
1.
Τις ίδιες μάσκες φοράμε,
τα ίδια φορέματα,
τρεις Αυγούστους μετά.
Τίποτα δεν άλλαξε.
Μάθαμε να ανακυκλώνουμε
καλοκαίρια.
Αυτά,
έμαθαν να γράφουν, ένα ξημέρωμα,
πάνω από την μικρή πόλη.
Έκτοτε, μας αφήνουν σημάδια,
ασταμάτητα.
Λέξεις σε τοίχους,
τραγούδια σε θαλάσσια ρεύματα
και αντιδράσεις
στο κενό.
Ακόμη,
μουντζούρες στο δέρμα.
Εγώ,
δεν σταμάτησα να σας αναζητώ,
στα μικρά αυτά σημάδια.
Μαζεύαμε τα απογεύματα,
από το δρόμο με τις λεμονιές.
Τα κρύβαμε σε τσάντες και βαλίτσες
και τον Οκτώβρη τα απλώναμε
πάνω στα πεσμένα φύλλα της Πόλης.
Τα μεσημέρια,
ήταν ίδια παντού.
Παραμελημένα,έφευγαν τα λεπτά.
Κάποιος ισχυριζόταν πως ξοδεύουν χρόνο και
αρώματα και εγώ,
τα περιφρονούσα.
Τα βράδια,
κάποιες φορές χιόνιζε και άλλες
με πέδιλα περπατούσαμε σε λιβάδια με
χαμομήλι.
Τρέχαμε στην ατέλειωτη κατηφόρα,
με την δύση του Ηλίου.
Τα χέρια ανοιγμένα και νόμιζα πως θα πετάξω αν
μ' αφήνατε
Και έτσι έμαθα να κρατάω χέρια.
2.
Και αν μοιραστώ τώρα,μαζί σου,
τις εικόνες, που μοναχά εγώ βλέπω,
πίσω από τις στιγμές μας,
θα αγαπήσεις τις σκέψεις μου,
φοβάμαι.
Και εγώ,
θα ξεχαστώ.
Λοιπόν,
νιώθω το ξυπόλυτο βήμα,
των παιδιών στην προβλήτα.
Τον ήχο που αφήνουν τα βότσαλα
που χτυπούν το νερό.
Νιώθω τα πάνινά μας παπούτσια,
πάνω στο κόκκινο χώμα.
Τα μαλλιά που λαμπυρίζουν στον Ήλιο,
και το βλέμμα που μπλέχτηκε,
στιγμιαία,
ανάμεσά τους.
Και ήμασταν,
όλοι,
υπέροχοι.
Ένα καλοκαίρι,τρενάκι χορεύαμε,
παιδιά, με τους μάγους και τις
πυγολαμπίδες.
Δυο Ιούλιους με φωνάζανε Ζωή.
Αμέτρητους χειμώνες,
μάθαμε να μεγαλώνουμε.
Να μεγαλώνουμε και να
αναζητούμε τα μικρά
σημάδια.
Και όμως είσαι, ακόμα,
τα πάνινα
παπούτσια και είναι
τα χέρια στους δρόμους.
Και τίποτα δεν άλλαξε.
τα ίδια φορέματα,
τρεις Αυγούστους μετά.
Τίποτα δεν άλλαξε.
Μάθαμε να ανακυκλώνουμε
καλοκαίρια.
Αυτά,
έμαθαν να γράφουν, ένα ξημέρωμα,
πάνω από την μικρή πόλη.
Έκτοτε, μας αφήνουν σημάδια,
ασταμάτητα.
Λέξεις σε τοίχους,
τραγούδια σε θαλάσσια ρεύματα
και αντιδράσεις
στο κενό.
Ακόμη,
μουντζούρες στο δέρμα.
Εγώ,
δεν σταμάτησα να σας αναζητώ,
στα μικρά αυτά σημάδια.
Μαζεύαμε τα απογεύματα,
από το δρόμο με τις λεμονιές.
Τα κρύβαμε σε τσάντες και βαλίτσες
και τον Οκτώβρη τα απλώναμε
πάνω στα πεσμένα φύλλα της Πόλης.
Τα μεσημέρια,
ήταν ίδια παντού.
Παραμελημένα,έφευγαν τα λεπτά.
Κάποιος ισχυριζόταν πως ξοδεύουν χρόνο και
αρώματα και εγώ,
τα περιφρονούσα.
Τα βράδια,
κάποιες φορές χιόνιζε και άλλες
με πέδιλα περπατούσαμε σε λιβάδια με
χαμομήλι.
Τρέχαμε στην ατέλειωτη κατηφόρα,
με την δύση του Ηλίου.
Τα χέρια ανοιγμένα και νόμιζα πως θα πετάξω αν
μ' αφήνατε
Και έτσι έμαθα να κρατάω χέρια.
2.
Και αν μοιραστώ τώρα,μαζί σου,
τις εικόνες, που μοναχά εγώ βλέπω,
πίσω από τις στιγμές μας,
θα αγαπήσεις τις σκέψεις μου,
φοβάμαι.
Και εγώ,
θα ξεχαστώ.
Λοιπόν,
νιώθω το ξυπόλυτο βήμα,
των παιδιών στην προβλήτα.
Τον ήχο που αφήνουν τα βότσαλα
που χτυπούν το νερό.
Νιώθω τα πάνινά μας παπούτσια,
πάνω στο κόκκινο χώμα.
Τα μαλλιά που λαμπυρίζουν στον Ήλιο,
και το βλέμμα που μπλέχτηκε,
στιγμιαία,
ανάμεσά τους.
Και ήμασταν,
όλοι,
υπέροχοι.
Ένα καλοκαίρι,τρενάκι χορεύαμε,
παιδιά, με τους μάγους και τις
πυγολαμπίδες.
Δυο Ιούλιους με φωνάζανε Ζωή.
Αμέτρητους χειμώνες,
μάθαμε να μεγαλώνουμε.
Να μεγαλώνουμε και να
αναζητούμε τα μικρά
σημάδια.
Και όμως είσαι, ακόμα,
τα πάνινα
παπούτσια και είναι
τα χέρια στους δρόμους.
Και τίποτα δεν άλλαξε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου