1.12.12

Εκείνη και η Άλλη.



08:00.

Αλλάζω πλευρό, πάλι.
Για λίγο,
λησμονώ λεπτομέρειες.
Σοκολάτα και λεπτά δάχτυλα.
Αναπαραστάσεις.
Πρώτη σκέψη:
Να πάρω
Eκείνη,
να μου θυμίσει.
Να μου δώσει πιθανότητες.
Μακάρι να...
Και προσπαθώ να συντάξω παραγράφους.
Τουλάχιστον τρεις σήμερα το πρωί -αυτός ήταν ο στόχος.
Μάταια.
Η Άλλη, φόνευσε
γραμματικούς κανόνες.
Τώρα,
χρησιμοποιώ σε κάθε φράση,
ευχετική ευκτική.
Να εκφράζει ένα μέλλον,
εφικτό.
Ένα, 
να το θέλω.

Και για κάποιον
που ορκιζόταν,
στα Όρια,
είναι γελοίο το πόσο,

δεν

μπορώ

να

με

ελέγξω


Είμαι πάλι 13, ισορροπώντας στον πάγο και εκείνος με αναγκάζει σε τριπλή περιστροφή. Στον αέρα. Αρνούμαι να υποκύψω στην τυραννία, της λάμας. Στην αυστηρότητα, της λεπτομέρειας. Σιχαίνομαι το επικριτικό βλέμμα του."Δεν μπορώ!", του φωνάζω, "δεν μπορώ!"
(Τις μέρες που απουσιάζει κάνω τέσσερις περιστροφές,
για πλάκα).
Δεν θέλω. 
Αυτή είναι η αλήθεια.

12:00.


Αυτή είναι η αλήθεια.
Να πάρω 


Eκείνη,
να μου συμπληρώσει τα κενά,
της νύχτας της χθεσινής.
Να μου εξηγήσει,
γιατί.

Να μου θυμίσει,
πως να πιστεύω στους εφιάλτες από όμικρον,
γιατί ο ύπνος ήταν ήρεμος απόψε.
Και με τρόμαξε.
Να μου υποδείξει τον τρόπο,
να κάνω το συμβατικό, ασύμβατο
και το αντίστροφο.
Να μου υποδείξει τον τρόπο,
να μπλεχτούν δυο σώματα,
στην άκρη.
Και για λίγο,
τόσο λίγο,
την αφήνω να καταλάβει τι εννοώ.
Όχι πως ξέρω.
Έπειτα κατρακυλώ στα δάχτυλα της Άλλης
και κάνω μακροβούτι στις υποψίες μου,
όλες.
Να 'ταν λίγο μικρότερη η έκταση της καταστροφής...
Όχι απαραιτήτως και η ένταση.
Και αν επισκεφθώ τον δικό μου
επίγειο παράδεισο,
εκεί που δραπέτευα
όταν ακόμα μάθαινα,
να με μαθαίνω,
θα την έβρισκα εκεί.

Όχι με κάποιον συμβολικό τρόπο. Ήταν Όντως εκεί, εξαρχής.
Εσύ πιστεύεις στις συμπτώσεις;
Εγώ επιτρέπεται να πιστέψω;

Και 'γω, η αιρετική,
ο εραστής των λέξεων,
η αμετανόητη ποιήτρια,
που αρνήθηκα
θεωρίες
συνιστώσες
και αριθμούς,
πέφτω στην ανάγκη τους.
Στην ανάγκη μου,

να την περιγράψω.


"Θεός φυλάξοι..." θα πουν.
Τι ειρωνεία, Θεέ.


30.11.12

Είδα το σώμα μου,


αερόστατο,
πάνω από νεκρή γη.
Στο δεξί μου χέρι καρφίτσα,
στ' αριστερό μπάλωμα.
Τους ζήτησα
να μου τα δέσουν πίσω απ' την πλάτη.
Είδα,
και εκείνους.
Να σ' ανοίγουν σαν ηλιοτρόπιο.
Να αφαιρούν χειρουργικά τον πυρήνα.
Να κλέβουν,
ό,τι είχες
φωτεινότερο.

Όταν τελείωσαν μαζί σου,
ξαπλωμένο σε κάποια εχθρική, για το δέρμα σου, επιφάνεια,
σ' έσπρωξαν ως το πίσω μέρος
ενός κακόγουστου δωματίου.
Τράβηξαν και τις κουρτίνες
(με κάθε επισημότητα).
Σε είδα,
να χαμογελάς πλατιά

και να μαραίνεσαι.
Αργά.


Τότε ήταν,
που απαίτησα να μου λύσουν τα χέρια.
Αρνήθηκαν κατηγορηματικά.
Μου είπαν,
πως έσφαλα.
Πως ξέχασα να σε χαρακτηρίσω,
απ' τους παράγοντες που σ' οδήγησαν εδώ.
Πως παρέλειψα να παρακολουθήσω την διάλεξη,
περί αμφισημίας του τέλους.
Πως στην ευτυχία ποντάρουν οι αδύναμοι.
Πως ήταν παράλογο να

τα

νιώθω

Όλα.


Και αυτό το τελευταίο,
ήταν σίγουρα το χειρότερο.
Οπωσδήποτε έσφαλα.
Βρέθηκα στο πιο βρώμικο μέρος,
στην πιο θλιβερή στιγμή του
και


έμεινα.




27.11.12

Ο καναπές.




Ήθελε να χάσει
και το επόμενο τραίνο,
μαζί μου.
Εγώ πάλι,
ήθελα να σβήσω τις ράγες
με μια φανταστική γόμα.
Ή να γίνω ένα με αυτές
(αλλά αυτά μου έχουν απαγορέψει να τα γράφω).
Και αυτό ήταν μοναχά ένα,


μα πόσα λάθη,
οδήγησαν σ'αυτή την άκρη;
Σ'αυτόν, ακριβώς, τον γκρεμό
και πέρα απ' αυτόν;
Και αν,
στο πρόσωπό μου
ήταν σχεδιασμένες άλλες γωνίες,
αν το χρώμα πίσω απ' τα βλέφαρά μου,
ήταν λιγάκι πιο ιδιαίτερο,
θα άλλαζε κάτι;
Αν δεν έβαφα τις μισές εκφράσεις,
στις αποχρώσεις της πρόκλησης;
Αν τα δάχτυλά μου δεν ήταν βουτηγμένα
στο κόκκινο;
Και αν νομίζω πως είναι,
ενώ τα 'χω δέσει αριστοτεχνικά
γύρω απ' τον λαιμό μου
και σφίγγω;
Και αν συνεχίσω να σφίγγω;

Αν παραβίαζα την πόρτα
που οδηγεί στην ταράτσα;
Αν κάλυπτα τις ευθύνες  με πίσσα και πούπουλα;
Αν έπαιζα τρεις περιουσίες
στα χαρτιά
και έχανα δυο;.
Αν σε πίστευα λίγο...

Και ο πρώτος βρισκόταν στην περιοχή Χ,καλυμμένος με άχαρα κίτρινα μαξιλάρια. Ο δεύτερος πάνω απ' το ποτάμι και πέρα απ' τις αντοχές μου. Ο τρίτος σ'ένα ιατρείο εκεί οπού ενώνονται οι δρόμοι, όλοι. Ο τέταρτος λίγο έξω απ' την πόλη, στον έκτο. Ο πέμπτος, ενώ περίμενα πως θα ναι εκεί, δεν ήταν. Και όπου και αν ξάπλωσα, ήμουν ασφαλής, γιατί με νανούριζαν με επιπλήξεις.
Τον δικό σου τον απέφυγα εξαρχής
(Μην με ρωτήσεις).


Και αν μεγαλώσω,
δεν θα χω κανέναν σπίτι μου.
Κανέναν.

Και αν δεν πνιγόμουν σ' εκείνο το δωμάτιο;
Και αν αυτό το ποίημα έβγαζε νόημα σ' εσένα,
θα αγόραζες έναν;
Μόνο και μόνο για να τον κάψουμε συμβολικά
και να πηδάμε από πάνω του...
Και εσύ θα γελούσες και εγώ,
θα ήμουν ελεύθερη.
Ή θα με έβαζες να καθίσω πλάι σου
και θα μου μιλούσες για την σημασία της
αποδοχής;


Γιατί το πρώτο θα ήταν ζωή. Γνήσια, ειλικρινής, αστεία, εκδικητική ζωή. Και δεν θα χρειαζόταν να περιμένω μόνη μου σε αποβάθρες πια. Το φαντάζεσαι; Και το δεύτερο θα ήταν θάνατος, αποφυγή, επιφανειακή ανάλυση. Και εγώ σόλο σε κάθε αλλαγή εποχών. Μονάδα. Ένα. Σε κύκλους με άλλους, τυχαίους, που δεν θα καταλάβαιναν ποτέ. Και το ξέρεις.



Και όταν έμενα,
έχανα.
Άκουσε:
Ποτέ δεν πίστεψα στο
αν
περισσότερο απ' ότι

Τώρα.

17.11.12

Οι πεσιμιστές εν ζωή, να σηκώσουν το δεξί τους χέρι

(Οι υπόλοιποι και τα δυο).

Και κάποια στιγμή,
όχι πολύ μακριά από τώρα,
κάποιος θα γυρίσει, αγανακτισμένος
και θα πει σε κάποιον άλλο
"Μα ας σταματήσει αυτό το πρώτο στάδιο πειραματισμού σε ποντίκια, επιτέλους.
Υπάρχουν 6.973.738.433 άνθρωποι"
Με την ανθρωπότητα,
στο τελευταίο στάδιο αποσύνθεσης
και επισήμως.

Τα του πολέμου και του έρωτα.

Χθες βράδυ,
τέσσερα ορεκτικά,
πέντε προσβολές,
έξι σταγόνες λιωμένο κερί στα καινούρια μου παπούτσια.
"Χαμογέλα, μικρή",
ψιθυρίζει ο γνωστός κάποιου γνωστού.
Την επόμενη μέρα,
ένας οδοντίατρος,
ένας ψυχοπαθής,
ένας αλκοολικός δικηγόρος
και εγώ
(μου υπενθυμίζουν συνέχεια να αναφέρω τον εαυτό μου τελευταίο),
σ'ένα κουρείο,
της περιοχής-φάντασμα.
Και δεν υπάρχει κανείς εκεί έξω.
Κανείς, πέρα από έξι χιλιάδες ένστολους,
σε στενό κλοιό,
γύρω απ'τον χώρο που μου χε απομείνει,
ν' αναπνέω.
Δεν χωράω.
Αυτή είναι η αίσθηση.
Οι δικοί μας, πάλι,
προσπαθούν σε μια θάλασσα πανό,
να πνίξουν την αποτυχία τους.
Με τραβάνε στον πάτο,
της επανάστασης.
Συνειδητοποιώ,
πως δεν θέλω να σκέφτομαι πια.
Εξάλλου, έκανα είκοσι μικρές εναλλακτικές σκέψεις
και με πρόδωσαν,
όλες.
Οπότε, απλώς συνεχίζω,
απομακρύνοντας το βήμα μου,
απ'το δικό τους.
Το τέλος της κίνησης,
θα 'ναι αναμφίβολα το τέλος μου.
Απλώς, συνεχίζω.
Ως το απόγευμα,
περπατάω τόσο αργά, που με σιχαίνεται η βαρύτητα.
Με εγκαταλείπει, το νιώθω
(τελευταία,
με τρέφουν αποκλειστικά με υπερρεαλισμό,
οπότε δεν αγχώνομαι:
θα πετάξω, είναι σίγουρο).
Αργά το βράδυ,
κάποιος απελπισμένος,
με ρωτά για τα δεδουλευμένα του.
Μου ζητάει πιθανότητες.
Και εγώ,
κρύβω το βλέμμα πίσω από μπούκλες ατίθασες
και δυο μικρά χέρια
και υποκρίνομαι πως δεν έχω ακόμα την γνώση
(δεν θα δολοφονήσω καμία ελπίδα σήμερα).
Αυτός, πάλι,
στρέφει το δικό του προς το έδαφος και δακρύζει.
Όχι.
Δεν την έχω,
σε καμία περίπτωση.
Και ακόμα ψάχνω,
εκείνη την γωνία,
να σταθώ και να ουρλιάξω,
μέχρις ότου να σκοτωθεί ο απόηχος.
Το δίκιο σου, το δίκιο μου,
την λογική τους
-τα σκότωσαν όλα.
Είμαι εύφλεκτη.
Αυτή είναι η αίσθηση.

12.11.12

Ηλιοθεραπεία.

Δώδεκα το μεσημέρι,
ξαπλωμένη στα μεγάλα μπαλκόνια του κόσμου,
 αλλάζω χρώματα.

Προσπάθεια διαρκής,
για το σκουρότερο.
Πορεία,
προς το βαθύτερο.
Τώρα,
 Στις άκρες των δαχτύλων μου,
στηρίζομαι.
Κόντρα στ' απέραντο, το γυμνό,
τ' ανεξάντλητο.
 Έπειτα,
χάνω την ισορροπία μου
και πέφτω.
Πέφτω.
Ότι γνώριζα απ' το χώμα
το κάτω μου,
βουτηγμένο σε αλμύρα και
ψέμματα.
Φοβάμαι μην-
Και πέφτω.
Πέφτω.
Και θα πετάξω,

προφάσεις στον καναπέ και καλοκαιρινά ρούχα,
σαν να κάναν οι συλλαβές οι πρωτόγονες,
έρωτα.

Δυο το μεσημέρι,
στην μέση του μώλου,
στις άκρες των δαχτύλων μου,
ισορροπώ.
Απλώνω και τα χέρια
και αγγίζω τους ορίζοντες,
όσους μου δάνεισαν,
όλους.
Και
τώρα, θέλω να γεμίσω εγώ,
τ' αόρατο, τ' άχρωμο,
με πείσματα του δέρματος παράξενα.
Ν' αλλάξει και
ν' αλλάξω.
Και άλλαξα όντως,

περιτύλιγμα. Και αυτό πάλι,
εν μέρει. Γιατί,
τα σημεία που αγγίζω τις νύχτες,
που βλέπεις μοναχα εσύ και οι καθρέφτες μου,
λευκά.

Λευκά,

σαν

το

γάλα.



Νοέμβρης. Και ο ήλιος κάθε μέρα λιγότερος, όλο και λιγότερος και εγώ όλο και πιο διάφανη. Ελαφρύτερη, όλο ελαφρύτερη. Και αν συνεχίσει την πορεία του αυτή, θα μικραίνω και θα μικραίνω. Θα είμαι τόσο, λίγη. Μέχρι που δεν θα είμαι. Και θα παρακολουθούν τον χαμό αυτό όλοι αμέτοχοι, ίσως και ενθουσιασμένοι, γιατί ποιος δεν θα θελε να ακούσει τον ήχο που παράγει μια πορσελάνινη κούκλα, την στιγμή που έρχεται αντιμέτωπη με την πραγματική ζωή και το πάτωμα;

(Φοβάμαι λίγο, πήγαινέ με κάπου όμορφα).

10.11.12

Τα πρώτα βήματα.

Στέκεται γυμνή στην μέση της κουζίνας και κραδαίνει 3 κόλλες χαρτί Α4 στον αέρα.
Του φωνάζει "ΚΟΊΤΑ ΤΙ ΚΆΝΕΙΣ".
Αν ξεγεννάς τέτοιες λέξεις από άλλους, μωρό μου, σπέρνεις τον θάνατο.
Έναν θάνατο με ανάσα, τέσσερα μέλη και ένα κεφάλι.
Αυτό ήθελες;

Γιατί ό, τι και να ήθελες, αυτό μ' έκανες:
Είναι σαν να στέκεσαι στην μεσαία λωρίδα,
με την πλάτη προς την κίνηση.
Σαν να παραδίνεσαι,
ατελείωτα.
Είσαι η ασυνέχεια.
Τα όμορφα χείλη,
με τις μικρές πατούσες
και τις ιδέες τις τεράστιες.
Το σφάλμα τους στο 2+2=5.

Και κράτα αυτές τις σελίδες σφιχτά.
Ήταν ο τελευταίος μικρός μου θάνατος.
Τώρα,
μαθαίνω να περπατώ,
από την αρχή.
Πρώτα το αριστερό,
μετά το δεξί,
πάντα.


Τα πέλματά μου,
μαλακά πάνω στο έδαφος.
Κάθε σχισμή, που ανοίγουν πέτρες
και άλλα επιθετικά,
παράσημα.
Και φορώ ένα χαμόγελο,
από δυο χείλη τεράστια.
Φράουλες.
Και οι άσπρες πέρλες,
οι μέχρι χθες κρυμμένες πίσω τους,
τώρα,
σε πλήρη προβολή.

Μαθαίνω να χορεύω,
απουσία φωτός.
Η πρώτη περιστροφή,
γύρω απ' τον εαυτό μου,
μεθυστική.
Με γεύση...
σαν από brandy.

Κλείνω πόρτες,
πίσω μου.
Τα πρώτα δυο-τρία πετάλια,
με ωθούν έξι μέτρα,
πέρα από εκείνους.
Και στα επόμενα τρία,
τα πόδια μου γίνονται η προέκταση,
ενός σκελετού και δυο τροχών,
παντοδύναμων.
Στα 20 χιλιόμετρα,
υποβάλλω αίτηση για την εξαργύρωση της ελευθερίας μου,
σε χώμα και
άσφαλτο.

Μαθαίνω ανάγνωση,
από την αρχή.
Συμμετρίες των προτάσεων,
βαρύτητα λέξεων.
Ζωγραφίζω χαρακτήρες.
Νιώθω το χέρι να κυλάει στο χαρτί,
ελεύθερα.
Παρατηρώ καθώς αυτό απορροφά το μελάνι.

Μαθαίνω,
να νιώθω
κάθε
άγγιγμα.
Να κλειδώνω,
ένα σώμα σε ένα άλλο.
Και σφίγγω στην παλάμη μου,
τον αντίχειρα τον δικό του,
γιατί το σώμα μου σταμάτησε να υπακούει στην βαρύτητα,
απ' την πρώτη στιγμή.
Του σφίγγω το χέρι.


"Να περιμένεις.
Πάντοτε για Κάποιον.
Όχι, κάτι."
Να μην περιμένεις την άφιξη του χρόνου,
Εκεί.
Να τον κουβαλάς στην πλάτη σου.
(Κρατώντας χέρια, τα φορτία γίνονται ανάλαφρα).

Διδάσκομαι,
τον πόνο της συνέπειας.
Τα τραγικά ελαττώματα της ανθρώπινης φύσης.
Την ανεπάρκεια,
του σώματος.
Μετράω χιλιόμετρο και δάκρυ.
Σύνολο,
63.
Μετράω ξανά και ξανά.
Όνειρα, που λιθοβολήθηκαν,
σε πλατείες.
Ελπίδες, που πνίγηκαν,
σε άδειες κούπες.
Πούπουλα, που απορρόφησαν τον ήχο
και μ' άφησαν εδώ με την σιωπή μου
και τρεις κηρομπογιές.
Και έπειτα είναι και το αίμα. Οι σταγόνες, όλες.
Καθαρό,κόκκινο

αίμα.

Από αυτό που τρέχει στις φλέβες,
όσων
-ξέχνα το.

"Αν ξεγεννάς τέτοιες λέξεις από άλλους, μωρό μου, σπέρνεις τον θάνατο...".
Και τα πλήθη, μέσα μου να ουρλιάζουν
"ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΣΟΥ.
ΟΛΟ
ΔΙΚΟ ΣΟΥ".

Η μεγάλη έξοδος.

Οι δρόμοι άδειαζαν,
οι κάδοι γέμιζαν,
η πόλη έζεχνε
(περισσότερο απ' ότι συνήθως),
τα περιτυλίγματα κινούνταν νωχελικά
πάνω στα λασπόνερα,
έκανε κρύο
και εγώ

σε έχανα.
Σ ' έχανα και αδιαφορούσα.
Οι κατηγορίες σου γίνονται δάχτυλα,
γύρω απ' τον λαιμό μου.
Και για τα σημάδια;
Αδιαφορώ. Δεν με πονάς πια καθόλου.
Είμαι άυλη.

Μπορείς να με φαντάζεσαι,
σαν τα σύρματα που παράγουν μόνο παράσιτα,
ή και κανέναν απολύτως ήχο.
Να με παρατηρείς,
ανάμεσα σε φορέματα που ανεμίζουν,
όσα μικρά καλοκαίρια ακολουθήσουν.
Να γεννιέμαι από χώμα
και να ξεψυχώ  δίχως νερό,
σε κάποια άκρη,
κάπου.
Να χάνω μέλη,
κάθε ανατολή
και να αναπλάθομαι
ως την δύση.
Καλύτερη.
Κάθε φορά, καλύτερη.
Και αυτό, όχι απ' όλους,
μα απ' εσένα.
(Η καλύτερή μου αλήθεια ,
πονάει πιότερο, απ' την χειρότερή σου εξαπάτηση
και αυτό, εσένα, πιότερο ακόμα.
Είσαι γυμνός.
Ολόγυμνος,
τώρα.
Κρυώνεις;
Πες μου ).


Μπορώ να σου λείπω,
σαν εφιάλτης μετά από μήνα,
ονείρων απουσία.
Να με μαθαίνεις,
μέσα από ερμηνείες που επιδέχθηκαν οι λέξεις μου,
τρία φυσικά πρόσωπα μετά την δήλωση,
την αρχική,
την όποια.

