κάθε μικρή παύση.
Τι ήσουν εσύ και όλοι μας,
αν όχι η πρόταση που ένωνε τελείες;
Δεν είναι παρά ένα ακόμη
πρωινό Οκτώβρη,
κατακαλόκαιρο.
Μην μπερδεύεσαι.
Λίγο να με καταλάβαινες,
θα ήξερες.
Να μην ξεχνάς να αγγίζεις,
ακριβώς έτσι,
σαν ο κόσμος να 'ναι ξαπλωμένος,
στα χείλη σου.
Οι φίλοι μου, κάνουν πρόποση
στην φράση, που ζωγραφίστηκε στο άσπρο πουλόβερ,
της παραλίας, καιρό πριν
(ναι υπάρχει ακόμη).
Αγαπήθηκες όσο θ' αγαπήσεις.
Δεν έχουμε μόνιμη κατοικία,
Νοικιάζουμε σοκολατάκια στο μαξιλάρι
και οι δείκτες των ρολογιών μας, κολλάνε πάντοτε
το απομεσήμερο.
Τι μας ανήκει;
Τύλιξε το σεντόνι πιο σφιχτά,
νιώσε,
τους τόνους μου.
Από το λάθη μου τ' αμέτρητα, μιας ερμηνείας λογικής
ποιο το νόημα;
Προσπάθησα ωστόσο.
Δεμένοι στο λιμάνι αυτό,
μέρα με τη μέρα,
παραλείψαμε να γιορτάσουμε την άφιξη του πλοίου,
υποθέτω,επίτηδες.
Και όμως,
μες τη ζάλη,
ακόμη εγώ
και οι τρελές μου σκέψεις,
σκύβουμε το κεφάλι,
από σεβασμό,
σε μια αίσθηση
δυνατότερη
από τα κύματα που σκάνε στις πλάτες.
Απογοητευτική,
εξαίσια και
ξαφνική τελείως,
σαν
αυτή. Ακριβώς, σαν αυτή.

Και δεν σταματά ποτέ να με εκπλήσσει η συνέχεια και συνέπεια,
των λανθασμένων μου επιλογών λέξεων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου