λαιμό τρεις χιλιάδες δάχτυλα.
Ή δέκα.
Και με ρώτησαν
πώς θα ήταν μετά οι μέρες;
Δεν ξέρω.
Σαν τρύπα;
Δεν ξέρω.
Νέοι διάλογοι,
περί της αλλαγής των χρωμάτων.
Είναι άδικο,
ή μάλλον δεν μου φαίνεται λογικό.
Γιατί στα μάτια μου,
η κόκκινη απόχρωση είναι
πάντοτε κόκκινη,
η γαλάζια,γαλάζια.
Και έχω αυτή την εικόνα.
Σαν να βγαίνεις από
την λεία επιφάνεια κάποιας λίμνης
με τα μαλλιά τραβηγμένα πίσω
και τα μάτια ψηλά
προς τον ουρανό.
Σαν όραμα.
Σαν ηρεμία.
Θέλω αυτή την εικόνα
στο πίσω μέρος
των ματιών μου,
για να περνάνε οι μέρες εκείνες
που
οι αποχρώσεις αλλάζουν.
Σαν ανάγκη.
Και
να περιμένεις με τρυφερότητα,
Τα τέλη των πραγμάτων.
Δεν ξέρω.
Ή και να μην τα περιμένεις.
Να μην τα αφήνεις να έρθουν.E;
Δεν ξέρω.
Είναι τα πρωινά
που θα ήθελες να σηκωθούν και
να φύγουν.
Από μόνα τους.
Και να αφήσουν όλες τις
αποχρώσεις πίσω,
να το διασκεδάσουμε.
Οι διάδρομοι
με τα πολύχρωμα προϊόντα
ή οι άσπροι ατελείωτοι
ή οι κυλιόμενοι του αεροδρομίου.
Ο τρόπος που θα μπορούσαμε να
χορέψουμε.
Αν ήμασταν αλλιώς.
Με τους γοφούς να στριφογυρνάνε
μέσα στα χέρια.
Υπάρχει και εκείνο το σινεμά με τα μεγάλα
άνετα καθίσματα
στο παράξενο στενάκι,
που προβάλει τρεις αλήθειες
και ένα ψέμα.
Ξανά
και ξανά και
ξανά,
τρέχει εκείνο το ένα
πίσω από
τις σκέψεις.
Δεν ξέρω.
Πνιγμένο στο κόκκινο,
πνιγμένο σε διαφανες σταγόνες πάλι.
Πάνω σε ένα σωρό από χάπια.
Και Δεν ξέρω.

1 σχόλιο:
egw 3erw.
panemorfo
Δημοσίευση σχολίου