18.7.10

Και τώρα;


Βρέθηκα κάποια νύχτα, μπροστά στο γυαλί,
Να κυνηγάω τις ατέλειες,
Μέχρι που ξημέρωσε.
Υποθέτω λοιπόν,
Πως είχες δίκιο.
Δεν βρεθήκαμε τυχαία όμως εδώ, μην ξεχνιέσαι.
Διανύσαμε χιλιόμετρα.
Εσύ έμαθες να αντιλαμβάνεσαι,
Τα άσχημα πριν σε βρουν. