31.10.12

Ο Θάνος, η Λίλα, η Νίκη και οι υπόλοιποι, όλοι.

Τα πλακάκια,
τα ποτήρια (τα άπλυτα)
και 3 κακτάκια.
Έκαψα έξι μήνες,

αυτό συνέβη.
Είναι μέρες, που γελάω
με την γλυκιά ειρωνεία της εξαπάτησης.
Άλλες πάλι,
παραλείπω να ποτίσω τα κακτάκια σου.

Και ακόμα  

περιμένω,
να φιλήσω στο μάγουλο
τους νεκρούς μου,
μέσα από Φωτογραφίες
και περασμένα στοιχήματα.

Στοιχήματα με το χρόνο
και το χώμα.


Να δω τα δάχτυλά τους να τρέχουν
πάνω σε ασπρόμαυρα πλήκτρα,
να ξεφυλλίζουν Κυριακάτικες εφημερίδες,
να ανακατεύουν την τράπουλα.
Ξανά και ξανά.

Και έξι μήνες,
γιατί;
Τα πλακάκια,
τα ποτήρια (τα άπλυτα)
και 3 κακτάκια.
Ο δερμάτινος, μαύρος καναπές
και η ασπρόμαυρη γάτα.
Έμεινα μισή.
Ένα πένθος,
για τους ζωντανούς,
ατελείωτο,
απέραντο.

Και θυμάμαι σ' εκείνη την διαδρομή,
μια από τις πολλές,
στους δρόμους γιρλάντες του βουνού,
να μου μιλάνε για την σημασία
του να έχεις αγαπηθεί,

ατελείωτα,
απέραντα.
Την σημασία του
να απλώνουν τα χέρια
και να σε νιώθουν.

Να σε νιώθουν, ΓΑΜΏΤΟ.

Να κάψω τα κακτάκια.
Ή να μάθω να αδιαφορώ για τα κακτάκια;
Ας μου εξηγήσει, κάποιος.

Και η δεύτερη μητέρα μου,
να γράφει κάτω κάτω στη σελίδα
της 6ης Ιουλίου του 2001,
"Ναταλία, να είσαι σκληρή" .

Και όταν την επισκέφθηκα της εκμυστηρεύτηκα πως
Έχω κουραστεί, τόσο.
Αν μπορούσε, θα απαντούσε με κάποιο καυστικό σχόλιο
περί απογοήτευσης
και μη εκπλήρωσης των προσδοκιών.

Μα δεν μπορεί.
Και εγώ προσπαθώ να δικαιολογηθώ,
σε μάρμαρα.
Το μόνο που ήθελα ήταν
Να σε νιώθουν και χωρίς ν' απλώσουν τα χέρια,
Γαμώτο.


Και όπως καθόμασταν εκεί, εγώ και οι παρηγορητικές αυταπάτες μου περί ζωής μετά... πέρασε ένας μαυροντυμένος και στάθηκε απέναντί μας. Νόμιζε, πως τα φιλιά στα χέρια χαρίζονται. Χαρίζονται...!
Ένα πένθος, για τους ζωντανούς,
ατελείωτο,
απέραντο. 



26.10.12

(Δι)εκδίκηση.

Τελευταία παράσταση.
Η αίθουσα γέμισε και άδειασε
και εγώ
δεν
ήμουν
μέσα.
Μου απαγόρευσαν την είσοδο.

Να χα δυο προβολές ακόμα
για όσα έχασα
και άλλες δυο για όσα ξεχάστηκαν.
Να χα φτερά από εφημερίδες
και μάτια,
τεράστια.
Να χωρέσουν, όλα.
Να χα πληγές λιγότερες,
παλμούς αγκάθια,
να τα υπέμενα.

Γιατί έκοψα τα χέρια απ' την ρίζα,
για να μην νιώθω απλώς ανήμπορη
-να είμαι.
Και αν ηρέμησα;
Ναι..δεν ξέρω.
Πάντως οι ώρες περνάνε ταχύτερα
και ακυρώνω συναντήσεις,
για πλάκα.

Και γελάω δυνατά.
Δυνατά
και πολύ.
Γιατί αυτό σου μένει να κάνεις,
όταν το έργο είναι Κενό
(σημασίας και συναισθήματος)
και οι χαρακτήρες εξαρτημένοι.

Χθες, με είδα να κατηφορίζω την Ιπποκράτους ανάμεσα σε σειρές τροχοφόρων με δάκρυα στα μάτια και ένα πρόσωπο ανέκφραστο. Προχθές, με άκουσα να απευθύνω παρακλήσεις (σε επανάληψη), στο κενό. Σήμερα, ένιωσα πως η ομορφιά δεν μας άνηκε Ποτέ, λιγότερο από τώρα. Και αύριο,
δεν ξέρω.
Να χα πληγές λιγότερες,
θα σας τα συγχωρούσα, 
όλα.

Μα μου 'μαθαν να μιλώ σε ρεαλιστική βάση.
Και δεν μου αφήσατε (σχεδόν) τίποτα.
Παρά μια παράλογη ελπίδα
και έναν φόβο,
αδιανόητο.

Να χα κουράγιο περισσότερο,
θα 
σας
τα
έπαιρνα,
Όλα.

Μπορεί και να αποκτήσω.
Και αν αυτό κλέβει 3 δευτερόλεπτα
απ' τον ύπνο σας,
μου αρκεί για να σταθώ στην ουρά για την επόμενη
προβολή.
Την όποια επόμενη.

25.10.12

Τα δανεικά.


Portugal. The Man - Once Was One. 

 

 

 

23.10.12

Moon in Cancer.

                                                                                               στην Φ. και στην Π.


Κυλάω κάτω από την επιφάνεια του ήχου,
χτυπώντας τις παλάμες μου,
στο παγωμένο γυαλί.
Είναι φορές,
που αφαιρώ την αλυσίδα που μου χάρισαν,
απ' τον λαιμό
και με το απειροελάχιστα μικρό διαμάντι της,
προσπαθώ να ανοίξω ρωγμές στην μελωδία.
Να ακουστούν τα ουρλιαχτά μου,
ως την απέναντι όχθη.
Αυτά,
τους ανήκουν,

όλα.

Και ύστερα,
όταν νιώθω το βλέμμα τους,
να κατηφορίζει το εξωτερικό των μηρών μου,
απεγνωσμένα καλύπτω τις τρύπες που σκάλισα,
με μασημένες τσιχλόφουσκες.

Να μην με ακούσουν.
Και κουλουριάζομαι στον πάτο.
Κλείνω τα μάτια, κρύβομαι,
τους κρύβω.
Νιώθω,
ασφάλεια
(και άλλα πλασματικά) τελοσπάντων. Είναι όμορφα,
τότε.

Η παρτίδα των αισθήσεων,
ποτέ δεν παίζεται πολιτισμένα.
-Χρειάζομαι,
να μου το υπενθυμίζουν συνέχεια.
Από τα πρώτα μου λεπτά,
Έδεσαν την μοίρα, την δική μου,
με την ανάγκη του ανήκειν
και ό,τι αυτή συνεπάγεται.

(Καθώς θα βλέπεις, δεν είχα επιλογή)

Θυσίασα την γη μου, ολόκληρη,
στον βωμό της
και μου 'μεινε η θάλασσα.
Η θάλασσα και οι αργές μέρες.

Και ρωτάς
πως.
Είναι φορές που θέλω ν' απαντήσω.
Άλλες πάλι,
μου φαίνεται

ανούσιο.

Αυτή την στιγμή,
όμως,
χτυπώντας το γυαλί, μ' όλη μου την δύναμη
προσεύχομαι,
σ' ό,τι μ' αγάπησε,
να σου δοθεί, για μια εποχή,
η δυνατότητα
να αγωνιάς
και
να νοιάζεσαι.

Αυτό, μόνο.

22.10.12

Υ.Γ.



Ι.

Την έψαχνα, από καιρό.
Ήταν μια απ' εκείνες τις φαινομενικά αθώες λέξεις,
τις διαρκώς μεταβαλλόμενες.
-Ακόμη είναι, δηλαδή. Απλώς, πλέον δεν φέρω την ευθύνη της.
Και θα μπορούσα να κατηγορήσω όσους μ' έμαθαν να αγαπώ μόνον ό,τι αλλάζει συνέχεια μορφές,
γι' αυτό το σπατάλημα, δευτερολέπτων και κινήσεων.
Θα μπορούσα, επιπλέον, να εξελίξω την σκέψη τους: Να συνειδητοποιώ οτιδήποτε σταθερό, σαν τεράστιες παλάμες, γύρω απ' τον λαιμό, απελπισμένο να μου κλέψει ιδέες και ανάσες.
Μα αν ήταν κάτι ολότελα δικό μου, ας ήταν αυτή η ήττα, τουλάχιστον. Καθαρή, αμετάβλητη και με την ουσία της ποτισμένη από τ' άρωμά μου, το φυσικό. Αυτό που αναδύει το δέρμα τα πρωινά όταν ξυπνάω, πριν μ αγγίξουν οι χημείες και η απόγνωση.

Και αν μου ζητούσαν τώρα να περιγράψω την φύση της, που δεν θα το έκαναν, δεν θα είχα καμία απάντηση να δωρίσω. Όχι γιατί δεν θα υπήρχε αντάλλαγμα- Αυτή την αυταπάτη την σκότωσα πριν προλάβει να με ζημιώσει, ανεπανόρθωτα. Απλώς, δεν θα γνώριζα.
Αυτή είναι η
αλήθεια. Η δική μου τουλάχιστον.

Ήταν μια απ' εκείνες τις φαινομενικά αθώες λέξεις,
τις διαρκώς μεταβαλλόμενες. Και φόρεσε για χάρη μου, όποιο πρόσωπο της ζήτησα. Κάποιες φορές δεν είχε καν ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Τότε,
ήταν ίσως που την αγαπούσα,
περισσότερο.

ΙΙ.

Θυμάμαι, κάποιο απόγευμα, παρόμοιο με τούτο, να παίρνει την μορφή της κούπας που θα γιάτρευε τις πληγές που άνοιξαν στο εσωτερικό του λαιμού μου, 23 ανούσιες συζητήσεις. Με το 23 να μην έχει κανένα ενδιαφέρον, παρά μόνον ίσως από στατιστικής απόψεως.
Θυμάμαι, την στιγμή που ξέφυγε απ' τα δάχτυλά μου. Τα κομμάτια σπασμένης πορσελάνης (άσπρη με λεπτά, αχνά κίτρινα, σχέδια), μύριζαν ακόμη τσάι καθώς βούλιαζαν στον κάδο.
Στα χέρια μου,
ζεστά.
Σαν να έκαιγε το δέρμα, αυτή η απώλεια.
Και στις παλάμες μου,τώρα, βλέπω τα σημάδια που μου χάραξε,
λεπτές γραμμές,
μονάχα εγώ.
Στις 3 το ξημέρωμα -κάθε 3 το ξημέρωμα- στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη του νιπτήρα και μ' επιβεβαιώνω πως αν καταφέρω να την ξαναβρώ, θα σβηστούν για πάντα. Ή έστω για λίγο. Και αυτό ακόμη, θα αρκούσε,
ίσως.

 ΙΙΙ.

Την 5η φορά που έβγαινα να την αναζητήσω
(με καθαρές σταγόνες να κυλάνε από βρεγμένα μαλλιά, στο πρόσωπο. Με δυο ψεκασμούς στους καρπούς και έναν, στον αυχένα. Με όμορφη φούστα και καλοσιδερωμένο πουκάμισο),
με σταμάτησαν στην είσοδο.

-Ξοδεύεσαι...
-Άφησέ με! Θέλω να -

Θα αρνηθώ αργότερα ότι το παραδέχτηκα, άλλα είχαν δίκιο .Τσαλακώθηκα. Λίγο εγώ ,λίγο περισσότερο η ιδέα.
Τα στενά ήταν άπειρα. Άλλα, με την άσφαλτο να καίει τέσσερις ώρες μετά την δύση. Άλλα πάλι, βυθισμένα σε χιόνι αλλόκοτο και φωτάκια να κρέμονται ειρωνικά από κάθε μισοπεθαμένο δέντρο του πεζόδρομου.
Τα πολυσύχναστα ήταν αναμφισβήτητα τα χειρότερα. Χίλια δύο προκλητικά όμορφα πρόσωπα, να κρύβουν την ούτως η άλλως αμφίβολη παρουσία της. Προκλητικά όμορφα πρόσωπα, με βρώμικα χέρια. Ήθελα να με αγγίξουν όλα και απολύτως κανένα.
Κινούμουν, με την χάρη και την ευκολία εκείνων των ανόητων, πεπεισμένων πως δεν έχουν τίποτα να χάσουν. Όχι πια, τουλάχιστον. Και αυτή η ασυνάρτητη χορογραφία συνεχιζόταν με ακρίβεια και μ' εμένα απολύτως τυφλή, ως προς το αδιέξοδο της προσπάθειας.
Με φακό χαλασμένο, κεριά μικροσκοπικά (από εκείνα που διακοσμούν τούρτες και άλλα άνοστα) και εμένα,
τόσο υπερήφανα χαμένη.
Με τον αντικατοπτρισμό μου σε βιτρίνες και παράθυρα πολυτελών αυτοκινήτων, να θρυμματίζει τις προσωρινές κατοικίες του, ίσα ίσα για να κουλουριαστεί μπροστά στα παπούτσια μου, γελώντας υστερικά με δηλώσεις μου όπως "Μα κοίταξέ με! Σήμερα είναι η τέλεια μέρα ..." ή "Δεν πειράζει, σίγουρα αύριο!"
Με την ευφορία που χαρίζει η ελπίδα, πως αν ίσως τώρα, διασταυρωθεί ξανά ο δρόμος μου με τον δικό της, θα αποτυπωθώ σ' έναν ευρύτερο χάρτη. Έναν με προορισμούς που να θέλω ν' αγγίξω.

