στην Φ. και στην Π.
Κυλάω κάτω από την επιφάνεια του ήχου,
χτυπώντας τις παλάμες μου,
στο παγωμένο γυαλί.
Είναι φορές,
που αφαιρώ την αλυσίδα που μου χάρισαν,
απ' τον λαιμό
και με το απειροελάχιστα μικρό διαμάντι της,
προσπαθώ να ανοίξω ρωγμές στην μελωδία.
Να ακουστούν τα ουρλιαχτά μου,
ως την απέναντι όχθη.
Αυτά,
τους ανήκουν,
όλα.
Και ύστερα,
όταν νιώθω το βλέμμα τους,
να κατηφορίζει το εξωτερικό των μηρών μου,
απεγνωσμένα καλύπτω τις τρύπες που σκάλισα,
με μασημένες τσιχλόφουσκες.
Να μην με ακούσουν.
Και κουλουριάζομαι στον πάτο.
Κλείνω τα μάτια, κρύβομαι,
τους κρύβω.
Νιώθω,
ασφάλεια
(και άλλα πλασματικά) τελοσπάντων. Είναι όμορφα,
τότε.
Η παρτίδα των αισθήσεων,
ποτέ δεν παίζεται πολιτισμένα.
-Χρειάζομαι,
να μου το υπενθυμίζουν συνέχεια.
Από τα πρώτα μου λεπτά,
Έδεσαν την μοίρα, την δική μου,
με την ανάγκη του ανήκειν
και ό,τι αυτή συνεπάγεται.
(Καθώς θα βλέπεις, δεν είχα επιλογή)
Θυσίασα την γη μου, ολόκληρη,
στον βωμό της
και μου 'μεινε η θάλασσα.
Η θάλασσα και οι αργές μέρες.
Και ρωτάς
πως.
Είναι φορές που θέλω ν' απαντήσω.
Άλλες πάλι,
μου φαίνεται
ανούσιο.
Αυτή την στιγμή,
όμως,
χτυπώντας το γυαλί,μ' όλη μου την δύναμη
προσεύχομαι,
σ' ό,τι μ' αγάπησε,
να σου δοθεί, για μια εποχή,
η δυνατότητα
να αγωνιάς
και
να νοιάζεσαι.
Αυτό, μόνο.
Κυλάω κάτω από την επιφάνεια του ήχου,
χτυπώντας τις παλάμες μου,
στο παγωμένο γυαλί.
Είναι φορές,
που αφαιρώ την αλυσίδα που μου χάρισαν,
απ' τον λαιμό
και με το απειροελάχιστα μικρό διαμάντι της,
προσπαθώ να ανοίξω ρωγμές στην μελωδία.
Να ακουστούν τα ουρλιαχτά μου,
ως την απέναντι όχθη.
Αυτά,
τους ανήκουν,
όλα.
Και ύστερα,
όταν νιώθω το βλέμμα τους,
να κατηφορίζει το εξωτερικό των μηρών μου,
απεγνωσμένα καλύπτω τις τρύπες που σκάλισα,
με μασημένες τσιχλόφουσκες.
Να μην με ακούσουν.
Και κουλουριάζομαι στον πάτο.
Κλείνω τα μάτια, κρύβομαι,
τους κρύβω.
Νιώθω,
ασφάλεια
(και άλλα πλασματικά) τελοσπάντων. Είναι όμορφα,
τότε.
Η παρτίδα των αισθήσεων,
ποτέ δεν παίζεται πολιτισμένα.
-Χρειάζομαι,
να μου το υπενθυμίζουν συνέχεια.
Από τα πρώτα μου λεπτά,
Έδεσαν την μοίρα, την δική μου,
με την ανάγκη του ανήκειν
και ό,τι αυτή συνεπάγεται.
(Καθώς θα βλέπεις, δεν είχα επιλογή)
Θυσίασα την γη μου, ολόκληρη,
στον βωμό της
και μου 'μεινε η θάλασσα.
Η θάλασσα και οι αργές μέρες.
Και ρωτάς
πως.
Είναι φορές που θέλω ν' απαντήσω.
Άλλες πάλι,
μου φαίνεται
ανούσιο.
Αυτή την στιγμή,
όμως,
χτυπώντας το γυαλί,
προσεύχομαι,
σ' ό,τι μ' αγάπησε,
να σου δοθεί, για μια εποχή,
η δυνατότητα
να νοιάζεσαι.
Αυτό, μόνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου