23.2.10

The Aftermath.

Τα έπιπλα είναι ακόμη εδώ,
μα το διαμέρισμα
αδειάζει, κάθε φορά που κλείνουν τα μάτια.
Μέρες στο μαύρο.
Σέρνονται από
την απέναντι πλευρά του
δωματίου.
Σκαρφαλώνουν στο κρεβάτι.
Και αν σε άφηναν να ξεχάσεις,
δεν θα το έκανες. Όσοι μένουν,
συλλέγουν μυρωδιές,
και αίμα,
να κρατήσουν το συναίσθημα
λίγο παραπάνω.

Διάφανο σώμα,
Φλέβες και νεύρα σε πλήρη προβολή.
Δορυφόροι,
γύρω από τα
εκτεθειμένα χέρια,
όλα τα αγγίγματα που παίρνεις πίσω.

Περιστέρια δεν σταμάτησαν να γυρίζουν,
κάθε πρωί. Η γεύση
της μέντας,
πάντα ίδια.
Είναι οι σελίδες, που δεν αιχμαλωτίζουν
το βλέμμα πια,
οι βασανιστικές μελωδίες.
Όλες οι ελπίδες που κολύμπησαν
σε νερό και κρασί και
τώρα,
παιδεύουν το σώμα.
Σαν αλάτι σε πληγή.
Και ρωτάς να μάθεις,
αλήθεια, πόσο πονάει.

Αν δεν σφίγγεις τα χέρια,
γύρω από τον κορμό,
σταματάς


να αναπνέεις.

Αν θα 'πρεπε.


Μετά τον χορό.
Το βελούδινο πράσινο φόρεμα,
τσαλακωμένο.
Στο πάτωμα και το πουκάμισο.
Γυμνά πόδια,
πάνω σε μαύρα χαλιά.
Και κάθε άγγιγμα να έχει τη
γεύση που δεν θα μπορούσε,
ποτέ,
να έχει το φιλί.

Πάνω από την ατμόσφαιρα,
και τα νεκρά αστέρια,
Με την ίδια πάντα ταχύτητα,
ατελείωτες διαδρομές.
Δεν ξέρω που πάμε.
ΠΟΥ ΠΆΜΕ;
Δεν χωράνε σε αυτές τις στιγμές ρητορικές
ερωτήσεις,
απάντησε μου.

Στο μεγάλο δωμάτιο.
Γυάλινα μάτια,
τρομακτικά.
Ο πυρετός,
θα τα κάνει να λιώσουν.
Φοβάται,
όσο φοβάσαι.

Διστάζεις να μετρήσεις
άλλο ένα
δεν πρέπει.
Μα αυτός έμεινε ακίνητος,
σε αυτό το σημείο.
Απολύτως παγωμένος,
να περιμένει.
Την μεταμόρφωσή του σε άγαλμα,
ή κάτι ομορφότερο.
Με τον χρόνο,
η ομιλία γίνεται δυσκολότερη.
Ό,τι βρίσκεται στον πυρήνα,
πολλαπλασιάζεται

Σκηνές,
περίπλοκες
γυρισμένες με φακό παραμορφωτικό
Αυτή θα φεύγει και εσύ
θα μένεις ακίνητος,
στο πέρασμα των καιρών. Και θα φοβάται,
όσο φοβάσαι.

18.2.10

Παρόν

Θα μείνουμε,
ακριβώς εδώ, με κάτι λίγα,
ρεαλιστικά, όνειρα και
κούπες πρωινού καφέ.
Λύθηκαν τα κορδόνια,
κάποιος πέταξε νερά από το μπαλκόνι.
Χαοτική πραγματικότητα,
πανέμορφη.
Να γυρνάς το κλειδί,
πίσω σου 3 φορές.
Μα ξέρεις-
εδώ θα γυρίζεις πάντοτε.

Ξέρεις ακριβώς που πηγαίνεις,
χωρίς σχέδια.
Ηρεμία.
Να κοιτάς τον Ήλιο και να
θυμάσαι,
να περπατάς στην ατέλειωτη παραλία,
πάνω στην άμμο,
χωρίς να βουλιάζει το πόδι,
στους δρόμους,
χωρίς να τους βουλιάζεις.
Και κάποιος
άλλος σαν
εσένα,
να σου μαθαίνει μέσα από το
παιχνίδι των είκοσι ερωτήσεων,
πως το μόνο που πρέπει
πραγματικά να κάνεις είναι να μένεις εδώ
Χορογραφούμε,
πάνω σε σπασμένες πλάκες
ή απέραντα χαλιά.
Με τα χέρια πάντοτε στον αέρα
και το βάρος σε σταθερά πόδια.

Θα μείνουμε εδώ.
Όσο μπορείς να τραγουδάς
στον εαυτό σου,
δεν υπάρχει τέλος στην κίνηση.
Δεν έχεις
τέλος.

8.2.10

Εδώ, όχι τώρα.

Πίσω από το ηφαίστειο ο παράδεισος,
για κάποιους λίγους.
Και τα απογεύματα να κυλάνε αργά.
Τα πρωινά,
Να καίγονται στον ήλιο.
Να αφήνουν γραμμές που φαίνονται,
ακόμη, τον χειμώνα.
Να αναπνέει,
δροσερός αέρας πάνω απ' τα
πλακόστρωτα και
τη μαύρη άμμο.

Και πέρα από όλες τις στροφές,
που πήρες αργά,
Πάνω από το χάος
και τη θάλασσα,
που σου έμαθαν,
πως να εμπιστεύεσαι,
Όταν πιστέψεις πως ο
γκρεμός μπροστά,
είναι η φυσική κατάληξη των πραγμάτων,

μια βουτιά.
Από εδώ και πέρα,
κολυμπάμε.
Ή κάνουμε μακροβούτι.

μα αυτός ο δρόμος,
δεν έχει τέλος,
όσο υπάρχουν σύννεφα
και χάρτες
στα μάτια.

21.1.10

Απολογισμός.


Δεν έκανες, σχεδόν,
κανένα λάθος.
Έμπνευση.
Οι σελίδες,
συνέχιζαν να γυρίζουν,
ακόμη και πολύ μετά
από την ώρα
που έκλειναν τα μάτια σου.
Στα δικά μου έδινε ακόμη κάποιος
σχήμα και μορφή στις
ρωγμές του ταβανιού.
Και μετρούσε αστέρια.
Τα όνειρα,
σκαλίζονταν στον πάγο
ή άφηναν το σημάδι τους
στο ξύλινο πάτωμα.
Η χαρά του να περπατάς
ξυπόλυτη,
σε κάθε έδαφος,
μου χαρίστηκε.
Επίθεση μετωπική στον φόβο
και οι μέρες κινούνται με
μια διαφορετική χάρη.
Αγάπη για τον παγωμένο,
ατελείωτο χειμώνα.
Παράξενη διάθεση,
σχεδόν κάθε μέρα.
Αμφισβήτηση που προκαλεί
σύγχυση.
Οι λέξεις κινούνταν πάντα
προς την κατεύθυνση σου,
με τόση
ευκολία.

Και υπήρχαν και τα
μαθήματα αναμονής.
Σε λεωφόρους, διαδρόμους
και κάτω από το πάπλωμα.
Το δίκαιο, δεν έχει μόνο μια
απόχρωση
Νότες,
που γνώρισα στο
αυτοκίνητο.
Η παρουσία,
τυλίγει το δέρμα
και δεν αισθάνθηκα ποτέ,
πραγματικά μόνη.

Μόνο το δωμάτιο έχει αλλάξει,
από τότε. Αλλά,

Αυτό;
Δεν είναι κάτι,
που χρειάζεται να ζητάς.

19.1.10

Πρόσωπα.