Και
οι δρόμοι γέμιζαν,
οι κάδοι φλέγονταν,
η πόλη με τρόμαζε
(περισσότερο απ' ότι συνήθως),
και εγώ συνάντησα κάποιον κοινό γνωστό.
Με πληροφόρησε πως είσαι
καλά.
Αλίμονο...
Πως σπαταλάς μέρες
και όμορφα πρόσωπα,
όπως πάντοτε.
Πως άλλαξες.
Διαβάζεις, περισσότερο.
Ερωτεύεσαι, καλύτερα.

Τι ψεύτης...
Ψεύτης ή ανόητος;
Και ενώ τα χείλη του κινούνταν,
σας φανταζόμουν σαν τον ανόητο και τον ψεύτη,
στην ζωγραφιά ενός πεντάχρονου,
με τα αντίστοιχα βελάκια.
Και εσύ ήσουν ο ψεύτης,
εσύ και ο ανόητος.
Ήσασταν ένας.
Ο ίδιος ένας,
παντού.
(Είσαι μόνος.
Τόσο μόνος,
τώρα.
Πονάει;
Πες μου).

Και
οι δρόμοι έσκαγαν,
οι κάδοι έλιωναν
η πόλη ούρλιαζε
(πιο δυνατά απ' ότι συνήθως),
και εσύ,

μ' έχανες.
Που, ακριβώς, χτυπάει ο πόνος της απώλειας;
Πες μου.


31.10.12

Ο Θάνος, η Λίλα, η Νίκη και οι υπόλοιποι, όλοι.

Τα πλακάκια,
τα ποτήρια (τα άπλυτα)
και 3 κακτάκια.
Έκαψα έξι μήνες,

αυτό συνέβη.
Είναι μέρες, που γελάω
με την γλυκιά ειρωνεία της εξαπάτησης.
Άλλες πάλι,
παραλείπω να ποτίσω τα κακτάκια σου.

Και ακόμα  

περιμένω,
να φιλήσω στο μάγουλο
τους νεκρούς μου,
μέσα από Φωτογραφίες
και περασμένα στοιχήματα.

Στοιχήματα με το χρόνο
και το χώμα.


Να δω τα δάχτυλά τους να τρέχουν
πάνω σε ασπρόμαυρα πλήκτρα,
να ξεφυλλίζουν Κυριακάτικες εφημερίδες,
να ανακατεύουν την τράπουλα.
Ξανά και ξανά.

Και έξι μήνες,
γιατί;
Τα πλακάκια,
τα ποτήρια (τα άπλυτα)
και 3 κακτάκια.
Ο δερμάτινος, μαύρος καναπές
και η ασπρόμαυρη γάτα.
Έμεινα μισή.
Ένα πένθος,
για τους ζωντανούς,
ατελείωτο,
απέραντο.

Και θυμάμαι σ' εκείνη την διαδρομή,
μια από τις πολλές,
στους δρόμους γιρλάντες του βουνού,
να μου μιλάνε για την σημασία
του να έχεις αγαπηθεί,

ατελείωτα,
απέραντα.
Την σημασία του
να απλώνουν τα χέρια
και να σε νιώθουν.

Να σε νιώθουν, ΓΑΜΏΤΟ.

Να κάψω τα κακτάκια.
Ή να μάθω να αδιαφορώ για τα κακτάκια;
Ας μου εξηγήσει, κάποιος.

Και η δεύτερη μητέρα μου,
να γράφει κάτω κάτω στη σελίδα
της 6ης Ιουλίου του 2001,
"Ναταλία, να είσαι σκληρή" .

Και όταν την επισκέφθηκα της εκμυστηρεύτηκα πως
Έχω κουραστεί, τόσο.
Αν μπορούσε, θα απαντούσε με κάποιο καυστικό σχόλιο
περί απογοήτευσης
και μη εκπλήρωσης των προσδοκιών.

Μα δεν μπορεί.
Και εγώ προσπαθώ να δικαιολογηθώ,
σε μάρμαρα.
Το μόνο που ήθελα ήταν
Να σε νιώθουν και χωρίς ν' απλώσουν τα χέρια,
Γαμώτο.


Και όπως καθόμασταν εκεί, εγώ και οι παρηγορητικές αυταπάτες μου περί ζωής μετά... πέρασε ένας μαυροντυμένος και στάθηκε απέναντί μας. Νόμιζε, πως τα φιλιά στα χέρια χαρίζονται. Χαρίζονται...!
Ένα πένθος, για τους ζωντανούς,
ατελείωτο,
απέραντο. 



26.10.12

(Δι)εκδίκηση.

Τελευταία παράσταση.
Η αίθουσα γέμισε και άδειασε
και εγώ
δεν
ήμουν
μέσα.
Μου απαγόρευσαν την είσοδο.

Να χα δυο προβολές ακόμα
για όσα έχασα
και άλλες δυο για όσα ξεχάστηκαν.
Να χα φτερά από εφημερίδες
και μάτια,
τεράστια.
Να χωρέσουν, όλα.
Να χα πληγές λιγότερες,
παλμούς αγκάθια,
να τα υπέμενα.

Γιατί έκοψα τα χέρια απ' την ρίζα,
για να μην νιώθω απλώς ανήμπορη
-να είμαι.
Και αν ηρέμησα;
Ναι..δεν ξέρω.
Πάντως οι ώρες περνάνε ταχύτερα
και ακυρώνω συναντήσεις,
για πλάκα.

Και γελάω δυνατά.
Δυνατά
και πολύ.
Γιατί αυτό σου μένει να κάνεις,
όταν το έργο είναι Κενό
(σημασίας και συναισθήματος)
και οι χαρακτήρες εξαρτημένοι.

Χθες, με είδα να κατηφορίζω την Ιπποκράτους ανάμεσα σε σειρές τροχοφόρων με δάκρυα στα μάτια και ένα πρόσωπο ανέκφραστο. Προχθές, με άκουσα να απευθύνω παρακλήσεις (σε επανάληψη), στο κενό. Σήμερα, ένιωσα πως η ομορφιά δεν μας άνηκε Ποτέ, λιγότερο από τώρα. Και αύριο,
δεν ξέρω.
Να χα πληγές λιγότερες,
θα σας τα συγχωρούσα, 
όλα.

Μα μου 'μαθαν να μιλώ σε ρεαλιστική βάση.
Και δεν μου αφήσατε (σχεδόν) τίποτα.
Παρά μια παράλογη ελπίδα
και έναν φόβο,
αδιανόητο.

Να χα κουράγιο περισσότερο,
θα 
σας
τα
έπαιρνα,
Όλα.

Μπορεί και να αποκτήσω.
Και αν αυτό κλέβει 3 δευτερόλεπτα
απ' τον ύπνο σας,
μου αρκεί για να σταθώ στην ουρά για την επόμενη
προβολή.
Την όποια επόμενη.

25.10.12

Τα δανεικά.


Portugal. The Man - Once Was One. 

 

 

 

23.10.12

Moon in Cancer.

                                                                                               στην Φ. και στην Π.


Κυλάω κάτω από την επιφάνεια του ήχου,
χτυπώντας τις παλάμες μου,
στο παγωμένο γυαλί.
Είναι φορές,
που αφαιρώ την αλυσίδα που μου χάρισαν,
απ' τον λαιμό
και με το απειροελάχιστα μικρό διαμάντι της,
προσπαθώ να ανοίξω ρωγμές στην μελωδία.
Να ακουστούν τα ουρλιαχτά μου,
ως την απέναντι όχθη.
Αυτά,
τους ανήκουν,

όλα.

Και ύστερα,
όταν νιώθω το βλέμμα τους,
να κατηφορίζει το εξωτερικό των μηρών μου,
απεγνωσμένα καλύπτω τις τρύπες που σκάλισα,
με μασημένες τσιχλόφουσκες.

Να μην με ακούσουν.
Και κουλουριάζομαι στον πάτο.
Κλείνω τα μάτια, κρύβομαι,
τους κρύβω.
Νιώθω,
ασφάλεια
(και άλλα πλασματικά) τελοσπάντων. Είναι όμορφα,
τότε.

Η παρτίδα των αισθήσεων,
ποτέ δεν παίζεται πολιτισμένα.
-Χρειάζομαι,
να μου το υπενθυμίζουν συνέχεια.
Από τα πρώτα μου λεπτά,
Έδεσαν την μοίρα, την δική μου,
με την ανάγκη του ανήκειν
και ό,τι αυτή συνεπάγεται.

(Καθώς θα βλέπεις, δεν είχα επιλογή)

Θυσίασα την γη μου, ολόκληρη,
στον βωμό της
και μου 'μεινε η θάλασσα.
Η θάλασσα και οι αργές μέρες.

Και ρωτάς
πως.
Είναι φορές που θέλω ν' απαντήσω.
Άλλες πάλι,
μου φαίνεται

ανούσιο.

Αυτή την στιγμή,
όμως,
χτυπώντας το γυαλί, μ' όλη μου την δύναμη
προσεύχομαι,
σ' ό,τι μ' αγάπησε,
να σου δοθεί, για μια εποχή,
η δυνατότητα
να αγωνιάς
και
να νοιάζεσαι.

Αυτό, μόνο.

22.10.12

Υ.Γ.



Ι.

Την έψαχνα, από καιρό.
Ήταν μια απ' εκείνες τις φαινομενικά αθώες λέξεις,
τις διαρκώς μεταβαλλόμενες.
-Ακόμη είναι, δηλαδή. Απλώς, πλέον δεν φέρω την ευθύνη της.
Και θα μπορούσα να κατηγορήσω όσους μ' έμαθαν να αγαπώ μόνον ό,τι αλλάζει συνέχεια μορφές,
γι' αυτό το σπατάλημα, δευτερολέπτων και κινήσεων.
Θα μπορούσα, επιπλέον, να εξελίξω την σκέψη τους: Να συνειδητοποιώ οτιδήποτε σταθερό, σαν τεράστιες παλάμες, γύρω απ' τον λαιμό, απελπισμένο να μου κλέψει ιδέες και ανάσες.
Μα αν ήταν κάτι ολότελα δικό μου, ας ήταν αυτή η ήττα, τουλάχιστον. Καθαρή, αμετάβλητη και με την ουσία της ποτισμένη από τ' άρωμά μου, το φυσικό. Αυτό που αναδύει το δέρμα τα πρωινά όταν ξυπνάω, πριν μ αγγίξουν οι χημείες και η απόγνωση.

Και αν μου ζητούσαν τώρα να περιγράψω την φύση της, που δεν θα το έκαναν, δεν θα είχα καμία απάντηση να δωρίσω. Όχι γιατί δεν θα υπήρχε αντάλλαγμα- Αυτή την αυταπάτη την σκότωσα πριν προλάβει να με ζημιώσει, ανεπανόρθωτα. Απλώς, δεν θα γνώριζα.
Αυτή είναι η
αλήθεια. Η δική μου τουλάχιστον.

Ήταν μια απ' εκείνες τις φαινομενικά αθώες λέξεις,
τις διαρκώς μεταβαλλόμενες. Και φόρεσε για χάρη μου, όποιο πρόσωπο της ζήτησα. Κάποιες φορές δεν είχε καν ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Τότε,
ήταν ίσως που την αγαπούσα,
περισσότερο.

ΙΙ.

Θυμάμαι, κάποιο απόγευμα, παρόμοιο με τούτο, να παίρνει την μορφή της κούπας που θα γιάτρευε τις πληγές που άνοιξαν στο εσωτερικό του λαιμού μου, 23 ανούσιες συζητήσεις. Με το 23 να μην έχει κανένα ενδιαφέρον, παρά μόνον ίσως από στατιστικής απόψεως.
Θυμάμαι, την στιγμή που ξέφυγε απ' τα δάχτυλά μου. Τα κομμάτια σπασμένης πορσελάνης (άσπρη με λεπτά, αχνά κίτρινα, σχέδια), μύριζαν ακόμη τσάι καθώς βούλιαζαν στον κάδο.
Στα χέρια μου,
ζεστά.
Σαν να έκαιγε το δέρμα, αυτή η απώλεια.
Και στις παλάμες μου,τώρα, βλέπω τα σημάδια που μου χάραξε,
λεπτές γραμμές,
μονάχα εγώ.
Στις 3 το ξημέρωμα -κάθε 3 το ξημέρωμα- στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη του νιπτήρα και μ' επιβεβαιώνω πως αν καταφέρω να την ξαναβρώ, θα σβηστούν για πάντα. Ή έστω για λίγο. Και αυτό ακόμη, θα αρκούσε,
ίσως.

 ΙΙΙ.

Την 5η φορά που έβγαινα να την αναζητήσω
(με καθαρές σταγόνες να κυλάνε από βρεγμένα μαλλιά, στο πρόσωπο. Με δυο ψεκασμούς στους καρπούς και έναν, στον αυχένα. Με όμορφη φούστα και καλοσιδερωμένο πουκάμισο),
με σταμάτησαν στην είσοδο.

-Ξοδεύεσαι...
-Άφησέ με! Θέλω να -

Θα αρνηθώ αργότερα ότι το παραδέχτηκα, άλλα είχαν δίκιο .Τσαλακώθηκα. Λίγο εγώ ,λίγο περισσότερο η ιδέα.
Τα στενά ήταν άπειρα. Άλλα, με την άσφαλτο να καίει τέσσερις ώρες μετά την δύση. Άλλα πάλι, βυθισμένα σε χιόνι αλλόκοτο και φωτάκια να κρέμονται ειρωνικά από κάθε μισοπεθαμένο δέντρο του πεζόδρομου.
Τα πολυσύχναστα ήταν αναμφισβήτητα τα χειρότερα. Χίλια δύο προκλητικά όμορφα πρόσωπα, να κρύβουν την ούτως η άλλως αμφίβολη παρουσία της. Προκλητικά όμορφα πρόσωπα, με βρώμικα χέρια. Ήθελα να με αγγίξουν όλα και απολύτως κανένα.
Κινούμουν, με την χάρη και την ευκολία εκείνων των ανόητων, πεπεισμένων πως δεν έχουν τίποτα να χάσουν. Όχι πια, τουλάχιστον. Και αυτή η ασυνάρτητη χορογραφία συνεχιζόταν με ακρίβεια και μ' εμένα απολύτως τυφλή, ως προς το αδιέξοδο της προσπάθειας.
Με φακό χαλασμένο, κεριά μικροσκοπικά (από εκείνα που διακοσμούν τούρτες και άλλα άνοστα) και εμένα,
τόσο υπερήφανα χαμένη.
Με τον αντικατοπτρισμό μου σε βιτρίνες και παράθυρα πολυτελών αυτοκινήτων, να θρυμματίζει τις προσωρινές κατοικίες του, ίσα ίσα για να κουλουριαστεί μπροστά στα παπούτσια μου, γελώντας υστερικά με δηλώσεις μου όπως "Μα κοίταξέ με! Σήμερα είναι η τέλεια μέρα ..." ή "Δεν πειράζει, σίγουρα αύριο!"
Με την ευφορία που χαρίζει η ελπίδα, πως αν ίσως τώρα, διασταυρωθεί ξανά ο δρόμος μου με τον δικό της, θα αποτυπωθώ σ' έναν ευρύτερο χάρτη. Έναν με προορισμούς που να θέλω ν' αγγίξω.

IV.

Και ένα πρωί, ξύπνησα Ελαττωματική.
Με κυριότερο μειονέκτημα την ευπλασία των κλειδώσεών μου. Σαν από πλαστελίνη. Και πόδια σιδερένια, έρμαια κάθε πιθανού μαγνήτη. Κεφάλι από αποκόμματα και καμένο φιλμ. Μάτια αστερίες, ακουμπισμένους στον βράχο τρία μερόνυχτα. Κατακαλόκαιρο. Ξεράθηκαν τα όνειρα και
από τότε ντρέπομαι να κοιτάω στα μάτια.

Και έχτισα μια σπηλιά, αντιγράφοντας την τεχνική των κυμάτων: χτυπώντας επαναλαμβανόμενα τα κεφάλι μου στον βράχο. Και ζαλισμένη, την επίπλωσα με τα απολύτως απαραίτητα. Και την ονόμασα καταφύγιο, ή σπίτι μου ή μέρος για ν' αποσυρθώ και να περιμένω λίγο-πολύ,
Τίποτα.

V.

Και αυτές, ήταν οι καλές μέρες. Της αναζήτησης και του απόηχου της αποτυχίας. 
Ύστερα περιορίστηκα στις εξόδους,  τις απολύτως απαραίτητες. Λες και έφταιγαν εκείνες κι όχι εγώ.
Τι ανόητη ιδέα...
Στον δρόμο για εκεί (το οποιοδήποτε αναγκαίο εκεί),
κάθε γνωριμία έχτιζε ένα νέο τοίχος απογοητεύσεων,
Μέχρι που τούβλα και υγρό τσιμέντο, κατέλαβαν όλο τον χώρο που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα δικά μου πέλματα, για να διατηρώ ζωντανή την ψευδαίσθηση της ελεύθερης βούλησης.
Πίσω απ' τα πράσινα παραθυρόφυλλα, παρατηρούσα την πόλη ολόκληρη, να περπατάει λες και το βήμα της να 'χε βάρος. Και το χειρότερο:
Να χαίρομαι που δεν έχει.
Και δεν δάκρυζα πια, για πολύ συγκεκριμένους λόγους, αμέτρητους.

VI.

Τότε νομίζω με λυπήθηκε. Γιατί χορεύοντας μ’ ένα μπουκάλι Teachers στο χέρι, στην μέση μιας περιστροφής,
εντόπισα την σωτηρία, στο πίσω μέρος του δωματίου. Φορούσε το αγαπημένο της αυτοσαρκαστικό χαμόγελο.

Με πληροφόρησε, πως έκανε ένα μικρό διάλειμμα, με την πλάτη στον τοίχο.
Έτσι,
Κάθισα και εγώ πλάι της, για δυο σαρανταοκτάωρα (περίπου).

Έπειτα, αποχώρησα.

Αρχικά μου έλειψε πολύ και στην συνέχεια,
απολύτως καθόλου.

Ήταν δική μου σε κάθε περίπτωση άλλωστε.
Από τότε, στις 3 το ξημέρωμα -κάθε 3 το ξημέρωμα-  ξεχνάω πως να λέω ψέματα. Μαθαίνω να μισώ φαινομενικά αθώες λέξεις,διαρκώς μεταβαλλόμενες, απ' την αρχή.
Και τότε, μπορώ να Είμαι.
Να Είμαι, 
όντως.

21.10.12

Υπέροχα άβολο.



Ζήτησα κάτι,
Να κάνω διάλογο μαζί του,
για χρόνο, σώματα και σχήματα.
Δεν ήταν εύκολα,
τα τελευταία 662.256.000 δευτερόλεπτα, βλέπεις.

Μου θύμισαν,
πως να ξενυχτάω,
περνώντας κλωστές σε βελόνες.
Μάτωσαν οι δείκτες.
Και τώρα,
αφήνω σημάδια σε καλοραμμένα κομμάτια υφάσματος.
Κάποιο πρωί, είμαι βέβαιη,
το αίμα θα τους οδηγήσει πίσω σ' εμένα.
Θα ζητήσουν αποζημίωση ή
Κάτι χειρότερο.
Αλλά τράβηξα τον σύρτη και
ο καφές και το κρασί θα με κρατήσει για μέρες.
Οπότε,
περιμένω.

Ζήτησα κάτι ,
να μου γεμίσει το στόμα
κομμάτια πορσελάνης.
Και να μην με ενοχλεί.
Κάτι να με κάνει να δαγκώνω τα χείλη μου,
Δίχως να χρειαστεί να σκίσω 20 άχρηστα στρώματα περιτυλίγματος.
Να πονάει,
Εκπληκτικά.
(Γιατί θυμάμαι,
να στηρίζομαι στο μπαλκόνι,
παρατηρώντας την ζωή να τρέφεται από άλλα σώματα
και γω να ευχαριστώ τον θεό
και ας μην έμαθα να πιστεύω,
που ήμουν ψηλά και μακριά της.
'Η πιότερο κοντά απ' όλους- είναι ζήτημα προοπτικής.)
Ζήτησα κάτι,
Να είναι εδώ και να μου λείπει,
Ήδη.


Έντεκα και είκοσι, ακριβώς.
Χτυπάει πάλι.
Οι ώμοι καρφωμένοι στην πόρτα,
ο σύρτης στην θέση του. Δεν χρειάζομαι τίποτα,
Αφήστε με.
Ή μάλλον,

Δώσε μου δύο ώρες
Πεντάστιχων, μηρών και αντιβαρύτητας.
Να φύγουμε για κάπου, οπουδήποτε,
λίγο αργότερα.
Αλλά να φύγουμε όντως.

-Πνίγομαι.
-Υποτίθεται ότι έτσι πρέπει να συμβαίνει,
όταν ο κόσμος κουλουριάζεται μέσα σε φλούδα μανταρινιού.
Υποτίθεται.
-Μα κοίταξέ με! Κοίτα με! Μπορώ να καρφώσω κάθε βλέμμα που σέρνεται σ' αυτό το δωμάτιο, στον τοίχο. Και να μου ανήκουν όλα. Και δεν με νοιάζει.
-Ηρέμησε.
Ορίστε.
Ηρέμησα. Και Τώρα;


Αλλά πήρα δυο στροφές λάθος
Και μια σωστή
Και τα πέλματά μου πονάνε,
λίγο.
(Όπως τότε που έκανα περιστροφές, στις μύτες των ποδιών,
Με το βλέμμα καρφωμένο σε ένα σημείο,
Πολύ συγκεκριμένο,
Του καθρέφτη,
Για να μην χάσω τις ισορροπίες.)
Και η ακολουθία των χτύπων,
Μου είναι άγνωστη, ακόμα.
Και Τώρα;

Εδώ, ακριβώς, είναι ένα άλλο
Τώρα.
Το ερώτημα είναι άτοπο.
Άτοπο. Για φαντάσου... Χάνω στοιχήματα με τον χρόνο και την απώλεια.

Και εγώ,
μένω να κοιτώ 3 σελίδες κίτρινο χαρτί
Μ’ ένα στόμα γεμάτο πορσελάνη
και 21 άτοπα,
να κυλάνε πίσω από το δέρμα μου.
Να πονάω στο άγγιγμα, 
υπέροχα.
Να είσαι εδώ και να μου λείπεις,
Ήδη.


Και γάμα και τα 662.256.000. Μαθαίνω την ευγενή τέχνη του να γδύνω, μέσω της αφαίρεσης των ρούχων των δικών μου, μόλις Τώρα.



28.7.12

Από πρώτο και δεύτερο, σε πρώτο πληθυντικό απρόσωπο.






Το πρώτο.


Ένα ακόμη υπέρμετρα φιλόδοξο πείραμα,
απέτυχε.
Τουλάχιστον απέτυχε, εξαιρετικά.
Καστανοκόκκινες μπούκλες στον νιπτήρα.
Να εμπιστευτώ σε ποιον άλλο την διεκπεραίωση
αυτής της παράνοιας;
Και γιατί;
Μου παραδίδω το όπλο που επέλεξα,
σχεδόν τελετουργικά.
Στρέφω την πλάτη στον καθρέφτη
και κλείνω τα μάτια, για σιγουριά.
Από την όλη διαδικασία,
κρατάω μόνο την καινούρια,
αγαπημένη μου συλλογή ήχων.
Ρυθμικές σταγόνες σε μέταλλο,
ανάλαφρες τούφες στο μάρμαρο.
Ο λευκόχρυσος που φυλακίζει τον αντίχειρα,
σε πλαστικό δοχείο.
Αλλάζω και αποχρώσεις, πάλι
(Όχι,δεν έγινα ζωγράφος εν τέλει).

Όταν τα ξαναανοίγω,
δεν είμαι παρα μια παράμετρος,
του υπαίτιου της καταστροφής.
Σκουπίζω τ' απομεινάρια,
με την φροντίδα που άλλοι κρατάνε χέρια.
Και αδειάζω ένα φαράσι,
γεμάτο ευθύνες,
πάνω στον σωρό από φακελάκια τσάι,
πιάτα μιας χρήσης και ληγμένες δικαιολογίες.



Το δεύτερο.

Λίγες στιγμές μετά,
ένας αντικατοπτρισμός μου,
με καλεί σε έξοδο.
Για ποτό. Σε κάποια ταράτσα ξενοδοχείου.
Με κοιτάζει, σαν να μαι η προσωποποίηση του τέλους.

Του δικό του;Ας με πληροφορήσει κάποιος ποιο τέλος απ' όλα είμαι.Γελάω με την ροή της σκέψης μου και νομίζει, τον κοροϊδεύω. Σαφώς. Προσπαθούσε ώρα να καταλήξει κάπου και νομίζω μόλις τα κατάφερε και μου διέφυγε το αποτέλεσμα της προσπάθειας. Μάλιστα, η τελευταία φράση, ακούστηκε ύποπτα όμοια με την προηγούμενη.Καλά θα κάνω να ζητήσω να την επαναλάβει. Αν δεν το κάνω θα αντιληφθεί πως δεν είμαι εδώ. Και τότε που θα είμαι;


-Τόσο..
Κάθε γράμμα που συλλαβίζεται,
σκάβει πληγές στον ιδιοκτήτη του.
Και δεν λυπάμαι. 
Γιατί δεν λυπάμαι;
-Τόσο τι;
-Τόσο όμορφη.
-Φοβάμαι, πως σταμάτησε να 'χει σημασία.
-Τι φοβάσαι;
-Εμένα. Εσένα. Γαμώτο. Ας δώσω μισή ειλικρινή απάντηση.
 Εννοώ εμάς.
-Μην το κάνεις.

Ναι, σωστά.
Οινόπνευμα στα χείλη,
φωτισμένα διαμερίσματα στο βάθος,
Βλέμματα που σκαρφαλώνουν στον λαιμό μου.
Κάτι φορές,
ξεχνάω να κλέβω ανάσες.
Άλλες,
να ζητήσω την απομάκρυνση
της μιας παλάμης, από τα χείλη και την μύτη μου,
της άλλης, απ' τους καρπούς μου.
Όλα,
ακαθόριστα
άβολα.



Χ.

Δεμένα δάχτυλα με τα δικά του,
μα τα απομάκρυνα.

Να τα δέσω στην βάση του αυχένα μου,
να στηρίξω τις ανασφάλειες.
Πόσο ανόητη.
Τυφλή, ανόητη και δυστυχώς,
όχι αβοήθητη.
-Τι νομίζεις ότι κάνεις;

Τι να νομίζω ότι κάνω; Σκάβω τα τείχη του κρεβατιού μου, να 'ναι ευρύχωρο τις νύχτες που θα περιστρέφομαι ακούραστα και θα κατηγορώ την 5η κούπα καφέ. Ναι, ναι, ήταν υπερβολή. Το κάνω πάλι. Να τι κάνω: Το ίδιο, σ' επανάληψη.Τον παρατηρώ. Σαν να μαθαίνω απ' την αρχή ανάγνωση. Είναι τόσο..Αυτή η πόλη είναι κόλαση. Δεν έχει μια γωνιά, να σταθείς και να ουρλιάξεις μέχρι να σκοτωθεί ο απόηχος.

-Μ' ακούς; Να τα κρατήσεις έτσι, για πάντα. Σου πάνε τόσο.
-Εσύ μ' ακούς, όντως; Χρησιμοποίησες το για πάντα, σε ΛΑΘΟΣ πρόταση. 

Χάνω την ψυχραιμία μου, πάλι. Μόλις έχυσα το ποτό μου. ΤΈΛΕΙΑ. Μου λέει "μικρή η ζημιά", αντί να με μαλώσει. Μαθαίνει, κατάρα. Εγώ, πότε; Με παίρνει αγκαλιά και λέει "συμβαίνουν αυτά". Εγώ πάλι, δεν λέω.


Τώρα,
δεν έχω τίποτα ν' απλώσω απ' το παράθυρο
και να περιμένω.
Στον διάολο με την αναμονή.
Εξάλλου, μένω σε ισόγειο,
από χρόνια.
Τουλάχιστον, έκανα ότι περνούσε απ΄τα χέρια μου,
να διευκολύνω την φυγή-
Δεν έχουν να μου προσάψουν τίποτα.
Έσπασα την κούπα μου,
άλλος ένα λεκές στον καναπέ
και πραγματικά
ΣΤΟΝ ΔΙΑΟΛΟ ΜΕ ΤΗΝ ΗΡΕΜΙΑ.
Όλα,
τόσο...
Όλα,
βολικά
άβολα.














10.5.12

Σχετικά με την πιο πρόσφατη συνάντησή μας.

(και με το πως εν τέλει θα μου ήταν προτιμότερο να ταίσω το κατοικίδιό μου κόνιο με τόνο,
από το να υπάρξει μια ακόμη)

Γέμισα το σακίδιο με πρωτοχρονιές,
δηλητήριο και παγωμένα χέρια. Και έβγαλα το καλό μου ζευγάρι παπούτσια,
γιατί προσπάθησε να με καταπιεί. Έπειτα, συνομιλούσε και δυνατά με το πάτωμα, επανέφεροντας όλες τις λάθος συζητήσεις. Ήταν γενικότερα,
ένα ακόμη
λάθος.
Το ίδιο βράδυ, ισορροπήσαμε, σαν γάτες,
ανάμεσα σε ποτήρια σαμπάνιας (παραγεμισμένα)
και κακούς ηθοποιούς, τρώγοντας δημητριακά από τις χούφτες.
Και κορμιά να χορεύουν σε μπάρες, θα ήταν αναμφίβολα μια καλύτερη επένδυση,
αλλά ευτυχώς υπάρχει "και του χρόνου."


Έκλεισα και κάτι γενέθλια σ'ενα μικρό κουτί
και το έθαψα με τους αγαπημένους μου
και δυο τρεις άγνωστους
σε κάποια γωνία του κήπου.
Τώρα, κάθε φορά που πέρναω από πάνω τους,
χάνω και λίγο από εμένα.
Στερέψαμε από κόλλα και κλωστές και παρατηρούμε τα μέλη να εγκαταλείπουν ένα ένα
τον κορμό. ΤΙ μας έμεινε;
Έξι μήνες ακόμη.
Καθαρής, γνήσιας
απελπισίας.
'Oλοι μου οι φίλοι παρανοούν, ξημερώματα,για την παραμονή τους σε όλα τα λάθος ξενοδοχεία.
Εγώ,
απλώς θέλω να πληρώσουμε να φύγουμε.
Να γυρίσουμε σπίτι.

Τελικώς υπάρχουν πολύ πιο άσχημα πράγματα,
από κάκτους που φυτρώνουν πάνω σε ταφόπλακες.
Εξάλλου συνήθισα να περιμένω 45 λεπτά σε στάσεις λεωφορείων.
Μισή αιωνιότητα δεν είναι τίποτα.
Ναι, σωστά -
Και του χρόνου.


Η γυμνή βασίλισσα.

Ξέχασα, για μερικές στιγμές,
πως να σχεδιάζω τις καμπύλες σωστά.
Το α μου,  ήταν σαν άλφα μόνον όταν γυρνούσα την κόλλα ανάποδα
και το β, δεν ήταν.
Και κάθε πιθανή γραμμή να ένωνε τα δυο σημεία,
διασπάστηκε σε ασύμμετρα κομμάτια, που αιωρούνται στο κενό,
διατηρώντας (ως οφείλουν) ασφαλείς αποστάσεις μεταξύ τους.
Όπως βλέπεις δεν ήταν μονάχα οι ώρες -ποτέ αρκετές,
που μας ξόδεψαν.
Τώρα, στην επιφάνεια του χρόνου πλέουν κεράσια
και εγώ χρησιμοποιώ το καλαμάκι για να τον ανακατέψω με την απόσταση.
Η ακουστική εικόνα του τέλους σου, είναι ο ήχος που
συνθέτουν τα παγάκια.

Τώρα, στέκομαι μπροστά στον λαό, ολόγυμνη,
δίπλα στον βασιλιά μου.
Αυτός, μέσα στα υφάσματα που του διάλεξα. Μπροστά του,
κανένας δεν θα σχολίαζε ανοιχτά την δική μου αμέλεια.
Τράφηκα από τον φόβο τους και έμαθα να δικαιολογώ τον εαυτό μου.
Πληροφορούμαι, πως η επιδειξιμανία μου έχει γίνει
θέμα συζήτησης των αυλικών.
Κάθε αποκεφαλισμός όποιου ανέφερε το προφανές,
είναι η πιο θετική στιγμή της ημέρας μου.
Θυσίασα και έναν αγγελιοφόρο, για να σου παραδοθούν πέντε γραμμές.
Αλλά εσύ ποτέ δεν έμαθες να διαβάζεις σωστά τις καμπύλες.
Διόρθωσέ με. Σε προκαλώ.

Για να σε βοηθήσω,
το κομμάτι χαρτί στην τρίτη τσέπη του πορτοφολιού σου γράφει:
 
Είχες δέσει τα δάχτυλά μου με ναυτικούς κόμπους,
πολύπλοκους (έτσι νόμιζες).
Τώρα, τα βυθίζω σε σχεδόν σκληρές επιφάνειες,
για πλάκα.
Και όταν καίω τρύπες στα καλύμματα τελευταία
και σχηματίζονται πάνω σου,
γελάω λιγάκι.
"Είναι κρίμα,
που βγήκαμε σ' εκείνη την έξοδο δεν νομίζεις;"
Όχι...
Και είχα ορκιστεί πως δεν θα λεγα ψέμματα.
Το έκανα.
Όπως και να χει, σου ζήτησα ένα ουίσκι με πάγο
και πήρα ένα κοκτέιλ δυσπιστίας και έρωτα,
σε ψηλό ποτήρι.
Με ομπρελίτσα.
Θα μπορούσε να είναι αστείο, αν δεν ήταν τόσο 
απογοητευτικό.
Για τους παραπάνω λόγους,
διέταξα την εξορία σου.

Νομίζω σου έκανα χάρη. Η φυγή ήταν πάντοτε το αγαπημένο σου παιχνίδι.
Τώρα, διόρθωσέ με.
Σε προκαλώ.



Κάθαρση.

Ύψωσα τοίχους από στάχτες.
Και το επίπλωσα με τα ακριβότερα
ξεβρασμένα κομμάτια ξύλου.
Τα μάζεψα όλα από την δεύτερη παραλία
Πίσω απ΄τα βράχια.

Μου χες πει «κανένας, ποτέ δεν την επισκέπτεται»
Και ήταν μια από εκείνες τις αλήθειες σου, τις μισές.
Γιατί το απομεσήμερο, που τραβούσα το τελευταίο κομμάτι,
Το σφηνωμένο ανάμεσα στα βότσαλα,
Άρχισαν να έρχονται, Εκείνοι .Τουλάχιστον για αλμυρό νερό αυτή τη φορά,
Όχι για μένα.
Το μάζευαν σε μπουκαλάκια,
να συντηρήσουν τα αγορασμένα δολώματα
(σκουλίκια).
Έπρεπε να έβλεπες το χαμόγελο μου κατά την αναχώρηση.
Έλεγα σε επανάληψη
"Αυτή τη φορά,
Δεν ήταν όλα, ψέματα" και τα μάτια μου,
κάτι παλιοί γνωστοί που πετύχαμε είπαν πως γυάλιζαν
(Εδώ φτάσαμε).
Σε κάθε περίπτωση-
Επιστρέψαμε με όλους τους αγαπημένους μου,
στην πόλη. Και κλειστήκαμε στο πυρασφαλές πλέον κουκλόσπιτο.
Χρησιμοποιήσαμε και τον σύρτη για σιγουριά.
Βρήκαμε και από ένα υγρό κούτσουρο να καθίσουμε
Και επιτέλους,
Ηρεμήσαμε.