Επομένη της Ανάστασης
κι οι φλόγες των κεριών της Τζιάς,
βάφουν κίτρινο ακόμη τον ορίζοντα.
Παραλληλόγραμμα προϊστορίας στολίζουν
το νησάκι, το μικρό,
που κάποτε με την στεριά ήταν ένα.
Το κρασί, απόψε κόκκινο,
ζωγραφίζει τα κομμάτια του ναού
που κατάπιε ο καιρός (μπορεί να το κάνω κι' εγώ).
Αργά, βασανιστικά, σβήνει τελετές ο χρόνος.
Αφημένο στα σμιλεμένα λιθάρια, το ζευγάρι, το πρώτο,
κάνει έρωτα.
Το φεγγάρι επιπλέει στο κέντρο τ' ορίζοντα
της πλατύτερης θάλασσας που άγγιξαν τα μάτια μου.
Χαράζει πορείες, προθέσεις κι' άλλα προτετελεσμένα.
Το ζευγάρι, το πρώτο, κάνει έρωτα και εγώ
ξεχνώ για λίγο πως Χάνω.
Κεριά τρεμοπαίζουν
Σταγόνες σημαδεύουν μαντήλια αραχνοΰφαντα,
τώρα και για πάντα.
Κόκκινες κηλίδες σ' άσπρο - κατάλευκο- ύφασμα.
Χορεύει ακόμα πλάι μου
και πίσω του, παραμορφωμένη η επιφάνεια του νερού, ζαλίζει.
Να 'χα τα μάτια σου, δυο λεπτά, να σου 'δειχνα.
Το ζευγάρι το πρώτο κάνει έρωτα και εγώ,
Χάνω.
Δρόμοι φωτός,
σ' ατάραχα κατάμαυρα νερά,
οι οικίες των φίλων μου.
Κάποτε, κρατούσαμε χέρια και γελούσαμε
δυνατά κι αβίαστα.
Αδιαφορία και προσδοκίες
μας έφεραν στα γόνατα. Οι σκέψεις, μας τα πήραν,
όλα. Όλα.
Γυμνοί και έρημοι χαμογελάμε μαγκωμένα απ' τα μπαλκόνια
στους γνωστούς μας - μα καμία απόσταση δεν είναι ασφαλής, να ξέρεις.
Κυνηγάμε πίστη κι αγάπη
με μαχαίρια φρεσκοακονισμένα .
Κι' όμως εννιά ώρες πριν ήτανε, που γευματίζαμε, δαγκώνοντας άγρια κρέας,
μ' αίμα στη μέση.
Αίμα, αλάτι και ρίγανη.
Εικοσιτέσσερις ώρες πριν, μοιραζόμασταν φως,
τεχνητό,
με κατάνυξη. Αγκαλιαζόμασταν (για προστασία) απ' τους ήχους τους εκκωφαντικούς,
βαρελότων και πυροτεχνημάτων
-τα τελευταία πάντοτε τα φοβόμουν: Μια στιγμή έσπαγαν το μαύρο,
σε κομμάτια χίλια. Την επόμενη, προσγειώνονταν νεκρά κι' ανίκανα στον ορίζοντα της θάλασσας.
Κανείς δεν πένθησε το τέλος τους, πέρα απ' εμένα - αυτή είναι η αλήθεια.
Τους αρκούσε,
το τόσο λίγο.
Το τίποτα.
Δίνουν χέρια
κι εγώ,
κάνω για λίγο πως δεν βλέπω τις σκέψεις περίστροφα
να ουρλιάζουν για θάνατο.
Διψούν για την καταστροφή του αγαπημένου Άλλου.
Εσύ ή εγώ.
Εκείνος ή ο άλλος (αυτό, πάντοτε).
Το ζευγάρι, το πρώτο, λιθοβολούν στ' ακροθαλάσσι
και δεν έχει αλλάξει τίποτα.
Οι δικοί σου ζητούν το κεφάλι μου σε
πιάτο κι' οι δικοί μου,
δεν θέλουν να γνωρίζουν την τύχη μου.
Άδικα ερωτευτήκατε,τους φωνάζουν.
Για φαντάσου..
Διατηρώ το βλέμμα καρφωμένο στα βράχια
και το μαχαίρι μπηγμένο σε εκείνη την ιδέα, την περαστική.
Πανιά φωσφορίζουν στην μέση του κόλπου.
Άκου: Φοβάμαι την στιγμή που θα μ' αδειάσουν από έρωτα.
Που θα τον θυσιάσουν στον βωμό της καταιγίδας.
Οι φίλοι μας διψούν για αίμα και απόγνωση.
Θα σε τρομάξουν, φοβάμαι.
Θυσιάζουν Έρωτες για το υπέρλαμπρο τίποτα.
Και τα κομμάτια, χάρισμα της θάλασσας.
Στον πάτο, με φύκια δηλητήριο κι' άλλα
αισχρά.
Να 'χα τα μάτια σου, δυο λεπτά...
Μ' ακόμη κι' αν σταθείς εδώ ακριβώς που πάτησα,
πάντα θα σου διαφεύγει
αυτό ακριβώς που
είδα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου