10.5.12

Σχετικά με την πιο πρόσφατη συνάντησή μας.

(και με το πως εν τέλει θα μου ήταν προτιμότερο να ταίσω το κατοικίδιό μου κόνιο με τόνο,
από το να υπάρξει μια ακόμη)

Γέμισα το σακίδιο με πρωτοχρονιές,
δηλητήριο και παγωμένα χέρια. Και έβγαλα το καλό μου ζευγάρι παπούτσια,
γιατί προσπάθησε να με καταπιεί. Έπειτα, συνομιλούσε και δυνατά με το πάτωμα, επανέφεροντας όλες τις λάθος συζητήσεις. Ήταν γενικότερα,
ένα ακόμη
λάθος.
Το ίδιο βράδυ, ισορροπήσαμε, σαν γάτες,
ανάμεσα σε ποτήρια σαμπάνιας (παραγεμισμένα)
και κακούς ηθοποιούς, τρώγοντας δημητριακά από τις χούφτες.
Και κορμιά να χορεύουν σε μπάρες, θα ήταν αναμφίβολα μια καλύτερη επένδυση,
αλλά ευτυχώς υπάρχει "και του χρόνου."


Έκλεισα και κάτι γενέθλια σ'ενα μικρό κουτί
και το έθαψα με τους αγαπημένους μου
και δυο τρεις άγνωστους
σε κάποια γωνία του κήπου.
Τώρα, κάθε φορά που πέρναω από πάνω τους,
χάνω και λίγο από εμένα.
Στερέψαμε από κόλλα και κλωστές και παρατηρούμε τα μέλη να εγκαταλείπουν ένα ένα
τον κορμό. ΤΙ μας έμεινε;
Έξι μήνες ακόμη.
Καθαρής, γνήσιας
απελπισίας.
'Oλοι μου οι φίλοι παρανοούν, ξημερώματα,για την παραμονή τους σε όλα τα λάθος ξενοδοχεία.
Εγώ,
απλώς θέλω να πληρώσουμε να φύγουμε.
Να γυρίσουμε σπίτι.

Τελικώς υπάρχουν πολύ πιο άσχημα πράγματα,
από κάκτους που φυτρώνουν πάνω σε ταφόπλακες.
Εξάλλου συνήθισα να περιμένω 45 λεπτά σε στάσεις λεωφορείων.
Μισή αιωνιότητα δεν είναι τίποτα.
Ναι, σωστά -
Και του χρόνου.


Η γυμνή βασίλισσα.

Ξέχασα, για μερικές στιγμές,
πως να σχεδιάζω τις καμπύλες σωστά.
Το α μου,  ήταν σαν άλφα μόνον όταν γυρνούσα την κόλλα ανάποδα
και το β, δεν ήταν.
Και κάθε πιθανή γραμμή να ένωνε τα δυο σημεία,
διασπάστηκε σε ασύμμετρα κομμάτια, που αιωρούνται στο κενό,
διατηρώντας (ως οφείλουν) ασφαλείς αποστάσεις μεταξύ τους.
Όπως βλέπεις δεν ήταν μονάχα οι ώρες -ποτέ αρκετές,
που μας ξόδεψαν.
Τώρα, στην επιφάνεια του χρόνου πλέουν κεράσια
και εγώ χρησιμοποιώ το καλαμάκι για να τον ανακατέψω με την απόσταση.
Η ακουστική εικόνα του τέλους σου, είναι ο ήχος που
συνθέτουν τα παγάκια.

Τώρα, στέκομαι μπροστά στον λαό, ολόγυμνη,
δίπλα στον βασιλιά μου.
Αυτός, μέσα στα υφάσματα που του διάλεξα. Μπροστά του,
κανένας δεν θα σχολίαζε ανοιχτά την δική μου αμέλεια.
Τράφηκα από τον φόβο τους και έμαθα να δικαιολογώ τον εαυτό μου.
Πληροφορούμαι, πως η επιδειξιμανία μου έχει γίνει
θέμα συζήτησης των αυλικών.
Κάθε αποκεφαλισμός όποιου ανέφερε το προφανές,
είναι η πιο θετική στιγμή της ημέρας μου.
Θυσίασα και έναν αγγελιοφόρο, για να σου παραδοθούν πέντε γραμμές.
Αλλά εσύ ποτέ δεν έμαθες να διαβάζεις σωστά τις καμπύλες.
Διόρθωσέ με. Σε προκαλώ.

Για να σε βοηθήσω,
το κομμάτι χαρτί στην τρίτη τσέπη του πορτοφολιού σου γράφει:
 
Είχες δέσει τα δάχτυλά μου με ναυτικούς κόμπους,
πολύπλοκους (έτσι νόμιζες).
Τώρα, τα βυθίζω σε σχεδόν σκληρές επιφάνειες,
για πλάκα.
Και όταν καίω τρύπες στα καλύμματα τελευταία
και σχηματίζονται πάνω σου,
γελάω λιγάκι.
"Είναι κρίμα,
που βγήκαμε σ' εκείνη την έξοδο δεν νομίζεις;"
Όχι...
Και είχα ορκιστεί πως δεν θα λεγα ψέμματα.
Το έκανα.
Όπως και να χει, σου ζήτησα ένα ουίσκι με πάγο
και πήρα ένα κοκτέιλ δυσπιστίας και έρωτα,
σε ψηλό ποτήρι.
Με ομπρελίτσα.
Θα μπορούσε να είναι αστείο, αν δεν ήταν τόσο 
απογοητευτικό.
Για τους παραπάνω λόγους,
διέταξα την εξορία σου.

Νομίζω σου έκανα χάρη. Η φυγή ήταν πάντοτε το αγαπημένο σου παιχνίδι.
Τώρα, διόρθωσέ με.
Σε προκαλώ.



Κάθαρση.

Ύψωσα τοίχους από στάχτες.
Και το επίπλωσα με τα ακριβότερα
ξεβρασμένα κομμάτια ξύλου.
Τα μάζεψα όλα από την δεύτερη παραλία
Πίσω απ΄τα βράχια.

Μου χες πει «κανένας, ποτέ δεν την επισκέπτεται»
Και ήταν μια από εκείνες τις αλήθειες σου, τις μισές.
Γιατί το απομεσήμερο, που τραβούσα το τελευταίο κομμάτι,
Το σφηνωμένο ανάμεσα στα βότσαλα,
Άρχισαν να έρχονται, Εκείνοι .Τουλάχιστον για αλμυρό νερό αυτή τη φορά,
Όχι για μένα.
Το μάζευαν σε μπουκαλάκια,
να συντηρήσουν τα αγορασμένα δολώματα
(σκουλίκια).
Έπρεπε να έβλεπες το χαμόγελο μου κατά την αναχώρηση.
Έλεγα σε επανάληψη
"Αυτή τη φορά,
Δεν ήταν όλα, ψέματα" και τα μάτια μου,
κάτι παλιοί γνωστοί που πετύχαμε είπαν πως γυάλιζαν
(Εδώ φτάσαμε).
Σε κάθε περίπτωση-
Επιστρέψαμε με όλους τους αγαπημένους μου,
στην πόλη. Και κλειστήκαμε στο πυρασφαλές πλέον κουκλόσπιτο.
Χρησιμοποιήσαμε και τον σύρτη για σιγουριά.
Βρήκαμε και από ένα υγρό κούτσουρο να καθίσουμε
Και επιτέλους,
Ηρεμήσαμε.