19.6.08

Κωμωδία. Εμείς.




Καταλήξεις και συνηρημένα,
χίλια παιχνίδια με τα γράμματα.
Δίνω στις λέξεις άλλες ερμηνείες.
Based on real events.
-Όχι οτι τις πιστεύω.
Εσύ πλάθεις δικά σου σενάρια.
Ψάχνω την Ατλαντίδα στο συντριβάνι.
Λες και θα την βρω εκεί.
Με αιχμαλωτίζεις με τον φακό,
αμφισβητώ το αποτέλεσμα
και εσύ διαφωνείς.



Kρύβομαι με το σεντόνι
κλείνω την πόρτα της ντουλάπας,
Σβήνω το φως, για ασφάλεια.
Όταν διαπιστώσω (και πάλι)
πως δεν υπάρχει απειλή
βουτάω στα πιο όμορφα όνειρα.
Με μεγάλες απλωτές.
Εσύ ανάβεις το φως,
για να βλέπεις καλύτερα.



Ψάχνω στο τέλειο να βρω ψεγάδια.
Στο παραμύθι φυτρώνεις ρίζες για
να το κάνεις δικό σου.
Και την Ατλαντίδα θα έπνιγα στο συντριβάνι
απλώς για να ισχυριστώ
πως εκεί ήταν από την αρχή.
Και εσύ θα το γκρέμιζες,
για να με διαψεύσεις.
Δεν σε αγαπάω ούτε στιγμή λιγότερο.



Τελικώς,
Η τρέλα είναι καθαρά θέμα
Αγάπης και συνήθειας.

18.6.08

Σε αριθμούς.




Μετρούσα στην διαδρομή τα σκαλιά του μετρό.
Σύνολο:124.
Εναλλακτικά, με το λεωφορείο:
2 στάσεις και ένα τέρμα, αρκετά χιλιόμετρα.
Ένα εισιτήριο,τρία χαρτομάντιλα
και 2 τσίχλες.

Ισορροπία στις ράγες που δημιουργούν
οι 3728 μαρμάρινες πλάκες
στα σημεία που ενώνονται.
Και εσύ το έχεις κάνει,
στοιχηματίζω.
Αν ξεφύγεις από τη γραμμή αυτή,
κάτι φρικτό θα συμβεί.
Ψυχαναγκασμός.
Αν πάλι μείνεις σε αυτή,
δεν κερδίζεις τίποτα.
Σε κάθε περίπτωση,
βγαίνεις χαμένος.
1-0.
(Και πάλι).



Η πόλη μας έχει ακόμη 3.361.806 χαμένους.
Μην ανησυχείς επομένως:
Είναι όλα ζήτημα
αποδοχής.



Καλύτερα να πάρω ταξί.

8.6.08

Ταυτότητα.



Οι λέξεις, σφαίρες, ανοίγουν τρύπες
στην λογική σου κάθε φορά
που ψάχνεις το μονοπάτι.
Μονοπάτι στον αέρα.

Έμαθες να χορεύεις,
χωρίς αυτό να
αποτελεί ιδιαίτερο κατόρθωμα.
Να ενώνεσαι
με τα χρώματα του χώρου
και να δημιουργείς
εικόνες στην επιφάνεια σου
όμορφες και σχεδόν
αληθινές.
Κάτι που έκαναν και άλλοι πριν από εσένα.

Τα μάτια σου
συγκρούονται
σαν μικρά καφέ αεροπλάνα
με το βλέμμα τους,
κάθε φορά.
Αιωρείσαι κάποια βράδια
κάτω από το ραγισμένο μου ταβάνι.
Και είσαι ένα σωρό μικρές σκέψεις.
Μπαλόνια πάνω από στενά.
Άλλες φορές ηρωίδα, αγκαλιά, χαμόγελο, ευθυμία.
Πάντα είσαι εγώ.





Χωρίς όμως αυτό
να σημαίνει τίποτα.

5.6.08

Πώς πεθαίνουν οι ζωγράφοι

[Υπότιτλος:και άλλα αναπάντητα ερωτήματα]















Κράτησες την αναπνοή
(σχεδόν)ως τα τελευταία δευτερόλεπτα.
Και τώρα περπατάς στην άλλη πλευρά.
Όμορφο τέλος.


Για εσένα να πω
πως
Λήστεψες τις αλλαγές του καιρού,
εκφράσεις ξένων προσώπων,
γεύσεις παγωτού
και χαμόγελα.
Τα Έκανες χρώμα
και έβαψες τους τοίχους μου.
Μέσα και έξω.
Πάνω από την υγρασία,
ξέρεις,
η μπογιά δεν κρατάει.
-Στο είχα πει-
Έσβησε και
μου έμεινε το παράπονο.
Ξέρεις,ήξερες
παρελθοντικοί χρόνοι
όλο μπερδεύομαι και ξεχνάω.


Μάσκες οξυγόνου στην μικρή πόλη
να σου δώσουν τι; Για πόσο καιρό;
Σωστά.Τελευταία σου μικρά έργα
οι τοίχοι μου.

Μέρες περνάνε και δευτερόλεπτα.
Ίσως με λίγη ειρωνία θα πω
όταν κάποια στιγμή με ρωτήσουν:
Έπεσαν οι Mάσκες.Ναι.
Τώρα σε διαβάζω ευκολότερα.

29.5.08

Συνομιλία με τον καθρέφτη του νιπτήρα


Σαν μικρό κοριτσάκι
ανάμεσα στα δάχτυλά σου,
περνά η ημέρα.
Σε στροφές γύρω από τον εαυτό της
με πολύχρωμα φορέματα
και μαλλιά που λαμπυρίζουν στον ήλιο.
Νομίζω πως θα πέσει. Ισορροπεί.
Όχι μην πέσεις!

Μου είπες πως αισθάνεσαι μια ανάγκη
να ξεπλύνεις τα χρώματα απ τα χέρια σου.
Παρατηρώ το νερό
να χαϊδεύει τις παλάμες σου
Μικρές σταγόνες
που ξεφεύγουν από τις άκρες των δαχτύλων
παράγουν εκκωφαντικό ήχο
στη σύγκρουσή τους με το στεγνό δάπεδο.
Το πάτωμα γίνεται θάλασσα.
Το χρώμα ξεφεύγει από τα χέρια σου
και χάνεται στο κύμα.
Σαν κομφετί σε τρικυμία.
Την σκότωσες;


Πλησιάζει το ξημέρωμα.
Πίσω από τα πορτοκαλί καράβια
και την απέραντη γαλαζοπράσινη επιφάνεια
πνίγεις όμορφες μέρες.
Ξεχνάς.


Και με απογοητεύεις.

22.5.08

Εξομολογήσεις ενός τρομοκράτη.




Υποσχέθηκα σε ένα αγοράκι,
ένα γαλάζιο μπαλόνι με άσπρη κορδέλα.
Για να το στείλει
σε "ειδική αποστολή" στον ουρανό.
Μετά το πλησίασα,άφησα στα χέρια του,
ένα μικρό λοφάκι στάχτη
και του είπα
να κάνει τον ουρανό καμβά.
Πως τα όμορφα τα ζωγραφίζουμε με σκόνη.
Αυτό τρόμαξε.
Μου είπε ''Σε μισώ"
και άρχισε να τρέχει.

Ύστερα,
παρακολούθησα μια θεατρική παράσταση.
Ανιαρή.
Στις σκέψεις μου έτρεχαν φλεγόμενες σειρές
καθισμάτων,
λιωμένα λουλούδια
και θεωρίες περι νεκρής τέχνης.
Γιατί χειροκροτούσαν;

Τέλος,
μου ζήτησαν τρεις λέξεις.
Πίσω από τα βλέφαρά τους
υπήρχαν κάτι
σχεδίες με μίζερα πληρώματα
και μια γελοία σιγουριά σωτηρίας.
και εγώ αρνήθηκα
γιατί τα χρώματα τους δεν μου άρεσαν.



Τρομοκράτης εγώ;
για φαντάσου!

17.5.08

''ένα λεπτό''


Τώρα,
Στο κέντρο των 6 επιφανειών,
πάνω στο ξύλο ,σταυροπόδι.
Με την πλάτη στραμμένη στο μπαλκόνι.
'Η από τη μια γωνία του δωματίου στην απέναντι.
Αδύνατον;
Δεν βρίσκω την ισορροπία μου.
Στις φλέβες κυλάει κάτι από άγχος και υποχρεώσεις .
Υπομονή.
[Αναπνέω.
Αναπνέω;]



Περιμένω τα πρωινά
που θα ναι πνιγμένα στο μέλι.
Που γυμνές πατούσες θα χορεύουν με το πάτωμα.
Sway.
Που οι αχτίδες θα έχουν κάτι από ζάλη
και δεν θα μετράνε τα δευτερόλεπτα.



Περιμένω το τέλος του δείκτη.
Την άφιξη του Εκεί.
Κυλάει τόσο ανούσια πάνω από ζωγραφισμένες
παύλες.
Άλλες 31 μέρες,32 μέρες.Πλησιάζω.



Όχι όπως παλιά!
Όχι,
δεν θα ζητήσω αυτή τη φορά
''Ένα λεπτό ακόμη".
Αν θέλεις πάρε όμως ένα από εμένα.
Στην παλάμη μου κολυμπάνε πολλά.
Και δεν τα χρειάζομαι.