18.2.10

Παρόν

Θα μείνουμε,
ακριβώς εδώ, με κάτι λίγα,
ρεαλιστικά, όνειρα και
κούπες πρωινού καφέ.
Λύθηκαν τα κορδόνια,
κάποιος πέταξε νερά από το μπαλκόνι.
Χαοτική πραγματικότητα,
πανέμορφη.
Να γυρνάς το κλειδί,
πίσω σου 3 φορές.
Μα ξέρεις-
εδώ θα γυρίζεις πάντοτε.

Ξέρεις ακριβώς που πηγαίνεις,
χωρίς σχέδια.
Ηρεμία.
Να κοιτάς τον Ήλιο και να
θυμάσαι,
να περπατάς στην ατέλειωτη παραλία,
πάνω στην άμμο,
χωρίς να βουλιάζει το πόδι,
στους δρόμους,
χωρίς να τους βουλιάζεις.
Και κάποιος
άλλος σαν
εσένα,
να σου μαθαίνει μέσα από το
παιχνίδι των είκοσι ερωτήσεων,
πως το μόνο που πρέπει
πραγματικά να κάνεις είναι να μένεις εδώ
Χορογραφούμε,
πάνω σε σπασμένες πλάκες
ή απέραντα χαλιά.
Με τα χέρια πάντοτε στον αέρα
και το βάρος σε σταθερά πόδια.

Θα μείνουμε εδώ.
Όσο μπορείς να τραγουδάς
στον εαυτό σου,
δεν υπάρχει τέλος στην κίνηση.
Δεν έχεις
τέλος.

8.2.10

Εδώ, όχι τώρα.

Πίσω από το ηφαίστειο ο παράδεισος,
για κάποιους λίγους.
Και τα απογεύματα να κυλάνε αργά.
Τα πρωινά,
Να καίγονται στον ήλιο.
Να αφήνουν γραμμές που φαίνονται,
ακόμη, τον χειμώνα.
Να αναπνέει,
δροσερός αέρας πάνω απ' τα
πλακόστρωτα και
τη μαύρη άμμο.

Και πέρα από όλες τις στροφές,
που πήρες αργά,
Πάνω από το χάος
και τη θάλασσα,
που σου έμαθαν,
πως να εμπιστεύεσαι,
Όταν πιστέψεις πως ο
γκρεμός μπροστά,
είναι η φυσική κατάληξη των πραγμάτων,

μια βουτιά.
Από εδώ και πέρα,
κολυμπάμε.
Ή κάνουμε μακροβούτι.

μα αυτός ο δρόμος,
δεν έχει τέλος,
όσο υπάρχουν σύννεφα
και χάρτες
στα μάτια.

21.1.10

Απολογισμός.


Δεν έκανες, σχεδόν,
κανένα λάθος.
Έμπνευση.
Οι σελίδες,
συνέχιζαν να γυρίζουν,
ακόμη και πολύ μετά
από την ώρα
που έκλειναν τα μάτια σου.
Στα δικά μου έδινε ακόμη κάποιος
σχήμα και μορφή στις
ρωγμές του ταβανιού.
Και μετρούσε αστέρια.
Τα όνειρα,
σκαλίζονταν στον πάγο
ή άφηναν το σημάδι τους
στο ξύλινο πάτωμα.
Η χαρά του να περπατάς
ξυπόλυτη,
σε κάθε έδαφος,
μου χαρίστηκε.
Επίθεση μετωπική στον φόβο
και οι μέρες κινούνται με
μια διαφορετική χάρη.
Αγάπη για τον παγωμένο,
ατελείωτο χειμώνα.
Παράξενη διάθεση,
σχεδόν κάθε μέρα.
Αμφισβήτηση που προκαλεί
σύγχυση.
Οι λέξεις κινούνταν πάντα
προς την κατεύθυνση σου,
με τόση
ευκολία.

Και υπήρχαν και τα
μαθήματα αναμονής.
Σε λεωφόρους, διαδρόμους
και κάτω από το πάπλωμα.
Το δίκαιο, δεν έχει μόνο μια
απόχρωση
Νότες,
που γνώρισα στο
αυτοκίνητο.
Η παρουσία,
τυλίγει το δέρμα
και δεν αισθάνθηκα ποτέ,
πραγματικά μόνη.

Μόνο το δωμάτιο έχει αλλάξει,
από τότε. Αλλά,

Αυτό;
Δεν είναι κάτι,
που χρειάζεται να ζητάς.

19.1.10

Πρόσωπα.

Πίσω από το
πρώτο παράθυρο,
θόρυβος.
Τρυπάει το γυαλί
και σε αγγίζει,
αλήθεια.
Δεν έχει χρώμα,
μα αν είχε θα ήταν ακριβώς,
αυτό:
καθαρό, σχεδόν διάφανο γαλάζιο.
Περιβάλει το σώμα σου,
σαν πανοπλία και δείχνει
πραγματικά όμορφος.
Δεν ξέρω πολλά πράγματα,
που δεν θα έδειχναν.

Και αυτή η μέρα,
για την οποία έχω γράψει
άπειρους στίχους,
σήμερα μοιάζει τόσο
απλή.
Πίσω από τον μύθο,
μαθαίνεις.
Ποια πρωινά ο καφές πρέπει να
είναι περισσότερος και
οι σκέψεις,
λιγότερες.
Ποιες σκέψεις είναι πολύ λίγες,
μικρές
και θα πρέπει να
καίγονται,
πίσω από τον πομπό.
Σαν να ισορροπείς σε σχοινί,
γνωρίζοντας, ακριβώς
πως να μην πέσεις στο κενό.
Απολαυστική πρόκληση.


Κάποιες φορές,
νομίζω πως ακούω τον παλμό
στις φλέβες σου και
κάποιες άλλες,
τις βλεφαρίδες,
που ανοιγοκλείνουν στο μαξιλάρι.
Ακούω την ιστορία αυτής της μέρας
και
φωνές,
άλλες μαύρες άλλες με ιριδισμούς.
Σπάει το γυαλί και αισθάνομαι
την ανάγκη να κρυφτώ. Μα όχι.
Τόσο δυνατός,
κρυστάλλινος ήχος, τυλιγμένος γύρω
από τις αξύριστες γωνίες του
προσώπου σου.
Δεν μπορώ να φανταστώ,
πολλά πράγματα που δεν θα
έδειχναν όμορφα.

Αναπαράγεται όλο και δυνατότερα,
καθώς προσεγγίζεις το σημείο,
οπού έσπασε το γυαλί.
Δεν γνωρίζω, πως αλλιώς να μιλήσω για ευτυχία.
Απλώς,
δεν μπορεί να συμβεί τίποτα,
κακό.

1.1.10

Γιορτή.

Κάτω από το χαρτί που γυαλίζει,
άλλο ένα και άλλο ένα
και κορδέλες.
Μέσα στο πρώτο κουτί,
ένα ακόμη.
Ο πιο όμορφος τρόπος να
αλλάξεις έτος.
Όχι το δικό τους,
το δικό σου.
Αυτή η ημερομηνία ταξιδεύει,
σαν ζωή μέσα στην ζωή
και τα βάφει όλα
κίτρινα.
Μαργαρίτες και τουλίπες,
καρφιτσωμένες στις κουρτίνες.
Τώρα, χαμογελάς και εσύ.

Οι ίδιες γραμμές,
ξαπλωμένες δίπλα στα μάτια,
πλάι στα χείλη,
γνώριμες στα άγγιγμα.
Μερικά βράδια νομίζεις,
πως
δεν αλλάζουμε.
Αυτή η φωνή ταξιδεύει.
Από τη μια αίθουσα αναμονής,
στην επόμενη.

Παρακολουθείς τις σελίδες να
γυρνάνε
σε δάχτυλα παρόμοια με τα
δικά σου.
Γεννούν οι στιγμές,
κινηματογραφικά φίλμ.
Η ανακούφιση του να παρακολουθείς,
με την ίδια κρυμμένη απορία,
όπως πάντοτε.

Τι ώρα είναι;
Τώρα,
αναλύουμε κάθε ανάλυση λίγο περισσότερο
και τώρα τα φώτα τρεμοπαίζουν στο παρασκήνιο.
Και τώρα;
στον αέρα κολυμπάνε χρυσάνθεμα
και τώρα ακριβώς,
ο κόσμος ταξιδεύει
σαν ζωή μέσα σε ζωή.

31.12.09

23η.

Εικοσιτέσσερις ώρες,
από ζάλη σε ζάλη.
Περίεργο συναίσθημα.
Σαν να γλιστράς,
στην γαλάζια μπανιέρα.
Απλώς,
σταματάς να επιπλέεις.
Σε τραβάει αργά,
το ζεστό μάρμαρο του πάτου.
Είναι μάρτυρες του πνιγμού
αυτού, όλοι.
Όλοι,
με γυαλιά ηλίου,
την νύχτα,
βλέπουν την μισή αλήθεια μονάχα.
Και όμως
Οι φλόγες γλείφουν τους τοίχους.
Οι αχτίδες τις φωτεινής μάζας,
σκαρφαλώνουν στον καθρέφτη και
την βιβλιοθήκη.
Ήλιος,
κρυμμένος κάτω από την μοκέτα.

Εδώ,
είναι
Σπίτι.
Και δεν νιώθεις σαν να σου χαρίζεται τίποτα.
Σου αξίζουν όλοι,
μικροί, μεγάλοι φιόγκοι.
Δώρο, είναι και εκείνη η επιθυμία
να απαντάς στο όνομά σου,
μόνο όταν έρχεται από
μια συγκεκριμένη φωνή.
Σαν να αναγνωρίζει, εκείνη,ότι είσαι στον χώρο.
Σαν να σε τοποθετεί στον τεράστιο,
πολύ σημαντικό χάρτη,
του εδώ και τώρα.

Το νερό είναι κόκκινο
και έχει κρύο,
απόψε.
Που θα πας αν όχι
εδώ;
Ο αέρας μυρίζει καπνό,
κρασί και μετεωρίτες.
Κάθε φορά που
περνάει ένας από την μία πλευρά
του ταβανιού,
προς την άλλη,
αναρωτιέσαι αν εδώ είναι
το τέλος των ερωτηματικών.
Μα κάθε φορά,
είσαι δυο στιγμές,
αργότερα.
Σήκω και άρχισε να τρέχεις
και ίσως να τις προλάβεις.
Ίσως και να πάρεις κάποια απάντηση.


Γιατί γλιστράς;
Τελευταία,
Δεν μαθαίνεις βασικά
πράγματα.
Οι μόνες πληροφορίες που συγκρατείς
είναι η απόχρωση και
το άρωμα του δέρματος.
Τα σχέδια που άφησε το
άρωμα αυτό πάνω στο μαξιλάρι,
χαράζεται με
βελόνες και μελάνι,
για να μείνει.

Για άλλες εικοσιτέσσερις ώρες,
από ζάλη,
σε ζάλη.

2.11.09

Όλες οι παράξενες μέρες (και αυτή).

Συμβαίνουν περίεργα πράγματα,
σου λέω.
Εσύ,
νοιάζεσαι ή και όχι.
Σε κάθε περίπτωση, δεν τα προσέχεις.
Χίλιες νεκρές πεταλούδες
ξαπλωμένες στο γρασίδι της πίσω αυλής.
Όλα τα κουτιά παπουτσιών μου,
άδειασαν ένα συνηθισμένο βράδυ.
Το πουλόβερ μου, φορεμένο ανάποδα.
Όταν στα επισημαίνω, ούτε ένα σχόλιο.


Αλλάζεις θέμα.
Ρωτάς αν μου άρεσε η ταινία.
(Έκοψα το φιλμ σε μικρά κομματάκια
και αποπειράθηκα να το πνίξω στον νιπτήρα.
Να αποκτήσει ροή.)
Σου λέω πως με γοήτευσαν οι
άχρωμες εικόνες της.
Και κάπως έτσι,
έρχεται το τέλος κάθε συζήτησης.


Δίνω αξία στα δέκατα του δευτερολέπτου
και απελπίζεσαι.
Κάποιες φορές,
ξοδεύω τον χρόνο στις διαλέξεις σας για επανάσταση.
Και είναι ακριβώς 53 χαμένα φιλιά,
δυο εκθέσεις,
89 σελίδες.
Σου τραβάω το χέρι να τη ζήσουμε.
Με κοιτάς.
και τότε απελπίζομαι εγώ.

Πρόσεξε με.
τρεις χιλιάδες πυργάκια από άμμο,
μέσα στο άδειο σπιρτόκουτο
που αφήνω στο χέρι σου.
Στους αστραγάλους μου τυλίχτηκαν σερπαντίνες
(από τότε όταν περπατάω,
μοιράζω συναισθήματα).
Στα μαλλιά μου μαργαρίτες
και μέλισσες.


Δεν βλέπεις.
ΔΕΝ ΒΛΕΠΕΙΣ;
Να γεμίζω σπιρτόκουτα άμμο. Να κυνηγάω πεταλούδες. Να χορεύω χαρούμενη, πραγματικά, γλιστρώντας σε κομφετί και σερπαντίνες. Να θρηνώ τον χαμένο χρόνο της αναμονής, για το Μεγαλύτερο. Το οτιδήποτε.

Πως πρέπει να αναπνέω τόσο τέλεια,
τόσο βαρετά;
Σκάβω το χώμα να βρω τον ρυθμό μου.
Όλα όσα έκρυψα εκεί,
για να συνεχίζω.
Μα να ξέρεις,
Κάποια στιγμή θα πηδήσω έξω από Αυτό εδώ το φιλμ,
μαζί με άλλους είκοσι τρελούς και τον έρωτα.
Έπειτα, θα το κόψουμε και θα το πνίξουμε σε μια
μεγαλύτερη θάλασσα.
Να αποκτήσετε φαντασία.
Ακριβώς έτσι,
έρχεται το τέλος κάθε συζήτησης.