14.2.13

Ορκίζομαι, να ξεχάσω

(χωρίς αυτό να σημαίνει τίποτα).

Χώρεσα μια ενηλικίωση
σε ένα παλιό ζευγάρι μπότες
και σε ένα μεγαλύτερο κρεβάτι.
Χώρεσα την ανάγκη για νηφαλιότητα,
σε ένα άδειο μπουκάλι, από σπιτικό λικέρ κεράσι.

Και το πένθος υποκρίθηκα πως ξέχασα να το αισθανθώ
(θα με κατάπινε,
ελπίζω να καταλαβαίνεις).

Και εκείνη,
χώρεσε όλες μου τις φοβίες σε δυο σελίδες Α4
και μου τις χάρισε.
Τότε,
βγήκα στην μεσαία λωρίδα, κάθισα οκλαδόν και
περίμενα.

Έμεινα για εσένα
και μόνον
(αλλά μην το πεις πουθενά).


Έπειτα, τρικυμία. Δυο δεκαετίες ντροπής ξεβράστηκαν στο πεζοδρόμιο, μαζί με φαγωμένα, απ' την απόγνωση και την αλμύρα, κομμάτια ξύλου. Τα κύματα με κάλυψαν, όπως το καλοκαίρι εκείνο, που οι μαργαρίτες φύτρωναν εκεί οπού τελείωνε η άμμος και άρχιζε η θάλασσα. Το στόμα γέμισε νερό. Και είχα αυτή την αίσθηση, για λίγο, σαν να...
   Σαν να έχανα ανάσες. Μα γελούσα. Με το χαμόγελο που σε τρομάζει... το μεγάλο, το ελεύθερο. Σαν να ισορροπούσα, στις μύτες των ποδιών, στο χείλος του γκρεμού και έπειτα να έπεφτα, με ταχύτητα εξαιρετική, σε θάλασσα μολύβι. Μα ο πόνος διαρκεί τόσο λίγο. Γιατί είσαι ακόμα εδώ. Και εν τέλει, αυτό δεν είναι που μετράει;


Δεν γνωρίζω.
Για λίγο όμως,
                               
                                    ήμουν απέραντη.

Απέραντη.
Γυμνή, όπως τότε,
και με όλες τις αποχρώσεις του μαύρου στα μάτια.

Και σχετικά με τον απολογισμό που μου ζήτησες:
Οι μπότες τρύπησαν, το κρεβάτι έσπασε, το λικέρ τελείωσε το χάραμα, τις σελίδες τις χάρισα, άρχισα να τρέχω μακριά απ' εκεί που πονούσε για 62, ακριβώς, χιλιόμετρα, θέλησα να κάψω το μαύρο φόρεμα, έσπασα την μάσκα απ' την Βενετία στα δυο...
Βγήκα και στην επιφάνεια (σε ένα θεωρητικό πάντοτε επίπεδο).

Και αυτά, όλα,
έγιναν για τον έρωτα.
Για την ελευθερία,

όλα.






8.2.13

Κεφάλαιο ΙV.

Αν ξέρεις τι θα ήθελες ν'ακούσεις,
γνωρίζεις όλα τα "ίσως" που θ' ακουστούν στην συνέχεια.
Σκοπεύω να στα δώσω, όλα.
"Ίσως, να μ' έχεις" - να ορίστε ένα,
όπως ακριβώς το ήθελες.

"Και πότε ακριβώς περνάει;",
την ρώτησα.
Εκείνη χαμογέλασε...
(πάντως δεν ήταν το χαμόγελο της Ευτυχίας, με κεφαλαίο έψιλον, σε καμία περίπτωση. Και εμένα μου είχαν υποσχεθεί Ευτυχία. Τόνους από αυτή. Και φοβάμαι τα ψέμματα,
                                                                                                                    
                                                                                                          όταν δεν είναι δικά μου.) 

Και την ρώτησα, πότε ακριβώς περνάει,
γιατί εσύ δεν έχεις
τέλος
και γω στέρεψα από υπομονή, από ώρα.
Ώρες.
Και ξέχασα πως να καταγράφω συναισθήματα.
Είναι το μόνο που είχα,
δικό μου.
Μου.
(Μέχρι τώρα, ο έρωτάς μου, είχε την μορφή κτητικών αντωνυμιών.
Τώρα δεν ξέρω πως να τον ζωγραφίσω. Εσύ;
Θάψαμε την κτητική,
μα εγώ την πενθώ ακόμα , να ξέρεις.)

Και θα γελάσεις με αυτό που ακολουθεί, αλλά...τώρα που σου γράφω, φαντάζομαι την Αντωνυμία, ντυμένη στα μαύρα,
καθισμένη σε άσπρη πλαστική καρέκλα κήπου,
με μάγουλα κατακόκκινα,

απ' την ντροπή.

Σαν πεντάχρονο. Γιατί, βλέπεις, αυτή δεν μπορεί να κρύψει πως είναι κτητική, 
(όπως κάνω εγώ, για να νιώσεις καλύτερα τις στιγμές που φοβάσαι να είσαι
                                            
                                                                                                      ...να είσαι γενικότερα.)


Εν τέλει,
Ζω μόνο ερωτικές σκηνές σε επανάληψη.
Ας είναι.
Μπερδεύω ονόματα
-μαζί και το δικό μου.
("Είναι καλύτερα έτσι" σου λέω συνέχεια. )
Και κάθε βράδυ, χάνω και λίγο έδαφος. Μα πλέον σχεδόν αιωρούμαι.Το έδαφος μου είναι άχρηστο, όπως ακριβώς και η οποιαδήποτε κτήση. Μηδενική βαρύτητα-το φαντάζεσαι;

Κάποιος τρίτος ίσως να το συνόψιζε ως
"Τίποτα δικό σου.
Και σχεδόν τίποτα δικό του."
Ας είναι.