9.11.10

Μερικά πρωινά.


Και οι μέρες κυλάνε απαλά,
σαν βήματα πάνω στα χιλιοστά νερού,
που καλύπτουν τα πλακάκια.
Σαν σεντόνι πάνω στο στρώμα,
προσγειώνονται αθόρυβα.
Απλώνονται στο δωμάτιο
ομαλά. Και ξεφεύγουν από αυτό, ήσυχα. Πολύ ήσυχα.

Αργή κίνηση, με γυμνά πέλματα,
πάνω σε αργό κόσμο.
Γλιστράει από τις τραβηγμένες κουρτίνες,
μια γραμμή σωματίδια και ήλιος.
Και νόμιζες ότι προϋπήρχαν,
μα δεν μπορεί. Δεν γίνεται.

Και παίρνεις το σωληνάριο με την κόλλα,
από το τραπέζι.
Προσπαθείς να ενώσεις τα κομμάτια της
προηγούμενης μέρας. Δεν έχει νόημα,
το γνωρίζεις καλύτερα από εμένα.
Αφήνεις την χάρτινη μπάλα να αιωρείται
και νιώθω, δεν ξέρω. Ελευθερία.
Είναι τρεις στιγμές πριν την κούπα,
ντυμένες παράλογα.
Και είναι μονάχα τρεις,
μα οτιδήποτε έξω από το δωμάτιο,
τώρα και για λίγο ακόμη,
δεν υπάρχει.
Αργός, πανέμορφος μικρόκοσμος,
κάθε ξημέρωμα.

2.11.10

Μικρές μέρες, ατελείωτες.



Με κάθε βήμα,
σπάνε τα πλακάκια.
Μπότες στον πεζόδρομο και προθέσεις.
Κουραστήκαμε να μαζεύουμε συντρίμμια.
Πλέον είναι μόνο κίνηση.
Κίνηση και αποκόμματα συζητήσεων παλιών.
Και για να σου εξηγήσω τα λάθη μου,
προαίσθηση και επιλογή,
οδήγησαν εδώ ακριβώς.
Όπως και η στροφή που παίρνουμε πάντοτε,
μισό στενό αριστερά.
Μπλεγμένα μαλλιά
πλαισιώνουν μαύρους κύκλους και σκασμένα χείλια.
Για να είμαι ειλικρινής,
δεν με νοιάζει καν.
Και κάποιοι στο απέναντι τραπέζι,
γελάνε με τα μάτια,
λέγοντας Όχι σε επανάληψη.
Είναι Όλα τόσο
παράλογα.

Και έπειτα υπάρχουν και τα σεντόνια,
απλωμένα στον δρόμο,
τα κτίρια δίχως τέλος- πλέον είναι μόνο προς τα πάνω.
Το μελάνι που τελειώνει στις σωστές αρχές φράσεων.
Και κουράστηκα να απομονώνω ήχους,
να κινούμαι στις σωστές μελωδίες.
Παραφωνίες και μικροί αναγραμματισμοί,
κόβουν την τεράστια μέρα σε μικρότερες,
διασκεδαστικές. Για εμένα έστω, είναι αλήθεια.
Μα δεν είναι η ώρα, ούτε το μέρος να μιλήσουμε για
όλους τους τρόπους που είναι λάθος,
εκείνα που φαίνονται όχι και τόσο σωστά.