειωτη σιωπή.]

Και η απάντηση σου
Όταν σβήσουν τα φώτα

20.9.07

χώρα του ΟΖ

ο άνεμος χαιδεύει την ανάμνηση
και όλα μοιάζουν πιο σκοτεινά,
πιο όμορφα.

Ένα ζευγάρι μπορντό παπούτσια
και ένα άσπρο φόρεμα από λεπτή δαντέλα.
Σύννεφα μαύρα,
κούνιες με αόρατους καβαλάρηδες
και ο άνεμος δυναμώνει,
αγριεύει.
Τα μαλλιά μπλεγμένα
και οι πρώτες στάλες βροχής
παίζουν μαζί τους και μυστικά μικρά
τους λένε.
Στον αέρα ταξιδεύει άρωμα από
μέλι και βανίλια
και μέσα του το κορίτσι ταξιδεύει.
Ξάφνου,
ανήμερο θεριό,
μπαραλίνα που στροβιλίζει ατέρμονα
σχίζει τις απέραντες εκτάσεις απο σιτάρι.
Άσπρο φορεματάκι,μπορντό παπούτσια
βιάζουν το χωμάτινο μονοπάτι
και το θεριό πλησιάζει.
Μικρό σπιτάκι με στέγη από ζάχαρη και φωτιά
ανοίγει την πόρτα του
και μέσα του η μικρή κρύβεται.
έξω από το παράθυρο ο μικρός κήπος αναστενάζει
έξω από το παράθυρο τώρα μονάχα κύματα αέρα
και στα σύννεφα ανυψώνεται.
Ο φόβος είναι που στη γη σε κρατάει.
Μα μέσα του αν βρεθείς
η μελωδία του πανέμορφη,πρωτάκουστη
σε κάνει
να την ερωτευτείς.
Μια άλλη Ντόροθυ
Και ο μάγος του Οζ ίσως κάπου ανάμεσα στα σύννεφα
σε χώρα τρομακτική να βρίσκεται.
Μια αναπνοή
και το ταξίδι μέσα σου με συναρπάζει
χαράζωντας τ'όνομα μου στο πιο βαθύ γαλάζιο.
Μια μονάχα αναπνοή
και μέσα στην τρέλα
και της βροντής το πανέμορφο ουρλιαχτό,
τρελό χορό στήνει το είδωλό μου με τις σκέψεις μου.
Και με ένα άγγιγμα στολισμένο από μπλε φωτάκια
και άρωμα φθινοπώρου,
γεννιέμαι από την αρχή.
Μα πραγματικά δεν ξέρω αν
ο ανέμος είναι,
τα σύννεφα που με καίνε,
ή οι τέσσερις αυτοί τoίχοι που με αγκαλιάζουν,
που στην χώρα αυτή την μαγική
μ'οδηγούν.
ξανά και ξανά

18.9.07

εσύ κάθεσαι στην άκρη κάποιου κύμματος
με απλωμένα χέρια
και εγω δειλά κρύβομαι
πίσω απο την απαίσια εκείνη ομίχλη
σαν να προσπαθώ
οχι ακριβώ να ξεφύγω απο εσένα
αλλα να καταργήσω τις σκέψεις σου.
Σαν κοπάδι που στο γκρεμό οδηγείται,
από τον κακό λύκο να ξεφύγει.
"Η ψυχη είναι αναλώσιμη"
Και στα αυτιά σου τόσο όμορφα ηχεί.
Και ίσως,
όταν το μυαλό μου έχεις μεταλλάξει
σε κάτι τρομακτικό και άσχημο
όλα πιο εύκολα να σου φανούν.
Και ακόμη δνε ξέρω αν την μορφή σου πρέπει να φοβάμαι
ή το είδωλό μου που μέσα στον καθρέφτη σου,
έμαθε να κατοικεί.

Και τέρας υπομονής να στέκεται δίπλα μου,
ένα άλλο εγω,
περιμένωντας την λύτρωση
και λέγοντας λόγια φιλικά,
λόγια αγάπης και φροντίδας.
Το σιχαίνομαι το άλλο εγώ
και από την ψυχή μου θα το ξερίζωνα
αν την καρδιά μου
δεν περιέβαλε.

Σε κάποιον άδειο δρόμο πετάγεται ξαφνικά μια μαυρή γάτα την τύχη να αλλάξει και αν ίσως ο ήλιος έλαμπε πίσω από τον τηλεφωνικό θάλαμο στις σκιές να μην έχανα την φωνή σου.

Δεν με καταλαβαίνω πια.
Και πονάει.

16.9.07

Στην άλλη πλευρά.

Σε ένα παραμύθι δίχως τέλος
-Τέσσερις γραμμές,δυό φτερά
Άγγελος τα χείλη μιας κοπέλας αγγίζει
και εκείνη,τον ουρανό ερωτεύεται.

Θα σε συναντήσω στην άλλη πλευρά
-εκεί που τα όνειρα μου με την ασφάλεια μπλέκονται.
Εκεί που δεν είμαστε εμείς,
με τις μικρότητες και τις ανοησίες μας.
Μα κάτι άλλο.
Ένα εναλλακτικό εμείς.
Σε κάποιο μικρό καφέ
στα πλακόστρωτα του κέντρου της πόλης
θα σε γνωρίσω από την αρχή
και θα συνηθίσεις τα κακόγουστα αστεία μου.
Εγώ θα σε μάθω το είδωλό σου
στην άμμο να ξεχωρίζεις
και εσύ θα κάνεις έρωτα μαζί μου
και θα μου δείξεις πως να πετάω,
για να σε ακολουθώ
όταν πονάς,
στα μοναχικά μακρινά ταξίδια σου.

Τόσο απλό,
όσο ένα πρώτο φιλί που καίει σαν αλκοόλ
και μία ελεύθερη πτώση από μέρος που αγγίζει τα σύννεφα.
Αν σου ζητήσω να τα χωρέσεις σε μία εικόνα
μία μικρή φωτογραφία,
κάτω από το μαξιλάρι μου να την τοποθετήσω και
αστέρια να ονειρεύομαι
θα το κάνεις;

Όταν τα χέρια μου γύρω σου απλώνω
και το μάγουλό μου την καρδιά σου αγγίζω
θα ήθελα να ήξερα,πως εκείνη ακριβώς τη στιγμη,
μπορείς να νιώσεις,
πόση αγάπη χωράει μια αγκαλιά.
Και όταν τον κόσμο
ζητάς πίσω να αφήσεις
φαντάσου κύμματα χωρίς ακτή.
Κύμματα που σκάνε στο τίποτα
και τότε θα ξέρεις πόσο
πόνο περικλύει ο θάνατος ενός αγγέλου.
Μην φεύγεις.

φύλαξε ένα χορό ακόμη για εμένα,
τυλιγμένο σε μελωδίες αγαπημένες.
Κάποιες νότες να με οδηγουν σε εσένα πάλι
όταν σε χάνω ανάμεσα σε γραμμές
βαρετών ποιημάτων.

Άγγελος τα χέιλη μιας κοπέλας αγγίζει
και εκείνη οτι ακουμπάει η ψυχή του ερωτεύεται.

15.9.07

Δεν είναι αρκετά

Κρύες σταγόνες που το μαξιλάρι μου τρυπάνε
σαν μικροί φόνοι
μάλλον το δικό σου δεν αγγίζουν
και θα ήθελα να ξέρεις
πως το όραμα στο παραμύθι
παρερμηνεύεται
και όλα μικρά και ευτελή μοιάζουνε.
Έτσι θα θελες να είναι η αγάπη μου
αδιάφορη για την πορεία τη δική σου;
Στεγνή απο συναίσθημα;
Πονάει όταν απλώνεις τα χέρια σου
και η μορφή εξαφανίζεται πίσω σε κάποιες κίτρινες σελίδες.
Είσαι εσύ στην πραγματικότητα;
το είδωλό σου στον καθρέφτη;
ή λίγες γραμμές μπλεγμένες που το νόημα κρύβουνε;
Τα όνειρά μου τα μεγαλύτερα θα απαρνιόμουν φτάνει να ξερες.
Χάνομαι στις λέξεις τις δικές σου
κάποιο σημάδι ευτυχίας να βρω
Κάποιο σημάδι πως ζεις
όχι μόνο απέναντι μου
αλλα μέσα σου.
Μάταια.
το σ'αγαπάω απ'οτι φαίνεται μικρό και ανούσιο είναι.
Δεν θα το λέω
Θα το σκέφτομαι μονάχα
Ξανά και ξανά
μέχρι να βυθιστεί μέσα μου
και να χαθεί.
Ας χάθεί η ψυχή μου
ας σβηστεί η αγάπη μου



arkei na koitaxeic ec mia
fora monaxa tn eauto sou
stis photografies sou
kai na anagnwriseis
estw kati mikro
kati ligo.

13.9.07

Σχετικά με τον χρόνο:π.μ,α.μ.