Πίσω από το
πρώτο παράθυρο,
θόρυβος.
Τρυπάει το γυαλί
και σε αγγίζει,
αλήθεια.
Δεν έχει χρώμα,
μα αν είχε θα ήταν ακριβώς,
αυτό:
καθαρό, σχεδόν διάφανο γαλάζιο.
Περιβάλει το σώμα σου,
σαν πανοπλία και δείχνει
πραγματικά όμορφος.
Δεν ξέρω πολλά πράγματα,
που δεν θα έδειχναν.

Και αυτή η μέρα,
για την οποία έχω γράψει
άπειρους στίχους,
σήμερα μοιάζει τόσο
απλή.
Πίσω από τον μύθο,
μαθαίνεις.
Ποια πρωινά ο καφές πρέπει να
είναι περισσότερος και
οι σκέψεις,
λιγότερες.
Ποιες σκέψεις είναι πολύ λίγες,
μικρές
και θα πρέπει να
καίγονται,
πίσω από τον πομπό.
Σαν να ισορροπείς σε σχοινί,
γνωρίζοντας, ακριβώς
πως να μην πέσεις στο κενό.
Απολαυστική πρόκληση.


Κάποιες φορές,
νομίζω πως ακούω τον παλμό
στις φλέβες σου και
κάποιες άλλες,
τις βλεφαρίδες,
που ανοιγοκλείνουν στο μαξιλάρι.
Ακούω την ιστορία αυτής της μέρας
και
φωνές,
άλλες μαύρες άλλες με ιριδισμούς.
Σπάει το γυαλί και αισθάνομαι
την ανάγκη να κρυφτώ. Μα όχι.
Τόσο δυνατός,
κρυστάλλινος ήχος, τυλιγμένος γύρω
από τις αξύριστες γωνίες του
προσώπου σου.
Δεν μπορώ να φανταστώ,
πολλά πράγματα που δεν θα
έδειχναν όμορφα.

Αναπαράγεται όλο και δυνατότερα,
καθώς προσεγγίζεις το σημείο,
οπού έσπασε το γυαλί.
Δεν γνωρίζω, πως αλλιώς να μιλήσω για ευτυχία.
Απλώς,
δεν μπορεί να συμβεί τίποτα,
κακό.

1.1.10

Γιορτή.

Κάτω από το χαρτί που γυαλίζει,
άλλο ένα και άλλο ένα
και κορδέλες.
Μέσα στο πρώτο κουτί,
ένα ακόμη.
Ο πιο όμορφος τρόπος να
αλλάξεις έτος.
Όχι το δικό τους,
το δικό σου.
Αυτή η ημερομηνία ταξιδεύει,
σαν ζωή μέσα στην ζωή
και τα βάφει όλα
κίτρινα.
Μαργαρίτες και τουλίπες,
καρφιτσωμένες στις κουρτίνες.
Τώρα, χαμογελάς και εσύ.

Οι ίδιες γραμμές,
ξαπλωμένες δίπλα στα μάτια,
πλάι στα χείλη,
γνώριμες στα άγγιγμα.
Μερικά βράδια νομίζεις,
πως
δεν αλλάζουμε.
Αυτή η φωνή ταξιδεύει.
Από τη μια αίθουσα αναμονής,
στην επόμενη.

Παρακολουθείς τις σελίδες να
γυρνάνε
σε δάχτυλα παρόμοια με τα
δικά σου.
Γεννούν οι στιγμές,
κινηματογραφικά φίλμ.
Η ανακούφιση του να παρακολουθείς,
με την ίδια κρυμμένη απορία,
όπως πάντοτε.

Τι ώρα είναι;
Τώρα,
αναλύουμε κάθε ανάλυση λίγο περισσότερο
και τώρα τα φώτα τρεμοπαίζουν στο παρασκήνιο.
Και τώρα;
στον αέρα κολυμπάνε χρυσάνθεμα
και τώρα ακριβώς,
ο κόσμος ταξιδεύει
σαν ζωή μέσα σε ζωή.