
Ο κόσμος σου καταρρέει
Και εσύ στον κέντρο κάθεσαι
τα ραγισμένα κομμάτια να μαζέψεις
Φτιάχνεις παζλ
Παζλ κατάντιας και θανάτου
Προσπαθείς κάτι μικρό,όμορφο να αποστραγγίσεις
από τις στιγμές τις τελευταίες
μα κάθε λουλούδι
το βλέμμα σου αγγίζει και
στάχτη γίνεται.
Σε άγγιξε ο θάνατος,
η απώλεια,
η μοναξιά.
Γέλασε μαζί σου,η ίδια η ασχήμια σου.
Και εσύ αντιμέτωπος με θεούς και δαίμονες
την "κακοτοπιά" να προσπαθείς να σταματήσεις.
Και φώναζες,
ούρλιαζες με το βάθος μια καρδιάς
που οι συνθήκες δεν είχαν βιάσει.
Σε γύμνωσε η αλήθεια
σε προσγείωσε από το όνειρο
Και εσύ να της απαντάς
"Το όμορφο μου το ένδυμα θαύμασε,
με αυτό πετάω"
Αυτό ήταν πέντε στιγμές πριν το τώρα,
έξι γραμμές μετά.
Αυτό ήταν τότε.
Ήταν εκεί.
Τώρα μάχη δεν ξεσηκώνεις,
φωνές δεν ακούγονται από το σκοτεινό σου δωμάτιο.
Είσαι μόνος εκεί:
κανένας ήχος,
καμία αντίδραση,
καμία ελπίδα,
Αδράνεια.
Μια παραίτηση
που η καρδιά σου δεν την χωράει.
Δεν ζήτησες συγχώρεση για αμαρτίες,
ανύπαρκτες,
από τον Θεό τους.
Τα ρέστα δεν τα απαίτησες από εκείνους,
που στα γόνατα σε έφεραν.
Άλλο δωμάτιο φωτεινότερο δεν θέλησες.
'Ένα χέρι ήθελες μόνο
μία αγάπη ζήτησες,
τον κόσμο σου,
να ομορφύνει,
να του δώσει διάσταση στον χώρο.
Τα χείλη σου τον αέρα φίλησαν
Μα τα λόγια σου καμία ψυχή δεν άγγιξαν.
Στον δρόμο έβγαινες
και ζητούσες αγάπη
-ένα χάδι μονάχα.
Έβριζες και καταριόσουν
για να γυρίσει
κάποιο χέρι να προσγειωθεί
στο μάγουλό σου
και να
νιώσεις.
Τίποτα.
Αόρατος
στις ακτίνες του φωτός.
Αόρατος στις σκιές.
Αόρατος και μόνος.
Μονάχος στο κενό σου,
βυθίζεσαι σε μία αγγελία,
που κανείς δεν θέλησε να διαβάσει.
Σε όλα εκείνα τα γράμματα,
χωρίς απάντηση.
"Και όμως αν δίπλα του ξάπλωνες,
εκείνος,
με φιλιά που αγγίζουν τις χορδές σου,
τις πιο ευαίσθητες,
θα σε αποκοίμιζε.
Και τα βράδια θα ξόδευε,
να χαϊδεύει με το βλέμμα του
το ακίνητο κορμί σου,
έτσι και μόνο,
για να σιγουρευτεί,
πως κανείς ποτέ δεν θα σε πάρει
σε μέρη όπου δεν υπάρχει αγάπη"
αφιερωμένο σε μια καλή μου φίλη