Δέκα α.μ.
Μπέζ τοίχος.
Απέραντη λευκή σελίδα
και παραμύθια από μελάνι στη παλάμη μου.
Δύο μικρές αχτίνες
(-ηλίου;)
παίζουν κάποια μελωδία ακατανόητη
στα ψυχρά πλακάκια που καλύπτουν τον πέμπτο τοίχο.
Και αν χάνονταν κάτω από τα πόδια μου,
προς το βάθος και το άπειρο,
ίσως να αποτελούσαν έναν ειρωνικό επικήδειο
-μοναχα δικό μου.
Πέντε και εφτά πρώτα λεπτά μ.μ.
Άσπρος τοίχος
είπα τα μάτια μου να κλείσω
για λίγες στιγμές.
Μα τα σεντόνια είναι βαριά και το σώμα μου
πονάνε,κρατώντας με στο τώρα.
Και ίσως,αν στο λαβύρινθο του μυαλού μου
σε κάποιο όνειρο χανόμουν,
να έμενα εκεί.
Τουλάχιστον οι τοίχοι του,
δεν θα καθρέφτιζαν μία μονάχα εικόνα.
Εννιά και δέκα πρώτα λεπτά και είκοσι δευτερόλεπτα μ.μ.
Έξω από το παράθυρο,σκοτάδι πηχτό,
να φωτογραφίζει τέλεια,
το τέλος του καλοκαιριού.
Ένα πουλόβερ,ένα παλιό τζίν,
βόλτα στην γειτονιά με
έναν φίλο και κάθε πλάκα παίρνει τεράστιες διαστάσεις,
να καλύψει κενά
Σχεδόν αστείο φαντάζει.
Εδώ,
τέσσερις μέρες από εκείνη που με κράταγες,έντεκα ώρες από τότε που σου μίλησα και
τρείς μικρες ανησυχίες.α.μ.
Ας μιλήσουμε για χρόνο.
Για τον τρόπο με τον οποίο
κάθε λεπτό που η εικόνα σου στο μυαλό μου στροβιλίζει
και γλυκά ψέμματα ψιθυρίζει στις σκέψεις μου,
πιότερο μοναχικό φαντάζει.
Για τη μικρή ή γιγλαντια μορφή των δευτεολέπτων.
Για το ρολόι που άχρηστα βαραίνει τον καρπό μου.
για όλα τα λεπτά μαζι σου,
και όλα τα λεπτά χωρίς Εμένα.

11.9.07

Παράλληλοι κόσμοι

Κυνηγώντας τα σύννεφα
έχασες το δρόμο για το σπίτι
Άδεια στενά φαντάζαν ξένα.
Πλακόστρωτα προς το τίποτα.
Ένα κόκκινο μπαλόνι μονάχα
που ερωτοτροπούσε
με ζεστά ρεύματα αέρα.
Ένα κόκκινο μπαλόνι και
ξαφνικά
μια μελωδία απλώθηκε πάνω από το έδαφος.
Αισθάνθηκες κούραση μα οι νότες σε γέμιζαν.
Και τότε,
ο δρόμος δεν ήταν πια άδειος
και το σπίτι σου
στην απόσταση φαινόταν καθαρά.
Μα όχι εκείνο,
το από συνήθεια,ένα άλλο
που στους τοίχους του εσύ καθρεφτίζεσαι.
ένα κόκκινο μπαλόνι και
ξαφνικά
φτερά απλώθηκαν από πάνω σου,
κρύβοντας σου τον ήλιο.
Ξαφνικά ένα ζευγάρι μάτια
που πονάνε σαν τα δικά σου.
Και το κόκκινο μπαλόνι,το δώρο τους.
Ένα χέρι που σε τραβάει.
Τα μάτια σου ανοιχτά διάπλατα
γαι να χωρέσουν έναν κόσμο
διαφορετικό.
Έναν κόσμο άλλο από τον δικό σου
μα πιοτερο δικό σου
από όσα την ανιαρή ζωή σου απάρτιζαν.
Τα δέντρα στον κόσμο αυτό,αγγίζουν τον ουρανό
ενώ τα κύμματα ανθισμένοι λόφοι είναι.
και η γη δεν είναι,παρα πράσινη θάλασσα.
Ξάπλωσες στο γρασίδι,
όλη την γαλάζια ομορφιά στα μάτια σου να αιχμαλωτίσεις
και κλείδωσες μέσα σου την
ελευθερία την ομορφιά και την γαλήνη.
Ένα καινούριο,
λευκό ζευγάρι φτερά,
γιατι τα δικά σου


χάθηκαν.


8.9.07

Στο μαξιλάρι μου

Στο μαξιλάρι μου κινείται τώρα
τ'άρωμα σου
και χίλιες δυο ιστορίες μου ψυθιρίζει,
γαλήνια να κοιμηθώ.
Μια φορά και ένα καιρό...
Τότε,εκεί,εκείνοι...
σπουδαίες πράξεις αγάπης,θάρρους
τόποι μαγικοί,ανέγγιχτοι από την μιζέρια.
Μέρη φανταστικά οπού βαρύτητα δεν υπάρχει,
οπου φτερά όλοι έχουν
και κάθε ήλιος που ανατέλλει,
φωτεινότερος είναι από τον προηγούμενο.

Τώρα,εδώ,εμείς...
μια ακόμη ιστορία πες μου.
Κάνε την αληθινή.

7.9.07

La Valse des Monstres

Επιλογή το να μην ματώσεις
και το αύριο σου χύνεται στους δρόμους,
που εσύ τρέχεις, ανεξέλεγκτο.
Δυο στιγμές παράνοιας και το κυνηγητό
που στο να ζήσεις οδηγεί
ή στο να βρεις τον θάνατο,κάποιο μικρό φθινόπορο.
Οι νιφάδες χθες ξέπλεναν τους πόθους σου
και στην ανυπαρξία εκείνη την βασανιστική
σε ξαναπροσγείωναν.
Μια φωνή μεγάλη,τροματκική
σαν από χείλια δαίμονα
τον αέρα πνίγει
Βγείτε απο μέσα μου.
Βήματα βιαστικά σε μικρά πλακώστρωτα στενάκια,
σαν από Ιταλία του 50 ή κάποια παραίσθηση.
Ξεχύνεται μέσα τους το πιο κρυφό σου μυστικό
και εσύ καθώς πίσω του ιδρωμένος τρέχεις
σαν να σε πονάει το κάθε χτύπημα του αέρα
από τους λυγμούς κατατρώγεσαι.
Για αυτή τη γύμνια σου δεν ντρέπεσαι,
όχι.
Σαν κάποιος ήχος που ξεφεύγει απ'ο
πνευμόνια ελεύθερα
Βγείτε από μέσα μου.
Σε κάποιο παλαιοπωλείο της παλιάς συνοικείας,
προς το τέλος του δρόμου σου καταλήγεις.
Τελευταίος σταθμός.
Μα το μυστικό σου εκεί δεν βρίσκεις.
Μονάχα,έναν παλιό θαμπό καθρέφτη.
Τι περίεργο στ΄αλήθεια οι δαίμονες που τόσα
χρόνια εσένα απειλούν
εκεί,
γύρω απ'το σώμα σου
σαν τα ρούχα αυτά τα παλιά,
να τυλίγονται.

Φόβοι

ένα μικρό ρεύμα αέρα το φιλί σου σκορπάει
και χάνεται
Μια μικρή στιγμή που μέσα της σε τραβάει
και χάνεσαι
Είσαι όλα εκείνα που ποτέ μου δεν κατάφερα να αγγίξω.
Η αγάπη μου αυτή ίσως με τρομοκρατεί και
με πνίγει περισσότερο
από τον αιώνια ύπνο.
Και όταν ξεχνιέμαι για λίγο,
και στα μάτια σου μέσα χάνομαι,
φοβάμαι.
Φοβάμαι γιατι η ιδέα του να αφεθώ σε αυτό
το μαρτύριο
με δελεάζει.
Φοβάμαι αν όχι εσένα,την αγάπη σου.

(και τώρα γλυκά με κυκλώνει,
η απόλαυση αυτή
τα μάτια σου πνίγονται στα δικά μου
ήχος,χρώματα και σάρκα πάνω σε σάρκα
και όλα εδώ αρχίζουν
μα που τελειώνουν;


Φοβάμαι.)

6.9.07

Μην μου λες τι γίνεται μετα

Στα όνειρά μου μην έρχεσαι
και τις σκέψεις μου τις μικρές,
καθημερινές,
μην τις σκορπάς.
Μου λείπεις.

Άνοιξα σήμερα,
πρώτη μέρα,
ένα παραθυρόφυλλο.
Στις σκιές θαρρώ πως σε είδα
και φοβήθηκα.
Μετά έκλαψα.
Όσο δίπλα μου στεκόσουν,
ποτέ η αγάπη σου δεν με είχε τρομάξει.

Αύριο τη φωνή σου δεν θυμάμαι
και χθες στις σκέψεις μου πετάω
σε μια δική μου,
μικρή πραγματικότητα.
Τώρα σε ύπνο παραδίδομαι για να μην πονάω.
Μου λείπεις.

Στα όνειρά μου μην έρχεσαι,
γιατί η εικόνα σου μέσα τους παράξενη μοιάζει
και το βλέμα σου δεν τ'αναγνωρίζω.
Τις σκέψεις μου, που γύρω σου δεν περιστρέφονται,
μην τις σκορπάς.
Μην μου λες μετά τι γίνεται,
να ξέρω,
δεν θέλω.
Πες μου μονάχα:
σε πονάνε αυτοί
ή τα δάκρυα που κυλούν στο προσωπό μου;
Μην μου λες μετά που θα πας.
Μην έρχεσαι στο τελευταίο μικρό,πρωινό μου όνειρο,
να μου πείς πως όλα έφτασαν το τέλος
και η εικόνα σου μ'αφήνει πίσω.
Μου λείπεις.
Το παραθυρόφυλλο μου ξανακλείνω.
Μην μου μιλάς άλλο.
Μέσα μου τώρα θα σε θάψω βαθιά,
όχι ως ανάμνηση μα
ήρωα που τον χρόνο σταμάτησε.
Μου λείπεις,
μα πίσω τώρα σε αφήνω.

Παραμύθια επιβίωσης

Ένα παραμύθι ακόμα πες μου,
για το πως η γραφή ελευθερώνει,
πως τα δεσμά του χρόνου σπάει
και στο δίαστημα εκτοξεύει ιδανικά,
μεγάλα και ωραία.
Μίλα μου για πίστη σε αξίες
και μελωδίες,
πρωτόγνωρες,
μαγικές πουόμως τα αυτία
δεν τα χαιδεύουν.
Μίλα μου για μια κραυγή που στον ύπνο σου
κάθε βράδυ ταξιδεύει
και πως εσύ,ελπίζεις
οι ώρες της αχτίνας να 'ναι λίγες,
για να σε τυλίξει πάλι.
Φωνάζει μέσα σου η ανάγκη-
ΖΗΣΕ ΜΕ
Σε σκίζει και σε πονάει.
Υποτάξου στα θέλω σου αγάπη μου.
ΑΥΤΗ είναι η ΜΙΑ η ΜΟΝΑΔΙΚΗ υποταγή
που ποτέ δεν θα σε αλλάξει.
Και μείνε εκεί,
στο κέντρο των επιθυμιών σου
με ένα άγνωστο στον κόσμο,χαμόγελο ευτυχίας
το παραμύθι να ζωντανεύεις.
Φώναξε μου
τράβα με μαζί σου στο όνειρο
ΘΕΛΩ και εγώ να ζήσω.
Αρχίνα πρώτος μονάχα.
Ένα παραμύθι πες μου τώρα,
δώσε μου
δυο τρία ψέμματα αληθινά να τα πιστέψω.
Να τα αγαπήσω.
Και αν το παραμύθι, σήμερα βράδυ,
εσύ μου πείς,
σε μια αιώνια γαλήνια στιγμή,
θα σε τραβήξω..

σκέψeiς μιας στιγμής.

Ο τόπος που πατάω είναι τόσο
ρευστός όσο τα βήματα πάνω στη άμμο.
Εγώ κενή,απογυμνωμένη απο κάθε συναίσθημα
γράφω,
σαν θλιβερός δημοσιογράφος,
περιστατικά μίας ζωης
που μεγάλη φαντάζει μόνο στα όνειρα.
Το παρόν μου,το μέλλον και το παρελθόν,
θλιβερά συνοψίζονται
σε ετούτη εδώ,
τη μικρή στιγμή μου.
Κρατάω σφιχτά το χέρι σας
μήπως και στο παρόν σας με κρατήσει
μα η δινή χρωμάτων με γοητεύει.
Δεν θέλησα την μοναξιά-
ο έρωτας της σαν ουδέτερος θάνατος
με υποβιβάζει.
Δεν ζητάω τίποτα.
Καταγράφω μονάχα
και ευελπιστώ τα λόγια μου
στο κοντινό σας μέλλον,
τον χρόνο να παγώσουν και να επιπλεύσω
μέσα στην εποχή τη δική σας.
Να ερωτευτώ μια λέξη σας,
όπως ποτέ,τίποτα,
δεν με αγάπησε.