22.10.12

Υ.Γ.



Ι.

Την έψαχνα, από καιρό.
Ήταν μια απ' εκείνες τις φαινομενικά αθώες λέξεις,
τις διαρκώς μεταβαλλόμενες.
-Ακόμη είναι, δηλαδή. Απλώς, πλέον δεν φέρω την ευθύνη της.
Και θα μπορούσα να κατηγορήσω όσους μ' έμαθαν να αγαπώ μόνον ό,τι αλλάζει συνέχεια μορφές,
γι' αυτό το σπατάλημα, δευτερολέπτων και κινήσεων.
Θα μπορούσα, επιπλέον, να εξελίξω την σκέψη τους: Να συνειδητοποιώ οτιδήποτε σταθερό, σαν τεράστιες παλάμες, γύρω απ' τον λαιμό, απελπισμένο να μου κλέψει ιδέες και ανάσες.
Μα αν ήταν κάτι ολότελα δικό μου, ας ήταν αυτή η ήττα, τουλάχιστον. Καθαρή, αμετάβλητη και με την ουσία της ποτισμένη από τ' άρωμά μου, το φυσικό. Αυτό που αναδύει το δέρμα τα πρωινά όταν ξυπνάω, πριν μ αγγίξουν οι χημείες και η απόγνωση.

Και αν μου ζητούσαν τώρα να περιγράψω την φύση της, που δεν θα το έκαναν, δεν θα είχα καμία απάντηση να δωρίσω. Όχι γιατί δεν θα υπήρχε αντάλλαγμα- Αυτή την αυταπάτη την σκότωσα πριν προλάβει να με ζημιώσει, ανεπανόρθωτα. Απλώς, δεν θα γνώριζα.
Αυτή είναι η
αλήθεια. Η δική μου τουλάχιστον.

Ήταν μια απ' εκείνες τις φαινομενικά αθώες λέξεις,
τις διαρκώς μεταβαλλόμενες. Και φόρεσε για χάρη μου, όποιο πρόσωπο της ζήτησα. Κάποιες φορές δεν είχε καν ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Τότε,
ήταν ίσως που την αγαπούσα,
περισσότερο.

ΙΙ.

Θυμάμαι, κάποιο απόγευμα, παρόμοιο με τούτο, να παίρνει την μορφή της κούπας που θα γιάτρευε τις πληγές που άνοιξαν στο εσωτερικό του λαιμού μου, 23 ανούσιες συζητήσεις. Με το 23 να μην έχει κανένα ενδιαφέρον, παρά μόνον ίσως από στατιστικής απόψεως.
Θυμάμαι, την στιγμή που ξέφυγε απ' τα δάχτυλά μου. Τα κομμάτια σπασμένης πορσελάνης (άσπρη με λεπτά, αχνά κίτρινα, σχέδια), μύριζαν ακόμη τσάι καθώς βούλιαζαν στον κάδο.
Στα χέρια μου,
ζεστά.
Σαν να έκαιγε το δέρμα, αυτή η απώλεια.
Και στις παλάμες μου,τώρα, βλέπω τα σημάδια που μου χάραξε,
λεπτές γραμμές,
μονάχα εγώ.
Στις 3 το ξημέρωμα -κάθε 3 το ξημέρωμα- στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη του νιπτήρα και μ' επιβεβαιώνω πως αν καταφέρω να την ξαναβρώ, θα σβηστούν για πάντα. Ή έστω για λίγο. Και αυτό ακόμη, θα αρκούσε,
ίσως.

 ΙΙΙ.

Την 5η φορά που έβγαινα να την αναζητήσω
(με καθαρές σταγόνες να κυλάνε από βρεγμένα μαλλιά, στο πρόσωπο. Με δυο ψεκασμούς στους καρπούς και έναν, στον αυχένα. Με όμορφη φούστα και καλοσιδερωμένο πουκάμισο),
με σταμάτησαν στην είσοδο.

-Ξοδεύεσαι...
-Άφησέ με! Θέλω να -

Θα αρνηθώ αργότερα ότι το παραδέχτηκα, άλλα είχαν δίκιο .Τσαλακώθηκα. Λίγο εγώ ,λίγο περισσότερο η ιδέα.
Τα στενά ήταν άπειρα. Άλλα, με την άσφαλτο να καίει τέσσερις ώρες μετά την δύση. Άλλα πάλι, βυθισμένα σε χιόνι αλλόκοτο και φωτάκια να κρέμονται ειρωνικά από κάθε μισοπεθαμένο δέντρο του πεζόδρομου.
Τα πολυσύχναστα ήταν αναμφισβήτητα τα χειρότερα. Χίλια δύο προκλητικά όμορφα πρόσωπα, να κρύβουν την ούτως η άλλως αμφίβολη παρουσία της. Προκλητικά όμορφα πρόσωπα, με βρώμικα χέρια. Ήθελα να με αγγίξουν όλα και απολύτως κανένα.
Κινούμουν, με την χάρη και την ευκολία εκείνων των ανόητων, πεπεισμένων πως δεν έχουν τίποτα να χάσουν. Όχι πια, τουλάχιστον. Και αυτή η ασυνάρτητη χορογραφία συνεχιζόταν με ακρίβεια και μ' εμένα απολύτως τυφλή, ως προς το αδιέξοδο της προσπάθειας.
Με φακό χαλασμένο, κεριά μικροσκοπικά (από εκείνα που διακοσμούν τούρτες και άλλα άνοστα) και εμένα,
τόσο υπερήφανα χαμένη.
Με τον αντικατοπτρισμό μου σε βιτρίνες και παράθυρα πολυτελών αυτοκινήτων, να θρυμματίζει τις προσωρινές κατοικίες του, ίσα ίσα για να κουλουριαστεί μπροστά στα παπούτσια μου, γελώντας υστερικά με δηλώσεις μου όπως "Μα κοίταξέ με! Σήμερα είναι η τέλεια μέρα ..." ή "Δεν πειράζει, σίγουρα αύριο!"
Με την ευφορία που χαρίζει η ελπίδα, πως αν ίσως τώρα, διασταυρωθεί ξανά ο δρόμος μου με τον δικό της, θα αποτυπωθώ σ' έναν ευρύτερο χάρτη. Έναν με προορισμούς που να θέλω ν' αγγίξω.

IV.

Και ένα πρωί, ξύπνησα Ελαττωματική.
Με κυριότερο μειονέκτημα την ευπλασία των κλειδώσεών μου. Σαν από πλαστελίνη. Και πόδια σιδερένια, έρμαια κάθε πιθανού μαγνήτη. Κεφάλι από αποκόμματα και καμένο φιλμ. Μάτια αστερίες, ακουμπισμένους στον βράχο τρία μερόνυχτα. Κατακαλόκαιρο. Ξεράθηκαν τα όνειρα και
από τότε ντρέπομαι να κοιτάω στα μάτια.

Και έχτισα μια σπηλιά, αντιγράφοντας την τεχνική των κυμάτων: χτυπώντας επαναλαμβανόμενα τα κεφάλι μου στον βράχο. Και ζαλισμένη, την επίπλωσα με τα απολύτως απαραίτητα. Και την ονόμασα καταφύγιο, ή σπίτι μου ή μέρος για ν' αποσυρθώ και να περιμένω λίγο-πολύ,
Τίποτα.

V.

Και αυτές, ήταν οι καλές μέρες. Της αναζήτησης και του απόηχου της αποτυχίας. 
Ύστερα περιορίστηκα στις εξόδους,  τις απολύτως απαραίτητες. Λες και έφταιγαν εκείνες κι όχι εγώ.
Τι ανόητη ιδέα...
Στον δρόμο για εκεί (το οποιοδήποτε αναγκαίο εκεί),
κάθε γνωριμία έχτιζε ένα νέο τοίχος απογοητεύσεων,
Μέχρι που τούβλα και υγρό τσιμέντο, κατέλαβαν όλο τον χώρο που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα δικά μου πέλματα, για να διατηρώ ζωντανή την ψευδαίσθηση της ελεύθερης βούλησης.
Πίσω απ' τα πράσινα παραθυρόφυλλα, παρατηρούσα την πόλη ολόκληρη, να περπατάει λες και το βήμα της να 'χε βάρος. Και το χειρότερο:
Να χαίρομαι που δεν έχει.
Και δεν δάκρυζα πια, για πολύ συγκεκριμένους λόγους, αμέτρητους.

VI.

Τότε νομίζω με λυπήθηκε. Γιατί χορεύοντας μ’ ένα μπουκάλι Teachers στο χέρι, στην μέση μιας περιστροφής,
εντόπισα την σωτηρία, στο πίσω μέρος του δωματίου. Φορούσε το αγαπημένο της αυτοσαρκαστικό χαμόγελο.

Με πληροφόρησε, πως έκανε ένα μικρό διάλειμμα, με την πλάτη στον τοίχο.
Έτσι,
Κάθισα και εγώ πλάι της, για δυο σαρανταοκτάωρα (περίπου).

Έπειτα, αποχώρησα.

Αρχικά μου έλειψε πολύ και στην συνέχεια,
απολύτως καθόλου.

Ήταν δική μου σε κάθε περίπτωση άλλωστε.
Από τότε, στις 3 το ξημέρωμα -κάθε 3 το ξημέρωμα-  ξεχνάω πως να λέω ψέματα. Μαθαίνω να μισώ φαινομενικά αθώες λέξεις,διαρκώς μεταβαλλόμενες, απ' την αρχή.
Και τότε, μπορώ να Είμαι.
Να Είμαι, 
όντως.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

υπέροχη