8.6.10

Εξέλιξη.

Όλα τα φύλλα,
Έπεσαν στο κέντρο του
Τραπεζιού.
Να μην ξεχνάμε να χτίζουμε
Πάνω σε συντρίμμια,
Κάθε- σχεδόν-
μέρα.
Κυρίως,
να ξαναμοιράζουμε την τράπουλα.
Να μαθαίνουμε, πώς να στεκόμαστε
Ζεστά σώματα,
μπροστά στον αέρα που βγαίνει
Από χείλη, διάφορα,
Δεν αρκεί.
Πολύ περισσότερο,
δεν αρκεί
Στο εδώ και το τώρα μας.

Να βάζουμε φωτιές από την αρχή,
Γιατί όλα δείχνουν ομορφότερα,
Στο κόκκινο φως.
Και αν μας τραβήξουν οι φλόγες,
θα έλεγες ότι δεν άξιζε η εμπειρία;
Δεν σου χαρίζεται ποτέ αρκετός χρόνος,
Εδώ,
όπως και να 'χει.
Μα όσο βρισκόμαστε σε αυτό, ακριβώς,το σημείο,
θα ερωτευόμαστε γεύσεις
Και στιγμές,
Σαν να ήταν οι τελευταίες,
Των τελευταίων .
Και το χώμα, σου ορκίζομαι,
Δεν θα θυμάται μονάχα
Το βάρος των βημάτων μας.

Θα πλάθει συνέχεια νέα
Σώματα,
Με νέα βλέμματα
Και νέα φιλιά.
Και όλα θα έχουν αποτυπωμένα,
Στις φλέβες
Και στο δέρμα τους,
Τις αισθήσεις μας,

Που γέννησαν ένα νέο ήλιο,
στον πυρήνα.

3.5.10

Μη.


Μισο-ειπωμένες φράσεις,
Κυλάνε,
Σαν σταγόνες στα πλακάκια.
Μαζεύονται σε μια μεγάλη κηλίδα,
Στο κέντρο του δωματίου.
Ακριβώς σαν νερό.
Μπορεί να είναι απλώς στην
Φαντασία μου.

Και τι να πει κανείς,
Τη στιγμή αυτή,
Που να βγάζει έστω και το ελάχιστο νόημα;
Εύθυμα μηνύματα.
Ένα και μετά άλλο και έπειτα
Πολύ περισσότερα.
Δεν το σταματάω.

Περπατάω πάνω στο νερό,
Το μεταφέρω στο τεράστιο σπίτι.
Από αίθουσα σε αίθουσα.
Κάποτε,
Στους τοίχους αυτούς ζωγραφισμένες φωνές.

Μένει να φτάσω εκεί που έτρεχες,
Τότε.
Που δεν γνώριζες,
Το δωμάτιο αυτό.
Που ούτε καν φανταζόσουν,
Εμένα.
Να μιλήσω μαζί σου από
Την αρχή,
Συμπληρώνοντας κενά.
Και παίρνοντας πίσω στατιστικές.

Και αν δεν μπορέσω απόψε βράδυ,
Να σε βρω,
Πες στα όνειρά μου,
ψέματα,
Πως ίσως αύριο.

19.3.10

Στίγμα.


Να δεχθείς,
για μια φορά έστω, τις αφαιρέσεις
που μας σχημάτισαν,
σαν όμορφα λουλούδια.
Ζωγράφισαν τα μέλη μας,
με δεδομένα, τα οποία δεν θα γεράσουν,
με την αλλαγή των εποχών.

Αγκαλιά με τις μούσες
και τις δεύτερες σκέψεις,
διδαχθήκαμε το πως
να ακολουθούμε τον έρωτα.
Πάντα ένα λεπτό αργότερα,
από την προκαθορισμένη ώρα.


Και τώρα,
ανάμεσα σε κομματιασμένα πανιά
και σπασμένα κατάρτια,
να μην μιλάμε
για το ναυάγιο
- αυτό είναι το λιγότερο.
Αλλά για τα εκπληκτικά κύματα,
που μας έφεραν στα γόνατα
και μας χάρισαν μια
τρίτη ή τέταρτη ζωή.

Ελεύθεροι,
πάνω σε κεραμίδια,
στην κορυφή του δικού μας κόσμου,
να μετράμε ως το 7
και να γνωρίζουμε
πως μοναχά
εκεί,
έρχεται το τέλος των πραγμάτων.

Και όχι πάντοτε.

16.3.10

Ανάκληση


Ενα, δύο πανέμορφα φύλλα.
Περισσότερα.
Πέφτουν νεκρά
στα πλακάκια
της αυλής.
Δεν γνωρίζεις, πως να βρεις τις
λέξεις τις σωστές,
που θα τους
ψιθυρίσουν κάτι.
Έστω,
κάτι μικρό.
Από δέντρο σε δέντρο,
μέρες μακρινές,
βουτηγμένες σε μνήμες
και άμμο.

Για να θυμηθούν,
κάτι λίγο από εκείνον.
Κάτι, εκτός
από τον τρόπο που έφυγε.
Λίγοι ήχοι,
περνούν από
το δέρμα σου, ψάχνοντας.
Ανατριχιάζεις στην σκέψη.
Το βλέπω.
Μια μυρωδιά,
στο απέναντι πεζοδρόμιο,
τον γεννά,
από την αρχή.

Και είναι τα λεπτά που
έχασες,
δίχως φωνή.
Οι αποστάσεις που δεν εκμηδενίστηκαν

Από φύλλο σε φύλλο,
χιλιόμετρα να ταξιδεύεις, τώρα,
να εξιλεωθείς.
Μα όλες οι συγγνώμες να μαραίνονται
στα πλακάκια της αυλής.
Να τις ανακαλύπτεις πάντοτε,

λίγο,
αργά.

27.2.10

Μορφές Αυτοκαταστροφής.

Να σφίξει όλα
τα συναισθήματα ανάμεσα στα δάχτυλα,
να ελέγχει την κάθε σκέψη.
Μα ο κάθε μικρός εθισμός,
απόδειξη του νόμου της βαρύτητας,
τραβάει πρόσωπα και πράξεις
προς τον πυρήνα.
Συντρίμμια πάνω σε
όμορφα χώματα.
Λυπάται;

Και αν μπορούσε να μετρήσει,
αντίστροφα από το 347.000
ίσως να έσωζε,
τις στιγμές που ξεψύχησαν στα
χέρια του.
Συνέχεια,
χάνει το μέτρημα.
Μαζί του,
Χάνει και αναπνοές.
Οι λίγες που μένουν,
έχουν καλύτερη γεύση.

Και αν κλείδωνε,
τον εγωισμό του σε ντουλάπι,
θα ήταν μάλλον,
μια λιγότερη έκδοση αυτού
που θα μπορούσε να είναι.
Λιγότερο δέρμα γύρω από
τα κόκαλα,
λιγότεροι χτύποι.

Προς το τέλος, οι φόβοι αναπαράγονται,
πίσω από τα κλειστά βλέφαρα,
ευκολότερα.
Αν οι όμορφες εικόνες,
σβηστούν
τότε,
Τι μένει;
Περισσότερο,
είδε αποτυπωμένη την έννοια της μετάνοιας,
πάνω σε όσα δεν άγγιξε.
Πάνω σε όλα τα
ίσως
που θα μπορούσαν μα δεν επαληθεύτηκαν
κανένα πρωινό.
Γι' αυτά,
ξέρω πόσο ακριβώς
λυπάται.

23.2.10

The Aftermath.

Τα έπιπλα είναι ακόμη εδώ,
μα το διαμέρισμα
αδειάζει, κάθε φορά που κλείνουν τα μάτια.
Μέρες στο μαύρο.
Σέρνονται από
την απέναντι πλευρά του
δωματίου.
Σκαρφαλώνουν στο κρεβάτι.
Και αν σε άφηναν να ξεχάσεις,
δεν θα το έκανες. Όσοι μένουν,
συλλέγουν μυρωδιές,
και αίμα,
να κρατήσουν το συναίσθημα
λίγο παραπάνω.

Διάφανο σώμα,
Φλέβες και νεύρα σε πλήρη προβολή.
Δορυφόροι,
γύρω από τα
εκτεθειμένα χέρια,
όλα τα αγγίγματα που παίρνεις πίσω.

Περιστέρια δεν σταμάτησαν να γυρίζουν,
κάθε πρωί. Η γεύση
της μέντας,
πάντα ίδια.
Είναι οι σελίδες, που δεν αιχμαλωτίζουν
το βλέμμα πια,
οι βασανιστικές μελωδίες.
Όλες οι ελπίδες που κολύμπησαν
σε νερό και κρασί και
τώρα,
παιδεύουν το σώμα.
Σαν αλάτι σε πληγή.
Και ρωτάς να μάθεις,
αλήθεια, πόσο πονάει.

Αν δεν σφίγγεις τα χέρια,
γύρω από τον κορμό,
σταματάς


να αναπνέεις.

Αν θα 'πρεπε.


Μετά τον χορό.
Το βελούδινο πράσινο φόρεμα,
τσαλακωμένο.
Στο πάτωμα και το πουκάμισο.
Γυμνά πόδια,
πάνω σε μαύρα χαλιά.
Και κάθε άγγιγμα να έχει τη
γεύση που δεν θα μπορούσε,
ποτέ,
να έχει το φιλί.

Πάνω από την ατμόσφαιρα,
και τα νεκρά αστέρια,
Με την ίδια πάντα ταχύτητα,
ατελείωτες διαδρομές.
Δεν ξέρω που πάμε.
ΠΟΥ ΠΆΜΕ;
Δεν χωράνε σε αυτές τις στιγμές ρητορικές
ερωτήσεις,
απάντησε μου.

Στο μεγάλο δωμάτιο.
Γυάλινα μάτια,
τρομακτικά.
Ο πυρετός,
θα τα κάνει να λιώσουν.
Φοβάται,
όσο φοβάσαι.

Διστάζεις να μετρήσεις
άλλο ένα
δεν πρέπει.
Μα αυτός έμεινε ακίνητος,
σε αυτό το σημείο.
Απολύτως παγωμένος,
να περιμένει.
Την μεταμόρφωσή του σε άγαλμα,
ή κάτι ομορφότερο.
Με τον χρόνο,
η ομιλία γίνεται δυσκολότερη.
Ό,τι βρίσκεται στον πυρήνα,
πολλαπλασιάζεται

Σκηνές,
περίπλοκες
γυρισμένες με φακό παραμορφωτικό
Αυτή θα φεύγει και εσύ
θα μένεις ακίνητος,
στο πέρασμα των καιρών. Και θα φοβάται,
όσο φοβάσαι.