26.12.08

Αντίθετο της πραγματικότητας.


Τα σύννεφα αυτές τις μέρες
κυλάνε σαν τα τρένα
γύρω από
χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Εύχονται να είχαν
κάποια άλλη τροχιά.
Μακριά από
εδώ.
Δακρύζω και
τα μάγουλα σου βρέχονται.
Και χαμογελάς.
Και είναι στιγμές όμορφες
σε άσχημη εποχή,άσχημων πραγμάτων.

Και είναι σαν ο κόσμος γύρω από
αυτή τη στιγμή να γυρνάει πολύ γρήγορα.
Κάποιος μου είχε μάθει
πως τα πράγματα γίνονται
αόρατα σε ταχύτητες
τεράστιες.
και δεν έχει σημασία
αν ισχύει
Γιατί στον δικό μου κόσμο η φυσική
έχει άλλους νόμους.
Απαιτώ το μερίδιο μας στην
φαντασία:


Θέλω να είμαι καθισμένη σε ένα ράφι κουζίνας
σαν ένα συστατικό,
παράξενης συνταγής.
Και όλα να έχουν καινούριο άρωμα.
Τα χέρια σου να είναι
ποτάμια σε όλους τους δρόμους.
Θα ήθελα να είμαστε όλοι,
πλήθος
χαρούμενης συναυλίας
και όχι θλιβερής πομπής.


Χωρίς μουσική αυτή τη φορά,
στροβιλίζονται
στο κέντρο
του δρόμου,
ανάμεσα σε άλλα,
δυο μικρά παιδάκια.
Και σε κρατάω σφιχτά
με τις βλεφαρίδες να αγγίζουν
γιατί
Φοβάμαι να είμαι εδώ,

αν δεν είμαι μαζί σου.

Το Τέλος μιας πόλης.

Αλυσίδες γύρω από
τις σκέψεις σας
να τις κρατήσω εδώ,
μην χαθούν και αυτές
και αφήσουν την πόλη όπως οι φωνές
των μπαλκονιών.
Έβρεχε 25 ώρες συνεχόμενα.
Ο ουρανός,
σε μια τελευταία προσπάθεια
για την "περίπτωσή μας".
Έπειτα,
παραιτήθηκε.

Ο δρόμος είναι Μεγάλος,
έχει χίλιες φωνές,
είναι πολύχρωμος,
πνίγεται σε καπνούς,
φυσάει σαν κριθάρι,
κυλάει σαν
λάσπη.
Και νομίζω πως Ο δρόμος δεν είναι
παρα μια
λέξη
και αληθινά,
η πραγματική επανάσταση
δεν ξέρω
που γίνεται.
Τα παιδιά ξήλωναν τις πλάκες του
πεζοδρομίου
και έψαχναν από κάτω.
Και ο δράκος δεν ήξερε
ποιον πρίγκιπα να τυλίξει
σε φλόγες.
Και τα στενά δάκρυσαν,
τεχνητά.

Δώρισα αμέτρητα δευτερόλεπτα
σήμερα,
στις εικόνες.
Ο φόβος μου έκλεψε 59078 αναπνοές.
Διδάχτηκα να Μην μαθαίνω,
από αυτή τη Πόλη.
Βρώμικη πόλη,
Λερωμένη.

έχουμε αποδείξεις εναντίον σου.
χαρτιά που θα σε τύλιγαν
Στις φλόγες.
Δάκρυα στα θρανία.
Χωράφια καμμένα.
Έχουμε,

Αίμα στο
πεζοδρόμιο.

3.12.08

Η 25η ώρα.


Tα χείλη σου τα έραψες σε
ένα μικρό σημείο
στην άκρη του ξύλινου δαπέδου.
Μπήκε Δεκέμβρης.
Γδύθηκαν τα δέντρα του
πεζοδρομίου σου,
στην ουσία τους.
Άπλωσες την μοκέτα από πάνω του
και ζέστανες το χαμόγελό σου.
Και με κάλεσες.
Άλλος ένας γλυκόπικρος χειμώνας,
τυλιγμένος με άσπρο κασκόλ.

Και μετά περπάτησες με γυμνά πόδια
από πάνω απ΄το χαλί σου,
και έσυρες το γέλιο σου μαζί σου.
Τραυματισμένο,
σε νέα ταξίδια.
Από την μία γωνία του δωματίου στην άλλη,
με άπειρες κινήσεις.
Απίθανες περιπέτειες.

Κάποιες φορές τα χέρια σου
είναι
τα σκοτεινά πουλιά
πίσω από τις κουρτίνες
και άλλες τα δάχτυλα σου σερπαντίνες.
Και τα τριμμένα παπούτσια σου
και το σκισμένο τζιν,
παράξενα στο chic δωμάτιο
Της Μπεζ Μοκέτας,
μου λένε ιστορίες.
Παίζουν σκάκι μαζί μου
και με νικάνε κάθε φορά.
Checkmate.
Παίζουν μουσική μαζί μου
και είναι μια μικρή επανάσταση
από εκείνες
που σε βοηθάνε στην


Αναπνοή.