IV.

Και ένα πρωί, ξύπνησα Ελαττωματική.
Με κυριότερο μειονέκτημα την ευπλασία των κλειδώσεών μου. Σαν από πλαστελίνη. Και πόδια σιδερένια, έρμαια κάθε πιθανού μαγνήτη. Κεφάλι από αποκόμματα και καμένο φιλμ. Μάτια αστερίες, ακουμπισμένους στον βράχο τρία μερόνυχτα. Κατακαλόκαιρο. Ξεράθηκαν τα όνειρα και
από τότε ντρέπομαι να κοιτάω στα μάτια.

Και έχτισα μια σπηλιά, αντιγράφοντας την τεχνική των κυμάτων: χτυπώντας επαναλαμβανόμενα τα κεφάλι μου στον βράχο. Και ζαλισμένη, την επίπλωσα με τα απολύτως απαραίτητα. Και την ονόμασα καταφύγιο, ή σπίτι μου ή μέρος για ν' αποσυρθώ και να περιμένω λίγο-πολύ,
Τίποτα.

V.

Και αυτές, ήταν οι καλές μέρες. Της αναζήτησης και του απόηχου της αποτυχίας. 
Ύστερα περιορίστηκα στις εξόδους,  τις απολύτως απαραίτητες. Λες και έφταιγαν εκείνες κι όχι εγώ.
Τι ανόητη ιδέα...
Στον δρόμο για εκεί (το οποιοδήποτε αναγκαίο εκεί),
κάθε γνωριμία έχτιζε ένα νέο τοίχος απογοητεύσεων,
Μέχρι που τούβλα και υγρό τσιμέντο, κατέλαβαν όλο τον χώρο που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα δικά μου πέλματα, για να διατηρώ ζωντανή την ψευδαίσθηση της ελεύθερης βούλησης.
Πίσω απ' τα πράσινα παραθυρόφυλλα, παρατηρούσα την πόλη ολόκληρη, να περπατάει λες και το βήμα της να 'χε βάρος. Και το χειρότερο:
Να χαίρομαι που δεν έχει.
Και δεν δάκρυζα πια, για πολύ συγκεκριμένους λόγους, αμέτρητους.

VI.

Τότε νομίζω με λυπήθηκε. Γιατί χορεύοντας μ’ ένα μπουκάλι Teachers στο χέρι, στην μέση μιας περιστροφής,
εντόπισα την σωτηρία, στο πίσω μέρος του δωματίου. Φορούσε το αγαπημένο της αυτοσαρκαστικό χαμόγελο.

Με πληροφόρησε, πως έκανε ένα μικρό διάλειμμα, με την πλάτη στον τοίχο.
Έτσι,
Κάθισα και εγώ πλάι της, για δυο σαρανταοκτάωρα (περίπου).

Έπειτα, αποχώρησα.

Αρχικά μου έλειψε πολύ και στην συνέχεια,
απολύτως καθόλου.

Ήταν δική μου σε κάθε περίπτωση άλλωστε.
Από τότε, στις 3 το ξημέρωμα -κάθε 3 το ξημέρωμα-  ξεχνάω πως να λέω ψέματα. Μαθαίνω να μισώ φαινομενικά αθώες λέξεις,διαρκώς μεταβαλλόμενες, απ' την αρχή.
Και τότε, μπορώ να Είμαι.
Να Είμαι, 
όντως.

21.10.12

Υπέροχα άβολο.



Ζήτησα κάτι,
Να κάνω διάλογο μαζί του,
για χρόνο, σώματα και σχήματα.
Δεν ήταν εύκολα,
τα τελευταία 662.256.000 δευτερόλεπτα, βλέπεις.

Μου θύμισαν,
πως να ξενυχτάω,
περνώντας κλωστές σε βελόνες.
Μάτωσαν οι δείκτες.
Και τώρα,
αφήνω σημάδια σε καλοραμμένα κομμάτια υφάσματος.
Κάποιο πρωί, είμαι βέβαιη,
το αίμα θα τους οδηγήσει πίσω σ' εμένα.
Θα ζητήσουν αποζημίωση ή
Κάτι χειρότερο.
Αλλά τράβηξα τον σύρτη και
ο καφές και το κρασί θα με κρατήσει για μέρες.
Οπότε,
περιμένω.

Ζήτησα κάτι ,
να μου γεμίσει το στόμα
κομμάτια πορσελάνης.
Και να μην με ενοχλεί.
Κάτι να με κάνει να δαγκώνω τα χείλη μου,
Δίχως να χρειαστεί να σκίσω 20 άχρηστα στρώματα περιτυλίγματος.
Να πονάει,
Εκπληκτικά.
(Γιατί θυμάμαι,
να στηρίζομαι στο μπαλκόνι,
παρατηρώντας την ζωή να τρέφεται από άλλα σώματα
και γω να ευχαριστώ τον θεό
και ας μην έμαθα να πιστεύω,
που ήμουν ψηλά και μακριά της.
'Η πιότερο κοντά απ' όλους- είναι ζήτημα προοπτικής.)
Ζήτησα κάτι,
Να είναι εδώ και να μου λείπει,
Ήδη.


Έντεκα και είκοσι, ακριβώς.
Χτυπάει πάλι.
Οι ώμοι καρφωμένοι στην πόρτα,
ο σύρτης στην θέση του. Δεν χρειάζομαι τίποτα,
Αφήστε με.
Ή μάλλον,

Δώσε μου δύο ώρες
Πεντάστιχων, μηρών και αντιβαρύτητας.
Να φύγουμε για κάπου, οπουδήποτε,
λίγο αργότερα.
Αλλά να φύγουμε όντως.

-Πνίγομαι.
-Υποτίθεται ότι έτσι πρέπει να συμβαίνει,
όταν ο κόσμος κουλουριάζεται μέσα σε φλούδα μανταρινιού.
Υποτίθεται.
-Μα κοίταξέ με! Κοίτα με! Μπορώ να καρφώσω κάθε βλέμμα που σέρνεται σ' αυτό το δωμάτιο, στον τοίχο. Και να μου ανήκουν όλα. Και δεν με νοιάζει.
-Ηρέμησε.
Ορίστε.
Ηρέμησα. Και Τώρα;


Αλλά πήρα δυο στροφές λάθος
Και μια σωστή
Και τα πέλματά μου πονάνε,
λίγο.
(Όπως τότε που έκανα περιστροφές, στις μύτες των ποδιών,
Με το βλέμμα καρφωμένο σε ένα σημείο,
Πολύ συγκεκριμένο,
Του καθρέφτη,
Για να μην χάσω τις ισορροπίες.)
Και η ακολουθία των χτύπων,
Μου είναι άγνωστη, ακόμα.
Και Τώρα;

Εδώ, ακριβώς, είναι ένα άλλο
Τώρα.
Το ερώτημα είναι άτοπο.
Άτοπο. Για φαντάσου... Χάνω στοιχήματα με τον χρόνο και την απώλεια.

Και εγώ,
μένω να κοιτώ 3 σελίδες κίτρινο χαρτί
Μ’ ένα στόμα γεμάτο πορσελάνη
και 21 άτοπα,
να κυλάνε πίσω από το δέρμα μου.
Να πονάω στο άγγιγμα, 
υπέροχα.
Να είσαι εδώ και να μου λείπεις,
Ήδη.


Και γάμα και τα 662.256.000. Μαθαίνω την ευγενή τέχνη του να γδύνω, μέσω της αφαίρεσης των ρούχων των δικών μου, μόλις Τώρα.