19.3.10

Στίγμα.


Να δεχθείς,
για μια φορά έστω, τις αφαιρέσεις
που μας σχημάτισαν,
σαν όμορφα λουλούδια.
Ζωγράφισαν τα μέλη μας,
με δεδομένα, τα οποία δεν θα γεράσουν,
με την αλλαγή των εποχών.

Αγκαλιά με τις μούσες
και τις δεύτερες σκέψεις,
διδαχθήκαμε το πως
να ακολουθούμε τον έρωτα.
Πάντα ένα λεπτό αργότερα,
από την προκαθορισμένη ώρα.


Και τώρα,
ανάμεσα σε κομματιασμένα πανιά
και σπασμένα κατάρτια,
να μην μιλάμε
για το ναυάγιο
- αυτό είναι το λιγότερο.
Αλλά για τα εκπληκτικά κύματα,
που μας έφεραν στα γόνατα
και μας χάρισαν μια
τρίτη ή τέταρτη ζωή.

Ελεύθεροι,
πάνω σε κεραμίδια,
στην κορυφή του δικού μας κόσμου,
να μετράμε ως το 7
και να γνωρίζουμε
πως μοναχά
εκεί,
έρχεται το τέλος των πραγμάτων.

Και όχι πάντοτε.

16.3.10

Ανάκληση


Ενα, δύο πανέμορφα φύλλα.
Περισσότερα.
Πέφτουν νεκρά
στα πλακάκια
της αυλής.
Δεν γνωρίζεις, πως να βρεις τις
λέξεις τις σωστές,
που θα τους
ψιθυρίσουν κάτι.
Έστω,
κάτι μικρό.
Από δέντρο σε δέντρο,
μέρες μακρινές,
βουτηγμένες σε μνήμες
και άμμο.

Για να θυμηθούν,
κάτι λίγο από εκείνον.
Κάτι, εκτός
από τον τρόπο που έφυγε.
Λίγοι ήχοι,
περνούν από
το δέρμα σου, ψάχνοντας.
Ανατριχιάζεις στην σκέψη.
Το βλέπω.
Μια μυρωδιά,
στο απέναντι πεζοδρόμιο,
τον γεννά,
από την αρχή.

Και είναι τα λεπτά που
έχασες,
δίχως φωνή.
Οι αποστάσεις που δεν εκμηδενίστηκαν

Από φύλλο σε φύλλο,
χιλιόμετρα να ταξιδεύεις, τώρα,
να εξιλεωθείς.
Μα όλες οι συγγνώμες να μαραίνονται
στα πλακάκια της αυλής.
Να τις ανακαλύπτεις πάντοτε,

λίγο,
αργά.

27.2.10

Μορφές Αυτοκαταστροφής.

Να σφίξει όλα
τα συναισθήματα ανάμεσα στα δάχτυλα,
να ελέγχει την κάθε σκέψη.
Μα ο κάθε μικρός εθισμός,
απόδειξη του νόμου της βαρύτητας,
τραβάει πρόσωπα και πράξεις
προς τον πυρήνα.
Συντρίμμια πάνω σε
όμορφα χώματα.
Λυπάται;

Και αν μπορούσε να μετρήσει,
αντίστροφα από το 347.000
ίσως να έσωζε,
τις στιγμές που ξεψύχησαν στα
χέρια του.
Συνέχεια,
χάνει το μέτρημα.
Μαζί του,
Χάνει και αναπνοές.
Οι λίγες που μένουν,
έχουν καλύτερη γεύση.

Και αν κλείδωνε,
τον εγωισμό του σε ντουλάπι,
θα ήταν μάλλον,
μια λιγότερη έκδοση αυτού
που θα μπορούσε να είναι.
Λιγότερο δέρμα γύρω από
τα κόκαλα,
λιγότεροι χτύποι.

Προς το τέλος, οι φόβοι αναπαράγονται,
πίσω από τα κλειστά βλέφαρα,
ευκολότερα.
Αν οι όμορφες εικόνες,
σβηστούν
τότε,
Τι μένει;
Περισσότερο,
είδε αποτυπωμένη την έννοια της μετάνοιας,
πάνω σε όσα δεν άγγιξε.
Πάνω σε όλα τα
ίσως
που θα μπορούσαν μα δεν επαληθεύτηκαν
κανένα πρωινό.
Γι' αυτά,
ξέρω πόσο ακριβώς
λυπάται.

23.2.10

The Aftermath.

Τα έπιπλα είναι ακόμη εδώ,
μα το διαμέρισμα
αδειάζει, κάθε φορά που κλείνουν τα μάτια.
Μέρες στο μαύρο.
Σέρνονται από
την απέναντι πλευρά του
δωματίου.
Σκαρφαλώνουν στο κρεβάτι.
Και αν σε άφηναν να ξεχάσεις,
δεν θα το έκανες. Όσοι μένουν,
συλλέγουν μυρωδιές,
και αίμα,
να κρατήσουν το συναίσθημα
λίγο παραπάνω.

Διάφανο σώμα,
Φλέβες και νεύρα σε πλήρη προβολή.
Δορυφόροι,
γύρω από τα
εκτεθειμένα χέρια,
όλα τα αγγίγματα που παίρνεις πίσω.

Περιστέρια δεν σταμάτησαν να γυρίζουν,
κάθε πρωί. Η γεύση
της μέντας,
πάντα ίδια.
Είναι οι σελίδες, που δεν αιχμαλωτίζουν
το βλέμμα πια,
οι βασανιστικές μελωδίες.
Όλες οι ελπίδες που κολύμπησαν
σε νερό και κρασί και
τώρα,
παιδεύουν το σώμα.
Σαν αλάτι σε πληγή.
Και ρωτάς να μάθεις,
αλήθεια, πόσο πονάει.

Αν δεν σφίγγεις τα χέρια,
γύρω από τον κορμό,
σταματάς


να αναπνέεις.

Αν θα 'πρεπε.


Μετά τον χορό.
Το βελούδινο πράσινο φόρεμα,
τσαλακωμένο.
Στο πάτωμα και το πουκάμισο.
Γυμνά πόδια,
πάνω σε μαύρα χαλιά.
Και κάθε άγγιγμα να έχει τη
γεύση που δεν θα μπορούσε,
ποτέ,
να έχει το φιλί.

Πάνω από την ατμόσφαιρα,
και τα νεκρά αστέρια,
Με την ίδια πάντα ταχύτητα,
ατελείωτες διαδρομές.
Δεν ξέρω που πάμε.
ΠΟΥ ΠΆΜΕ;
Δεν χωράνε σε αυτές τις στιγμές ρητορικές
ερωτήσεις,
απάντησε μου.

Στο μεγάλο δωμάτιο.
Γυάλινα μάτια,
τρομακτικά.
Ο πυρετός,
θα τα κάνει να λιώσουν.
Φοβάται,
όσο φοβάσαι.

Διστάζεις να μετρήσεις
άλλο ένα
δεν πρέπει.
Μα αυτός έμεινε ακίνητος,
σε αυτό το σημείο.
Απολύτως παγωμένος,
να περιμένει.
Την μεταμόρφωσή του σε άγαλμα,
ή κάτι ομορφότερο.
Με τον χρόνο,
η ομιλία γίνεται δυσκολότερη.
Ό,τι βρίσκεται στον πυρήνα,
πολλαπλασιάζεται

Σκηνές,
περίπλοκες
γυρισμένες με φακό παραμορφωτικό
Αυτή θα φεύγει και εσύ
θα μένεις ακίνητος,
στο πέρασμα των καιρών. Και θα φοβάται,
όσο φοβάσαι.

18.2.10

Παρόν

Θα μείνουμε,
ακριβώς εδώ, με κάτι λίγα,
ρεαλιστικά, όνειρα και
κούπες πρωινού καφέ.
Λύθηκαν τα κορδόνια,
κάποιος πέταξε νερά από το μπαλκόνι.
Χαοτική πραγματικότητα,
πανέμορφη.
Να γυρνάς το κλειδί,
πίσω σου 3 φορές.
Μα ξέρεις-
εδώ θα γυρίζεις πάντοτε.

Ξέρεις ακριβώς που πηγαίνεις,
χωρίς σχέδια.
Ηρεμία.
Να κοιτάς τον Ήλιο και να
θυμάσαι,
να περπατάς στην ατέλειωτη παραλία,
πάνω στην άμμο,
χωρίς να βουλιάζει το πόδι,
στους δρόμους,
χωρίς να τους βουλιάζεις.
Και κάποιος
άλλος σαν
εσένα,
να σου μαθαίνει μέσα από το
παιχνίδι των είκοσι ερωτήσεων,
πως το μόνο που πρέπει
πραγματικά να κάνεις είναι να μένεις εδώ
Χορογραφούμε,
πάνω σε σπασμένες πλάκες
ή απέραντα χαλιά.
Με τα χέρια πάντοτε στον αέρα
και το βάρος σε σταθερά πόδια.

Θα μείνουμε εδώ.
Όσο μπορείς να τραγουδάς
στον εαυτό σου,
δεν υπάρχει τέλος στην κίνηση.
Δεν έχεις
τέλος.

8.2.10

Εδώ, όχι τώρα.

Πίσω από το ηφαίστειο ο παράδεισος,
για κάποιους λίγους.
Και τα απογεύματα να κυλάνε αργά.
Τα πρωινά,
Να καίγονται στον ήλιο.
Να αφήνουν γραμμές που φαίνονται,
ακόμη, τον χειμώνα.
Να αναπνέει,
δροσερός αέρας πάνω απ' τα
πλακόστρωτα και
τη μαύρη άμμο.

Και πέρα από όλες τις στροφές,
που πήρες αργά,
Πάνω από το χάος
και τη θάλασσα,
που σου έμαθαν,
πως να εμπιστεύεσαι,
Όταν πιστέψεις πως ο
γκρεμός μπροστά,
είναι η φυσική κατάληξη των πραγμάτων,

μια βουτιά.
Από εδώ και πέρα,
κολυμπάμε.
Ή κάνουμε μακροβούτι.

μα αυτός ο δρόμος,
δεν έχει τέλος,
όσο υπάρχουν σύννεφα
και χάρτες
στα μάτια.