31.12.07

Για να αφήσω

Λουλούδι αποξηραμένο
στις σελίδες τις πολυγυρισμένες
του αγαπημένου βιβλίου
να ταν η μορφή εκείνη μέσα μου.
Θα το έκαιγα,
και στάχτη θα γινόταν.
Μα τόσο πολύ την αισθάνομαι
σε κάθε μου κίνηση
που το λουλούδι γεννιέται κάθε στιγμή
και απ' την αρχή.
Προσπαθώ το άγαλμα να λυώσω,
(Αυτο που με κοιτάζει,
πίσω απο τις ημιδιάφανες κουρτίνες,
τα μεσημέρια που χάνεσαι.)
την μορφή σου για να δημιουργήσω από την αρχή
και να την σπάσω.
Να φύγει.
Να φύγεις.
Όχι να αφήσω...

Μέτρημα

Στην ίδια στάση πάλι,
αυτό το γιορτινό δειλινό.
Ο βρεγμένος δρόμος αντικατοπτρίζει κίτρινα,
ηλεκτρικά ουράνια σώματα.
Μονάχα σκόρπιοι ήχοι
απο ραδιόφωνα που τρέχουν στην άσφαλτο.
Ακινησία πλήρης.
Στη μια παλάμη αναπαύεται
η γνώση, ζωγραφισμένη σε σελίδες Α4,
στην αλλη κρύβεται το ουράνιο τόξο.
Και στιγμή δεν έχει περάσει
-ουτε μια-
που τα αυτοκίνητα που προσπερνουν να μην μετράω.
Όλα εκτός από τα μπλε.
Πεντε,έξι,εφτά..
Άλλωτε πάλι τα παράθυρα των λεωφορείων μετράω.
Και τις πινακίδες των δρόμων.
Μετράω τα λεπτά
καθυστέρησης.
Τα δευτερόλεπτα τα μετρώ,μεχρι να συγκεντρώσω εξήντα.
Κάτι τέτοιες στιγμές,
την εικόνα σου καταριέμαι.
Τον χρόνο που μου κλέβεις,
σε σύστημα δυο δεικτών.
φρένο
επιβίβαση
σαλπάρισμα.
Άσπρα μαντήλια και ξαφνικά..
όνειρο,περιπέτεια,παραμύθι,κολώνες αρχαίες,νύχτες με γιασεμί,καλοκαιριάτικα καλοκαίρια με βροχή.

Μετά ένα σπρώξιμο και επιστροφή στο μέτρημα.
Μετράω φανάρια,
μετρώ κύκλους και τελείες.
Μετράω τα μπλε αυτοκίνητα.
(Διάλογος με τον εαυτό μου)
Πολλά πολλά δευτερόλεπτα
-άπειρα-
μετά την αποχώρηση την δική σου.
"Μπλε δεν ήταν το δικό σου;"
Πέντε,έξι,εφτά...

Photobucket

Απόσυρση.

Παλάμες στον τοίχο.
Κολυμπώντας στο μικρό δωμάτιο,
με απλωτές τεράστιες.
Οκλαδόν,τώρα, στη μέση
των έξι τοίχων,
στο ξύλινο πάτωμα.
Μάτια στον άσπρο ουρανό,
που αστέρια έχει μικρές,βαθιές ρωγμές.
Η αίσθηση όταν ξυπνάς
του να πνίγεσαι σε δάκρυα.

Σαλπάρισες (όπως κάποτε ονειρευόσουν)
σε μέρη που η πένα μου δεν φτάνει.
Δική σου ήταν η επιλογή.
Ικανοποιήθηκες τώρα;
Η ελευθερία η δική σου,η απόλυτη,
Η ελευθερία-όχι από σχέσεις αναλώσιμες-
μα από την ίδια την βαρύτητα,τον αέρα,τα κύματα,
έφερε χίλιους μικρούς,πραγματικούς θανάτους.

Σε μία γωνία του κλουβιού
κρύβομαι
Με κλειστά ακόμη τα παράθυρα,
το φως να μην το δω,
γιατί δεν μπορεί παρα διαφορετικό να είναι.
Σε μια γωνία του κλουβιού,
εγώ.
Και εσύ,
με την εικόνα σου την αγαπημένη
και οτι έχει μείνει από το άρωμά σου,
σαν εφιάλτης,
να τα ποτίζεις Όλα.

10.11.07

Και θα φύγει

Στην άκρη του δρόμου,
Ρίχνονται έξι βήματα
Απ'τον αόρατο εχθρό για να κρυφτούν.
Γελάω.
Η νύχτα σήμερα παίρνει
Τις πιο όμορφες αποχρώσεις.
Σαν ασπρόμαύρες φωτογραφίες,
Προηγούμενες στιγμές.
Εδώ δεν υπάρχουν πόζες μικρό.
Προσπαθείς παρά πολύ.

Στο βάθος του διαδρόμου
Τρομακτικα χρώματα
Μορφές ξένες και παράξενες.
Αν είναι εφιάλτης η πραγματικότητα αυτή,
Μην τις αφήσεις να με πάρουν.
Σκοτάδι.βήματα.
Ήχος μπλεγμένος:
Στην άκρη του ψάχνεις να βρεις
-τι;
Κλεισε τα μάτια.
(που πονάς;)
η απόσταση να τα φιλήσει
για να ονειρεύεσαι μίλια
και ταξίδια.
μην βυθίζεσαι στον καθρέφτη
μην κοιτάς στο βάθος
μην μιλάς ενώ δοκιμάζω τα όρια
δάγκωσε τον πόνο και θα φύγει.


Photobucket

21.10.07

Πόσα "όχι";


από τον καθρέφτη μου,
Ξεφεύγουν μικρές προτάσεις,
Σκληρές,
Που τα μάτια μου γεμίζουν
Όχι δάκρυα μα αμφιβολία.
"μείνε πίσω"
(απαιτούν)
και τα μάτια μου κλείνουν
και τις διώχνουν.
μέτρα τώρα τα λόγια μου!
ποια φωνήεντα είναι πιο όμορφα;
χάρισμα σου.
πόσες φράσεις αιρετικές χωρά,
το μαξιλάρι μου;ΠΟΣΕΣ;
Και στη βροχή που με χτυπάει λέω
ΠΆΡΕ ΜΕ,ΑΛΛΟΥ
και με οδηγεί στη παραλία,
εκείνη,που τα όνειρα μου στοιχειώνει.

[μέτραω τις σκιές,μετραω τις στάχτες,τα κύματα,μετραω τις προσευχές μου μια μια και τις ζωγραφιές μου τις πιο όμορφες,πετάω στον τσίγκινο κάδο και τις καιω.ΟΛΕΣ.
σβήσε το φεγγάρι σήμερα.
ξεδιψασε με,με αλμύρα
σε λιμάνια.
λιμάνια του ανέμου,
φίλα με,
μια τώρα στο μέτωπο
σαν αέρας ή όνειρο.]
απόψε σβήσε το πόρτατιφ.
κρύψε τις πληγές στις σκιές,
τον καθρέφτη κάλυψε με πανιά μεγάλα,άσπρα.
ΜΗ ΜΙΛΑΣ ΑΠΟΨΕ.
μην μιλάς.
πόσα όχι χωράνε
σε μια τόση δα πρόταση?

"Πες μου ένα ψέμα"

Μερικές φορές ο κόσμος τεράστιος φαντάζει
Σαν ψέμα ή ουράνιο τόξο.
Πιανω τον εαυτό μου,
Τις φορές εκείνες,
Ένα δάκρυ να ψάχνει,
Στην παλάμη σου.
Αυτό δεν είναι το τελευταίο γράμμα
Ούτε ευχή
Ούτε όνειρο.
Μονάχα μαθε,
Πως αν είχα κάπου να πιστεύω
Κάθε αγκαλιά,
Όλα τα χρώματα θα έκρυβε.

Εσυ όμως παγιδευμένος,
Στην ατελείωτη καταιγίδα
-που να αγγίξω δεν μπορώ-
Κοιτάς τις γραμμές μου αυτές
Και χάνεις σε ματιες ανόητες,
το νόημα.
Πες μου τουλάχιστον

Ένα ψέμα.

16.10.07

ΣΥΓΧΩΡΑ ΜΕ

Σε λέξεις με γράμματα αδειανά,
πάλι,
βρίσκω τον εαυτό μου εγκλωβισμένο.
Προτροπές ανούσιες,
αφιερώσεις που τίποτα δεν σημαίνουν.

ένα όνειρο πάλι-
Μια μικρή τουλίπα.
Όχι,λάθος.
Ένα λιβάδι με τουλίπες
και στην άκρη του ένα παγκάκιβρεγμένο
από την πρώτη φθινοπωρινή βροχή.
Εκεί,
καθισμένοι όλοι μου οι φόβοι,
την θάλασσα λουλουδιών περιμένουν να διασχίσω.
Στα χέρια μου ένα χάρτινο μικρό καραβάκι
από σελίδα τετραδίου.
Στα χέρια τους
ένα μικρό χάρτινο τίποτα,
που όλα τα δάκρυα του ήλιου
δημιουργουν.
[Το χαμόγελο εκείνο της γαλήνης διώξε.
το φοβάμαι.
Με κοιτάζει,
έτσι απλά,
γλυκά,
σαν γιασεμί στο στενό του αυγούστου,
όταν οι χειρότερες σκέψεις που γεννάω
το χτυπούν σαν σφαίρες.
Μου χαιδεύει το βλέμα,
όταν οι βελόνες οι δικές μου
ματώνουν τα μάτια του.
Ούτε ενα δάκρυ να μην δω.
Ούτε ένα.]
Πλησιάζω το παγκάκι
Τα χείλη εκείνα
τα ήρεμα με το χέρι μου πάω να αγγίξω
και το χαμόγελο σβήνεται.
Το μικρο,χαρτινο τίποτα,
χάνεται.

Στο δεξί μου χέρι μια λιμνούλα.
Την πλησιάζω με αργό βήμα.
Κάτω από πάνινα παπούτσια,
λυώνουν οι τουλίπες.
Συγχωρέστε με.
ΣΥΓΧΩΡΑ ΜΕ.

ακουμπώ τη σελίδα του τετραδίου μου,
γράμμα διπλωμένο,
καραβάκι μου,
Στην ακτή της λιμνούλας.
Η λιμνούλα,
θάλασσα γίνεται.
Και το γραμματάκι το δικό μου,
που αναπνοή "γαλήνια"
θέλησα να κάνω,
Ξύλινο γίνεται.
Τα πανιά του οι λέξεις μου
και από το νερό παρασύρεται.
Προλαβαίνω να σε δώ στην αντιπερα όχθη
στην αγκαλιά σου να το κρύβεις
και μετά η εικόνα χάνεται.


ΣΥΓΧΩΡΑ ΜΕ.
ότι θες.
ότι
θες.
μονάχα σβήσε το χαμόγελο εκείνο
και με ένα δάκρυ το μάγουλό μου χάιδεψε.

13.10.07

Γράμμα στη βροχή.

Στην παλάμη σου δυο τρεις σταγόνες
δεν θα τις αφήσω να σ'αφήσουν.
Ταξιδεύουν στην παλάμη σου
σαν το μικρότερο μου ψέμμα
"Οχι"
Δεν φεύγω.
Όχι αυτό το μικρό απόγευμα.

στην στάση απόγευμα αργά,
που το φως βυθίζεται
πίσω από το γυάλινο κάστρο,
ένα μικρό συννεφάκι
και μια σταγόνα.
Όχι η μικρή φθινοπωρινή καταγίδα,
μα οι μελωδίες στα ακουστικά σου
σε πνίγουν.
Θάνατος των στιγμών
και όλες οι ρόδες γράφουνε
φράσεις και ονόματα.
Μια κυρία στα μαύρα
"μην θρηνείς τα όμορφα"
Λέξεις στο πίσω μέρος μια κάρτας
Διάβασε την.
Ξανά.
Το λεωφορείο να μην έρχεται
και το άρωμα σου να μπλέκεται
με το νερό
και να θυμίζει.
"Τα πιο όμορφα πράγματα
στις πιο σκληρές σου ώρες"

Το πάνινο ζευγάρι παπούτσια
βαρύ κάνει το βήμα σου
Και την παραμονή σου στην στάση να χαιδεύουν
μικρές,γλυκιές ανασφάλειες.
Ακους τις φωνές πάλι να στροβιλίζονται
γύρω από καταστάσεις.
Τα γράμματα σου
στο πίσω μέρος μια κάρτας.
Διάβασε την
Ξανα.

Στο τέρμα του λεωφορείου
τα όνειρά σου
περιμένουν
δυο τρείς λέξεις σκληρές
πραγματική να την κάνουν.
Τα μαλλια βρεγμένα
το χαμόγελο υγρό.
Άκουσε τις φράσεις σου,
Πριν το βρεγμένο γραμματοκιβώτιο αγγίξεις
και τα χρώματα
από το πιο όμορφο ουράνιο τόξο
-λέξεις
γλυστρίσουν
στη σχισμή.

στην παλάμη σου σταγόνα
δεν θα την αφήσω να σ'αφήσει.


Photo Sharing and Video Hosting at Photobucket

6.10.07

Το πορτατίφ και ο μεγάλος ύπνος.

Μην σβήνεις το φως,
σε παρακαλώ,
τον ύπνο τον φοβάμαι.
Άσε τις σκιές παιχνίδια να σκαρώνουν
στον τοίχο που ακουμπάει το μαξιλάρι μου.
Φοβάμαι τον ύπνο τον μεγάλο,
ένα μικρό κεράκι άναψε
ή το παλιό πορτατίφ,
σε παρακαλώ.
Αν το σβήσεις,
φοβάμαι,
όταν ξυπνήσω την αγκαλιά σου πια,
δεν θα θυμάμαι
πόσο όμορφο το πρόσωπο σου φαίνεται
στον ήλιο του δρόμου με τα δέντρα.
Μην μου κλέψεις ούτε μια αχτίνα.

[Πριν κοιμηθώ παραμύθια θα σκαρφιστώ
για τις ρωγμές στον απέναντι τοίχο,
θα φανταστώ πως σε ένα τεράστιο άσπρο αερόστατο,μέσα,
γίνομαι ένα με τα σύννεφα,
την ιστορία του κόσμου θα σχεδιάσω από την αρχή
και για κάθε μελωδία που στο μυαλό μου εισβάλει,
στίχους νέους θα βρώ να με εκφράζουν καλύτερα.
Όταν τα αντικείμενα του δωματίου αυτού,
με τα μάτια μου τα χαιδέψω όλα,
τότε θα κοιμηθώ.
Μην μου σβήνεις το φως λοιπόν.]


Photo Sharing and Video Hosting at Photobucket

Δεν θα θυμάμαι.

άσπρο μαντήλι

Στην άκρη της προβλήτας χάνω τα όνειρα
δυο βήματα,
-οχι τέσσερα,στην άμμο.
Η επιφάνεια,αναταραγμένη,
τη θολή νύχτα δεν αντικατοπτρίζει.
Στα υπόγεια ρεύματα
τα θέλω και τα μπορώ
-ο μικρός σου,πονηρός μονόλογος,
να στροβιλίζεται.
Θα τον φυλάξουν καλά κρυμένο,
τίποτα να μην πληγώσει.
Στο ορκίζομαι.
Δεν είναι αντίο,
είναι μοναχά απόδραση.

Κλωνάρια μικρά να λυγίζουν στον άνεμο,
απογυμνώθηκαν από τα άνθη τους,
τώρα,
λίγο πριν την αρχή του πιο μεγάλου χειμώνα.
και ο πιο γλυκός ήχος θρωίσματος
περπατάει στην ξύλινη προβλήματα τωρα,
συνοδεία οι λέξεις τους,
που πιότερο λογικές πέφτουν στα αυτιά σου,
από τα μεγαλύτερα τα λόγια.
Τώρα η επιφάνεια ήσυχη για να αποκαλύψει
αστρική σκόνη που αγκαλιάζει το πρόσωπο το δικό σου.
Στα μάτια μην κοιτάς τον ήχο.
Μην φιλάς τις λέξεις.
Το νερό δεν θα σε σώσει όταν από
πάνω το κοιτάς.
Κόκκινα μάτια
και τρεις τέσσερις λυγμοί.
Κλάψε για την ομορφια
ενός γλυκού θανάτου.

Σήκω αγκάλιασε με χέρια
μεγάλα σαν φτερά
τον αέρα της στιγμής αυτής.
Απομακρύνσου από την προβλήτα.
Μάταια περίμενες.
Ένα δάκρυ τελευταίο σου επιτρέπω μονάχα.
Μια στάλα χαράς
γιατί ίσως το χάρτινο καραβάκι
να φοβήθηκε επιβάτες να πάρει
και καλύτερα θα είναι έτσι.

Περπάτα τώρα πάλι στην άμμο.
Παρέα με παλιά είδωλα.
Από εδώ και πέρα όχι δάκρυα.
Όχι τίποτα.
Δύο χέρια να σε τραβήξουν σε ένα παρελθόν
που ίσως να πονέσει
μα τουλάχιστον είναι εδώ.

Χίλιοι μικροί θάνατοι,
ξανά και ξανά.
Ο τελευταίος ήλπιζα πως θα σαι εσύ
-Το καραβάκι το χάρτινο,
σε έναν άλλο κόσμο να με οδηγήσει.

Απομακρύνσου από τη προβλήτα μα από την ακτή μην απομακρύνεσαι.
Ούτε ένα δάκρυ.
Ησύχασε.
Και άφησε το παλιό τραγούδι που αγάπησες,
στα χέρια του να σε αποκοιμήσει.
Άφησε το παλιό τραγούδι,
φεγγαρόσκονη,
στο χέρι σου να 'ναι
να ταξιδεύει
και να σε ταξιδεύει.





Photo Sharing and Video Hosting at Photobucket







14/4

5.10.07

Χάρτινο καράβι.

Ένα μικρό τραγουδάκι
να ξεφεύγει από μπλέ γραμμές
Και σπασμένα μολύβια.
Να ξεφεύγει από τα χείλη μου σαν κραυγή,
και από απόκρυμνους γκρεμούς,
άμμο να γεννάει.
Μουρμουρητό
επειδή οι σκέψεις πρέπει να είναι σιωπηλές
και ας μην χορταίνει
η αυγή την παιχνιδιάρικη λαλιά τους.
Ας μην χορταίνει η ψυχή σου με αυγή.
Δεν κλείνει "επίσης" ούτε "στη συνέχεια"
η ξέφρενη αυτή παρέλαση ιδεών.
Ούτε τελείες ανούσιες.
Και ένα μικρό παιχνίδι να δούμε
ένα παζλ παράξενο αν να λύσεις μπορείς.
Στα χέρια ανάμεσα αναπνέει ο ψίθυρος του δάσους
και τη σελίδα μου,
καράβι την φαντάζομαι
τα ποταμάκια στις ακρες του δρόμου να σχίζει
χωρίς να πονά.
Κυλάω σε όλες τις λέξεις που τόσο φοβάμαι να λεω.
βυθίζομαι.
-Όχι σε κάποια ένδοξη λαμπρή
ναυμαχία.
Εγώ και οι σκέψεις μου,
μικρό χάρτινο καράβι.

Έτσι απλά,σαν παιδικό παιχνίδι
στου ήλιου σαν την ζάλη,

Βυθίζομαι.


Photo Sharing and Video Hosting at Photobucket





......

4.10.07

Γιασεμί

άρωμα από γιασεμί
"που"
Εκεί,
σε ένα μικρό σπιτάκι
με κουρτίνες,
καρό κόκκινες.
Ένα τραπέζι ξύλινο,
σηκώνει τις σκέψεις μου.
Σε κάποια γωνιά,
σκόνη.
Και πάνω από την κούπα την γκρί
αχνός σε ρυθμούς ανατολίτικους.
Χτύπος στην πόρτα επίμονος
-ανάμνηση.
Έδω τώρα τίποτα
κανείς
Επισκέπτης από φύλλα
και αυταπάτες στο κατώφλι.

άρωμα από γιασεμί.
"τι"
Εκεί τη μοναξιά περιπαίζουν τα δάχτυλα
-τόσο αλαζονικά
σε χαρούμενες μελωδίες στροβιλίζονται.
Πεντάγραμμο, αποξηραμένο γεράνι
και στον τοίχο να πετούν καράβια,
με πανιά ορθάνοιχτα.

Το τζάμι του παραθύρου
θολωμένο
τα χείλη του να ακουμπά
στα μάτια του πιο όμορφου κήπου.
Τελευταία εικόνα,
τελευταίος ήχος
τελευταία επιθυμία

όλα φτάσανε στο τέλος τους.
πνίγηκαν στο άρωμα απο γιασεμί.
πνίγηκαν μέσα μου.


Photo Sharing and Video Hosting at Photobucket

στους δρόμους σας

Δυο τρεις ήχοι
Τοίχοι γκρί και μπέζ
και οθόνες
πίνακες λαμπροί
και όσοι δρόμοι πλέουν προς το νησί
μικροί είναι και φανταχτερά όνειρα δεν χωράνε
τέσσερις μικρές αναπνοές
δυο χέρια και μια σανίδα¨
αλήτης στο δρόμο
και να προσεύχεται
(μουρμουρητό)
στις άκρες του δρόμου,
κίτρινα φύλλα
αποτσίγαρα
και κουτάκια κοκα κόλας.
Φωτεινές πινακίδες
λεωφόρους λαμπρούς να αποκαλύπτουν
ποιός ξέρει τα ψέμματα τα καλύτερα να λέει
και ποιος τα μεγαλύτερα;
ένας ήχος πλατύς,
ήχος άσχημος,
τα ρουφάει όλα
και
όλα εκεί τα οδηγεί:
σε ένα παράθυρο μικρό.
Μα εκεί,
στο παράθυρο που με το χώμα φλερτάρει,
μόνο σιωπή.
Σιωπή
και προσευχή.


Photo Sharing and Video Hosting at Photobucket

24.9.07

Όταν σβήνουν τα φώτα.νοήματα ημιτελή.

ΑΥΤΗ είναι η κόψη του ξυραφιού (γελάω με τον εαυτό μου). Πιο πέρα δεν έχει. Μία σκέψη, δυο τρεις στίχοι-και τώρα, τι; Μερικές φορες (αλλά μην το πείς), νομίζω πως μοναδική πηγή της μοναξιάς μου είναι οι σκέψεις μου, που με τραβάνε στο μαύρο, ακόμη και στις καλύτερες των στιγμών. Τρέλα το είπαν. Δεν είναι. Μονάχα ανασφάλεια. Νομίζω πως αν βυθιστώ σε κάποιο όνειρο, όλα θα είναι πιο απλά. Επιλέγω αυτό το όνειρο να είναι με την αντανάκλαση στον καθρέφτη σου και στη ζωή την τρισδιάστατη.

Η απάντηση σε τρεις χιλιάδες ερωτήσεις, δεν είναι "έτσι", δεν είναι "δεν ξέρω" είναι η ίδια η ερώτηση. Σκέψου το αγάπη μου. Η αλήθεια δεν βρίσκεται σε ένα παράθυρο που την ασχήμια του κόσμου αποκαλύπτει. Δεν βρίσκεται σε λόγια για το φεγγάρι, ούτε για την αγάπη. Ούτε σε μελωδίες που χάνονται σε πλακόστρωτα και παρασέρνονται μέσα σε κάποια ζάλη. Σε αγαπάω με όλη την έκταση της σκέψης μου- μην το αμφισβητείς ούτε σε εμένα ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό. Με την καμπύλη του πρώτου σωστού α στο δημοτικό. Με το πρώτο τραγούδι που με έκανε να κλάψω. Δεν βγάζουν νόημα τα λόγια μου. Σε αγαπάω σαν αγκαλιά που τη ζέστη μέσα κλείνει, τρέφεται από την καρδία μου και την καρδιά μου ξεδιψάει. Δεν έχει να κάνει με λόγια πλεον, γιατί σε αγαπάω όσο μια μισοτελειωμένη πρόταση - .Μία που φωνάζει "ΜΕΙΝΕ ΔΙΠΛΑ ΜΟΥ" και η υπόλοιπη χάνεται στον ήχο.
Ακριβώς σαν μία ημιτελή συμφωνία,
λίγο πρίν ή λίγο αφού έχουν σβήσει τα φώτα.


23.9.07

Όταν σβήνουν τα φώτα

Οι σκέψεις μου μεθυσμένες, ξαπλώνουν κάτω από το καλοκαιρινό πάπλωμα. Αν το κρύα μου χέρια σε άγγιζαν μπορεί να φοβόσουν. Και μου είχαν πει κάποτε για έναν τόπο χωρίς αγωνίες, χωρίς ανασφάλειες, χωρίς αναστατώσεις. Χωρίς φόβο. Δεν είμαστε εμείς γι αυτά. Η σιωπή μας αγγίζει τους ανθρώπους όταν τον πόνο τους μας τραγουδούν για να βρούν την ελευθερία. Η ίδια η σιωπή εκείνη, το είδωλό μας,ρίχνει βίαια στον καθρέφτη και τον σπάει. Μαζί σου πάλι, δεν υπάρχει σιωπή. Ακόμη και όταν στα μάτια σου χάνομαι τρεις χιλιάδες όνειρα και σκέψεις πίσω από τις κόρες σου πετάνε. Αναστάτωση. Αίσθημα ζωής να με βγάλει λιγο από τη μιζέρια της ρουτίνας. Και είναι αληθινά περίεργο, γιατί όταν δίπλα μου δεν σε έχω την μοναξιά φοβάμαι μην με γεμίσει μόλωπες, ξανά. Μα όταν πλάι μου ανασαίνεις, πάλι φοβάμαι, πως θα σε χάσω μέσα στα ζεστά κύματα αέρα και κάποιος μακρινός στίχος θα γίνεις.

Ένα απέραντο, άχαρο, χωράφι με άγρια στάχυα, η ζωή,απλώνεται μπροστά μου. Στάχυα της θλίψης,της οργής. Και άλλωτε καθαρά από το παράθυρό μου φαίνεται το χωράφι το φρικιαστικό και άλλωτε πυκνή, σχεδόν συμπαγής ομίχλη από πάνω του απλώνεται και το νερό τα δάκρυα ξεπλένει.Δεν υπάρχουν λουλούδια να ανθίσουν. Μονάχα θλιβερά αγριόχορτα με μπουμπούκια μικροσκοπικά που σαν πάνε να ανοίξουν, ήδη στα μάτια μου, νεκρά είναι. Πέφτουν τα πέταλα τους στον χώμα και λυώνουν. Και χάνονται. Μικρά, νεκρά βρέφη. Όλες μου οι ιδέες. Τα μάτια μου να άλλοιφα με τον θεικό πολτό τους,όλα όμορφα να μου φαίνονται. Όμως τίποτα.

Και τώρα να στο ψιθυρίσω μωρό μου, το πικρότερό μου μυστικό: Όσο τίποτα θα ήθελα να έβλεπες εσύ- μόνον εσύ, την εικόνα εκείνη τη φρικτή του θανάτου. Ίσως τότε να καταλάβαινες τι με κάνει να κλαίω τα βράδια. Όμως είναι αδύνατον. Εσύ και η εικόνα αυτή δεν συνυπάρχετε. Όταν είσαι εδώ, η σωτήρια ομίχλη εκείνη είσαι και το χωράφι από κάτω σου εξαφανίζεται. Βυθίζεται στα άδυτα.

Θέλω να ξέρεις πως κάνεις λάθος αν νομίζεις πως η λύτρωσή μου είσαι- μια απλή μποτίλια, τις πίκρες του κόσμου να διώξει. Όταν σβηνουν τα φώτα, ο πόνος που μου χαρίζει η σκέψη σου, ο μεγαλύτερος είναι. Μα είναι πόνος που τον θέλω, που τον αποζητώ. Που η ψυχή μου πάνω του αν δεν πλέει, τον βυθό χτυπά και χάνεται. Εναλλακτικά, επιλέγω να χάνομαι στα μάτια σου και μια γελυση πικάντικη να προσίδει στη ζωή μου η αναμονή. Το διαρκές περίμενε, για τη στιγμή που ένα λουλούδι στον αέρα θα προλάβει να χορέψει για λιγάκι, πριν το έδαφος φιλήσει και εξαφανιστεί. Λίγες αραιές στάλες χιόνι για να βυθιστώ στο απέραντο γκρί. Όχι στο άσπρο, δεν ξέρω αν στο έχω πεί ποτέ μα στο φοβάμαι το απέραντο άσπρο χρώμα.Θυμίζει κάτι διαδρόμους νοσοκομείων κάτι μαργαρίτες κάτι γραμμές διακεκομμένες στην μεγάλη λεωφόρο που μετρούσα ξανά και ξανά μέχρι που τα μάτια μου πονούσαν και όταν έχανα το μέτρημα γέμιζαν δάκρυα.

Μα από το θέμα μου ξέφυγα..Κοιτάω έξω από το παράθυρο. Ξέρεις ψάχνω μερικές φορές στα λόγια σου νοήματα να βρώ κρυμμένα,δυο λέξεις που να υποδηλώνουν την παραμονή. Χαζή ιδέα το ξέρω-μην με μαλώνεις. Τώρα στέκω με τη πλάτη προς το παράθυρο. Προσπαθώ τα λόγια μου πάλι να χωρέσω σε προτάσεις αγάπη μου και απογοητεύομαι γιατί δεν μπορώ. Δεν μπορώ. Δεν μπορώ όσες φορές το σ'αγαπώ και αν επαναλάβεις.

[Και στ' αλήθεια πια δεν ξέρω αν θα έρθει η ευτυχία να με βρεί σαν ένα δάκρυ σε αστρικό μαξιλάρι ή σαν μια γαλανή, ατέλειωτη σιωπή.]

Και η απάντηση σου
Όταν σβήσουν τα φώτα

20.9.07

χώρα του ΟΖ

ο άνεμος χαιδεύει την ανάμνηση
και όλα μοιάζουν πιο σκοτεινά,
πιο όμορφα.

Ένα ζευγάρι μπορντό παπούτσια
και ένα άσπρο φόρεμα από λεπτή δαντέλα.
Σύννεφα μαύρα,
κούνιες με αόρατους καβαλάρηδες
και ο άνεμος δυναμώνει,
αγριεύει.
Τα μαλλιά μπλεγμένα
και οι πρώτες στάλες βροχής
παίζουν μαζί τους και μυστικά μικρά
τους λένε.
Στον αέρα ταξιδεύει άρωμα από
μέλι και βανίλια
και μέσα του το κορίτσι ταξιδεύει.
Ξάφνου,
ανήμερο θεριό,
μπαραλίνα που στροβιλίζει ατέρμονα
σχίζει τις απέραντες εκτάσεις απο σιτάρι.
Άσπρο φορεματάκι,μπορντό παπούτσια
βιάζουν το χωμάτινο μονοπάτι
και το θεριό πλησιάζει.
Μικρό σπιτάκι με στέγη από ζάχαρη και φωτιά
ανοίγει την πόρτα του
και μέσα του η μικρή κρύβεται.
έξω από το παράθυρο ο μικρός κήπος αναστενάζει
έξω από το παράθυρο τώρα μονάχα κύματα αέρα
και στα σύννεφα ανυψώνεται.
Ο φόβος είναι που στη γη σε κρατάει.
Μα μέσα του αν βρεθείς
η μελωδία του πανέμορφη,πρωτάκουστη
σε κάνει
να την ερωτευτείς.
Μια άλλη Ντόροθυ
Και ο μάγος του Οζ ίσως κάπου ανάμεσα στα σύννεφα
σε χώρα τρομακτική να βρίσκεται.
Μια αναπνοή
και το ταξίδι μέσα σου με συναρπάζει
χαράζωντας τ'όνομα μου στο πιο βαθύ γαλάζιο.
Μια μονάχα αναπνοή
και μέσα στην τρέλα
και της βροντής το πανέμορφο ουρλιαχτό,
τρελό χορό στήνει το είδωλό μου με τις σκέψεις μου.
Και με ένα άγγιγμα στολισμένο από μπλε φωτάκια
και άρωμα φθινοπώρου,
γεννιέμαι από την αρχή.
Μα πραγματικά δεν ξέρω αν
ο ανέμος είναι,
τα σύννεφα που με καίνε,
ή οι τέσσερις αυτοί τoίχοι που με αγκαλιάζουν,
που στην χώρα αυτή την μαγική
μ'οδηγούν.
ξανά και ξανά

18.9.07

εσύ κάθεσαι στην άκρη κάποιου κύμματος
με απλωμένα χέρια
και εγω δειλά κρύβομαι
πίσω απο την απαίσια εκείνη ομίχλη
σαν να προσπαθώ
οχι ακριβώ να ξεφύγω απο εσένα
αλλα να καταργήσω τις σκέψεις σου.
Σαν κοπάδι που στο γκρεμό οδηγείται,
από τον κακό λύκο να ξεφύγει.
"Η ψυχη είναι αναλώσιμη"
Και στα αυτιά σου τόσο όμορφα ηχεί.
Και ίσως,
όταν το μυαλό μου έχεις μεταλλάξει
σε κάτι τρομακτικό και άσχημο
όλα πιο εύκολα να σου φανούν.
Και ακόμη δνε ξέρω αν την μορφή σου πρέπει να φοβάμαι
ή το είδωλό μου που μέσα στον καθρέφτη σου,
έμαθε να κατοικεί.

Και τέρας υπομονής να στέκεται δίπλα μου,
ένα άλλο εγω,
περιμένωντας την λύτρωση
και λέγοντας λόγια φιλικά,
λόγια αγάπης και φροντίδας.
Το σιχαίνομαι το άλλο εγώ
και από την ψυχή μου θα το ξερίζωνα
αν την καρδιά μου
δεν περιέβαλε.

Σε κάποιον άδειο δρόμο πετάγεται ξαφνικά μια μαυρή γάτα την τύχη να αλλάξει και αν ίσως ο ήλιος έλαμπε πίσω από τον τηλεφωνικό θάλαμο στις σκιές να μην έχανα την φωνή σου.

Δεν με καταλαβαίνω πια.
Και πονάει.

16.9.07

Στην άλλη πλευρά.

Σε ένα παραμύθι δίχως τέλος
-Τέσσερις γραμμές,δυό φτερά
Άγγελος τα χείλη μιας κοπέλας αγγίζει
και εκείνη,τον ουρανό ερωτεύεται.

Θα σε συναντήσω στην άλλη πλευρά
-εκεί που τα όνειρα μου με την ασφάλεια μπλέκονται.
Εκεί που δεν είμαστε εμείς,
με τις μικρότητες και τις ανοησίες μας.
Μα κάτι άλλο.
Ένα εναλλακτικό εμείς.
Σε κάποιο μικρό καφέ
στα πλακόστρωτα του κέντρου της πόλης
θα σε γνωρίσω από την αρχή
και θα συνηθίσεις τα κακόγουστα αστεία μου.
Εγώ θα σε μάθω το είδωλό σου
στην άμμο να ξεχωρίζεις
και εσύ θα κάνεις έρωτα μαζί μου
και θα μου δείξεις πως να πετάω,
για να σε ακολουθώ
όταν πονάς,
στα μοναχικά μακρινά ταξίδια σου.

Τόσο απλό,
όσο ένα πρώτο φιλί που καίει σαν αλκοόλ
και μία ελεύθερη πτώση από μέρος που αγγίζει τα σύννεφα.
Αν σου ζητήσω να τα χωρέσεις σε μία εικόνα
μία μικρή φωτογραφία,
κάτω από το μαξιλάρι μου να την τοποθετήσω και
αστέρια να ονειρεύομαι
θα το κάνεις;

Όταν τα χέρια μου γύρω σου απλώνω
και το μάγουλό μου την καρδιά σου αγγίζω
θα ήθελα να ήξερα,πως εκείνη ακριβώς τη στιγμη,
μπορείς να νιώσεις,
πόση αγάπη χωράει μια αγκαλιά.
Και όταν τον κόσμο
ζητάς πίσω να αφήσεις
φαντάσου κύμματα χωρίς ακτή.
Κύμματα που σκάνε στο τίποτα
και τότε θα ξέρεις πόσο
πόνο περικλύει ο θάνατος ενός αγγέλου.
Μην φεύγεις.

φύλαξε ένα χορό ακόμη για εμένα,
τυλιγμένο σε μελωδίες αγαπημένες.
Κάποιες νότες να με οδηγουν σε εσένα πάλι
όταν σε χάνω ανάμεσα σε γραμμές
βαρετών ποιημάτων.

Άγγελος τα χέιλη μιας κοπέλας αγγίζει
και εκείνη οτι ακουμπάει η ψυχή του ερωτεύεται.

15.9.07

Δεν είναι αρκετά

Κρύες σταγόνες που το μαξιλάρι μου τρυπάνε
σαν μικροί φόνοι
μάλλον το δικό σου δεν αγγίζουν
και θα ήθελα να ξέρεις
πως το όραμα στο παραμύθι
παρερμηνεύεται
και όλα μικρά και ευτελή μοιάζουνε.
Έτσι θα θελες να είναι η αγάπη μου
αδιάφορη για την πορεία τη δική σου;
Στεγνή απο συναίσθημα;
Πονάει όταν απλώνεις τα χέρια σου
και η μορφή εξαφανίζεται πίσω σε κάποιες κίτρινες σελίδες.
Είσαι εσύ στην πραγματικότητα;
το είδωλό σου στον καθρέφτη;
ή λίγες γραμμές μπλεγμένες που το νόημα κρύβουνε;
Τα όνειρά μου τα μεγαλύτερα θα απαρνιόμουν φτάνει να ξερες.
Χάνομαι στις λέξεις τις δικές σου
κάποιο σημάδι ευτυχίας να βρω
Κάποιο σημάδι πως ζεις
όχι μόνο απέναντι μου
αλλα μέσα σου.
Μάταια.
το σ'αγαπάω απ'οτι φαίνεται μικρό και ανούσιο είναι.
Δεν θα το λέω
Θα το σκέφτομαι μονάχα
Ξανά και ξανά
μέχρι να βυθιστεί μέσα μου
και να χαθεί.
Ας χάθεί η ψυχή μου
ας σβηστεί η αγάπη μου



arkei na koitaxeic ec mia
fora monaxa tn eauto sou
stis photografies sou
kai na anagnwriseis
estw kati mikro
kati ligo.

13.9.07

Σχετικά με τον χρόνο:π.μ,α.μ.

Δέκα α.μ.
Μπέζ τοίχος.
Απέραντη λευκή σελίδα
και παραμύθια από μελάνι στη παλάμη μου.
Δύο μικρές αχτίνες
(-ηλίου;)
παίζουν κάποια μελωδία ακατανόητη
στα ψυχρά πλακάκια που καλύπτουν τον πέμπτο τοίχο.
Και αν χάνονταν κάτω από τα πόδια μου,
προς το βάθος και το άπειρο,
ίσως να αποτελούσαν έναν ειρωνικό επικήδειο
-μοναχα δικό μου.
Πέντε και εφτά πρώτα λεπτά μ.μ.
Άσπρος τοίχος
είπα τα μάτια μου να κλείσω
για λίγες στιγμές.
Μα τα σεντόνια είναι βαριά και το σώμα μου
πονάνε,κρατώντας με στο τώρα.
Και ίσως,αν στο λαβύρινθο του μυαλού μου
σε κάποιο όνειρο χανόμουν,
να έμενα εκεί.
Τουλάχιστον οι τοίχοι του,
δεν θα καθρέφτιζαν μία μονάχα εικόνα.
Εννιά και δέκα πρώτα λεπτά και είκοσι δευτερόλεπτα μ.μ.
Έξω από το παράθυρο,σκοτάδι πηχτό,
να φωτογραφίζει τέλεια,
το τέλος του καλοκαιριού.
Ένα πουλόβερ,ένα παλιό τζίν,
βόλτα στην γειτονιά με
έναν φίλο και κάθε πλάκα παίρνει τεράστιες διαστάσεις,
να καλύψει κενά
Σχεδόν αστείο φαντάζει.
Εδώ,
τέσσερις μέρες από εκείνη που με κράταγες,έντεκα ώρες από τότε που σου μίλησα και
τρείς μικρες ανησυχίες.α.μ.
Ας μιλήσουμε για χρόνο.
Για τον τρόπο με τον οποίο
κάθε λεπτό που η εικόνα σου στο μυαλό μου στροβιλίζει
και γλυκά ψέμματα ψιθυρίζει στις σκέψεις μου,
πιότερο μοναχικό φαντάζει.
Για τη μικρή ή γιγλαντια μορφή των δευτεολέπτων.
Για το ρολόι που άχρηστα βαραίνει τον καρπό μου.
για όλα τα λεπτά μαζι σου,
και όλα τα λεπτά χωρίς Εμένα.

11.9.07

Παράλληλοι κόσμοι

Κυνηγώντας τα σύννεφα
έχασες το δρόμο για το σπίτι
Άδεια στενά φαντάζαν ξένα.
Πλακόστρωτα προς το τίποτα.
Ένα κόκκινο μπαλόνι μονάχα
που ερωτοτροπούσε
με ζεστά ρεύματα αέρα.
Ένα κόκκινο μπαλόνι και
ξαφνικά
μια μελωδία απλώθηκε πάνω από το έδαφος.
Αισθάνθηκες κούραση μα οι νότες σε γέμιζαν.
Και τότε,
ο δρόμος δεν ήταν πια άδειος
και το σπίτι σου
στην απόσταση φαινόταν καθαρά.
Μα όχι εκείνο,
το από συνήθεια,ένα άλλο
που στους τοίχους του εσύ καθρεφτίζεσαι.
ένα κόκκινο μπαλόνι και
ξαφνικά
φτερά απλώθηκαν από πάνω σου,
κρύβοντας σου τον ήλιο.
Ξαφνικά ένα ζευγάρι μάτια
που πονάνε σαν τα δικά σου.
Και το κόκκινο μπαλόνι,το δώρο τους.
Ένα χέρι που σε τραβάει.
Τα μάτια σου ανοιχτά διάπλατα
γαι να χωρέσουν έναν κόσμο
διαφορετικό.
Έναν κόσμο άλλο από τον δικό σου
μα πιοτερο δικό σου
από όσα την ανιαρή ζωή σου απάρτιζαν.
Τα δέντρα στον κόσμο αυτό,αγγίζουν τον ουρανό
ενώ τα κύμματα ανθισμένοι λόφοι είναι.
και η γη δεν είναι,παρα πράσινη θάλασσα.
Ξάπλωσες στο γρασίδι,
όλη την γαλάζια ομορφιά στα μάτια σου να αιχμαλωτίσεις
και κλείδωσες μέσα σου την
ελευθερία την ομορφιά και την γαλήνη.
Ένα καινούριο,
λευκό ζευγάρι φτερά,
γιατι τα δικά σου


χάθηκαν.


8.9.07

Στο μαξιλάρι μου

Στο μαξιλάρι μου κινείται τώρα
τ'άρωμα σου
και χίλιες δυο ιστορίες μου ψυθιρίζει,
γαλήνια να κοιμηθώ.
Μια φορά και ένα καιρό...
Τότε,εκεί,εκείνοι...
σπουδαίες πράξεις αγάπης,θάρρους
τόποι μαγικοί,ανέγγιχτοι από την μιζέρια.
Μέρη φανταστικά οπού βαρύτητα δεν υπάρχει,
οπου φτερά όλοι έχουν
και κάθε ήλιος που ανατέλλει,
φωτεινότερος είναι από τον προηγούμενο.

Τώρα,εδώ,εμείς...
μια ακόμη ιστορία πες μου.
Κάνε την αληθινή.

7.9.07

La Valse des Monstres

Επιλογή το να μην ματώσεις
και το αύριο σου χύνεται στους δρόμους,
που εσύ τρέχεις, ανεξέλεγκτο.
Δυο στιγμές παράνοιας και το κυνηγητό
που στο να ζήσεις οδηγεί
ή στο να βρεις τον θάνατο,κάποιο μικρό φθινόπορο.
Οι νιφάδες χθες ξέπλεναν τους πόθους σου
και στην ανυπαρξία εκείνη την βασανιστική
σε ξαναπροσγείωναν.
Μια φωνή μεγάλη,τροματκική
σαν από χείλια δαίμονα
τον αέρα πνίγει
Βγείτε απο μέσα μου.
Βήματα βιαστικά σε μικρά πλακώστρωτα στενάκια,
σαν από Ιταλία του 50 ή κάποια παραίσθηση.
Ξεχύνεται μέσα τους το πιο κρυφό σου μυστικό
και εσύ καθώς πίσω του ιδρωμένος τρέχεις
σαν να σε πονάει το κάθε χτύπημα του αέρα
από τους λυγμούς κατατρώγεσαι.
Για αυτή τη γύμνια σου δεν ντρέπεσαι,
όχι.
Σαν κάποιος ήχος που ξεφεύγει απ'ο
πνευμόνια ελεύθερα
Βγείτε από μέσα μου.
Σε κάποιο παλαιοπωλείο της παλιάς συνοικείας,
προς το τέλος του δρόμου σου καταλήγεις.
Τελευταίος σταθμός.
Μα το μυστικό σου εκεί δεν βρίσκεις.
Μονάχα,έναν παλιό θαμπό καθρέφτη.
Τι περίεργο στ΄αλήθεια οι δαίμονες που τόσα
χρόνια εσένα απειλούν
εκεί,
γύρω απ'το σώμα σου
σαν τα ρούχα αυτά τα παλιά,
να τυλίγονται.

Φόβοι

ένα μικρό ρεύμα αέρα το φιλί σου σκορπάει
και χάνεται
Μια μικρή στιγμή που μέσα της σε τραβάει
και χάνεσαι
Είσαι όλα εκείνα που ποτέ μου δεν κατάφερα να αγγίξω.
Η αγάπη μου αυτή ίσως με τρομοκρατεί και
με πνίγει περισσότερο
από τον αιώνια ύπνο.
Και όταν ξεχνιέμαι για λίγο,
και στα μάτια σου μέσα χάνομαι,
φοβάμαι.
Φοβάμαι γιατι η ιδέα του να αφεθώ σε αυτό
το μαρτύριο
με δελεάζει.
Φοβάμαι αν όχι εσένα,την αγάπη σου.

(και τώρα γλυκά με κυκλώνει,
η απόλαυση αυτή
τα μάτια σου πνίγονται στα δικά μου
ήχος,χρώματα και σάρκα πάνω σε σάρκα
και όλα εδώ αρχίζουν
μα που τελειώνουν;


Φοβάμαι.)

6.9.07

Μην μου λες τι γίνεται μετα

Στα όνειρά μου μην έρχεσαι
και τις σκέψεις μου τις μικρές,
καθημερινές,
μην τις σκορπάς.
Μου λείπεις.

Άνοιξα σήμερα,
πρώτη μέρα,
ένα παραθυρόφυλλο.
Στις σκιές θαρρώ πως σε είδα
και φοβήθηκα.
Μετά έκλαψα.
Όσο δίπλα μου στεκόσουν,
ποτέ η αγάπη σου δεν με είχε τρομάξει.

Αύριο τη φωνή σου δεν θυμάμαι
και χθες στις σκέψεις μου πετάω
σε μια δική μου,
μικρή πραγματικότητα.
Τώρα σε ύπνο παραδίδομαι για να μην πονάω.
Μου λείπεις.

Στα όνειρά μου μην έρχεσαι,
γιατί η εικόνα σου μέσα τους παράξενη μοιάζει
και το βλέμα σου δεν τ'αναγνωρίζω.
Τις σκέψεις μου, που γύρω σου δεν περιστρέφονται,
μην τις σκορπάς.
Μην μου λες μετά τι γίνεται,
να ξέρω,
δεν θέλω.
Πες μου μονάχα:
σε πονάνε αυτοί
ή τα δάκρυα που κυλούν στο προσωπό μου;
Μην μου λες μετά που θα πας.
Μην έρχεσαι στο τελευταίο μικρό,πρωινό μου όνειρο,
να μου πείς πως όλα έφτασαν το τέλος
και η εικόνα σου μ'αφήνει πίσω.
Μου λείπεις.
Το παραθυρόφυλλο μου ξανακλείνω.
Μην μου μιλάς άλλο.
Μέσα μου τώρα θα σε θάψω βαθιά,
όχι ως ανάμνηση μα
ήρωα που τον χρόνο σταμάτησε.
Μου λείπεις,
μα πίσω τώρα σε αφήνω.

Παραμύθια επιβίωσης

Ένα παραμύθι ακόμα πες μου,
για το πως η γραφή ελευθερώνει,
πως τα δεσμά του χρόνου σπάει
και στο δίαστημα εκτοξεύει ιδανικά,
μεγάλα και ωραία.
Μίλα μου για πίστη σε αξίες
και μελωδίες,
πρωτόγνωρες,
μαγικές πουόμως τα αυτία
δεν τα χαιδεύουν.
Μίλα μου για μια κραυγή που στον ύπνο σου
κάθε βράδυ ταξιδεύει
και πως εσύ,ελπίζεις
οι ώρες της αχτίνας να 'ναι λίγες,
για να σε τυλίξει πάλι.
Φωνάζει μέσα σου η ανάγκη-
ΖΗΣΕ ΜΕ
Σε σκίζει και σε πονάει.
Υποτάξου στα θέλω σου αγάπη μου.
ΑΥΤΗ είναι η ΜΙΑ η ΜΟΝΑΔΙΚΗ υποταγή
που ποτέ δεν θα σε αλλάξει.
Και μείνε εκεί,
στο κέντρο των επιθυμιών σου
με ένα άγνωστο στον κόσμο,χαμόγελο ευτυχίας
το παραμύθι να ζωντανεύεις.
Φώναξε μου
τράβα με μαζί σου στο όνειρο
ΘΕΛΩ και εγώ να ζήσω.
Αρχίνα πρώτος μονάχα.
Ένα παραμύθι πες μου τώρα,
δώσε μου
δυο τρία ψέμματα αληθινά να τα πιστέψω.
Να τα αγαπήσω.
Και αν το παραμύθι, σήμερα βράδυ,
εσύ μου πείς,
σε μια αιώνια γαλήνια στιγμή,
θα σε τραβήξω..

σκέψeiς μιας στιγμής.

Ο τόπος που πατάω είναι τόσο
ρευστός όσο τα βήματα πάνω στη άμμο.
Εγώ κενή,απογυμνωμένη απο κάθε συναίσθημα
γράφω,
σαν θλιβερός δημοσιογράφος,
περιστατικά μίας ζωης
που μεγάλη φαντάζει μόνο στα όνειρα.
Το παρόν μου,το μέλλον και το παρελθόν,
θλιβερά συνοψίζονται
σε ετούτη εδώ,
τη μικρή στιγμή μου.
Κρατάω σφιχτά το χέρι σας
μήπως και στο παρόν σας με κρατήσει
μα η δινή χρωμάτων με γοητεύει.
Δεν θέλησα την μοναξιά-
ο έρωτας της σαν ουδέτερος θάνατος
με υποβιβάζει.
Δεν ζητάω τίποτα.
Καταγράφω μονάχα
και ευελπιστώ τα λόγια μου
στο κοντινό σας μέλλον,
τον χρόνο να παγώσουν και να επιπλεύσω
μέσα στην εποχή τη δική σας.
Να ερωτευτώ μια λέξη σας,
όπως ποτέ,τίποτα,
δεν με αγάπησε.