μα το διαμέρισμα
αδειάζει, κάθε φορά που κλείνουν τα μάτια.
Μέρες στο μαύρο.
Σέρνονται από
την απέναντι πλευρά του
δωματίου.
Σκαρφαλώνουν στο κρεβάτι.
Και αν σε άφηναν να ξεχάσεις,
δεν θα το έκανες. Όσοι μένουν,
συλλέγουν μυρωδιές,
και αίμα,
να κρατήσουν το συναίσθημα
λίγο παραπάνω.
Διάφανο σώμα,
Φλέβες και νεύρα σε πλήρη προβολή.
Δορυφόροι,
γύρω από τα
εκτεθειμένα χέρια,
όλα τα αγγίγματα που παίρνεις πίσω.
Περιστέρια δεν σταμάτησαν να γυρίζουν,
κάθε πρωί. Η γεύση
της μέντας,
πάντα ίδια.
Είναι οι σελίδες, που δεν αιχμαλωτίζουν
το βλέμμα πια,
οι βασανιστικές μελωδίες.
Όλες οι ελπίδες που κολύμπησαν
σε νερό και κρασί και
τώρα,
παιδεύουν το σώμα.
Σαν αλάτι σε πληγή.
Και ρωτάς να μάθεις,
αλήθεια, πόσο πονάει.
Αν δεν σφίγγεις τα χέρια,
γύρω από τον κορμό,
σταματάς
να αναπνέεις.





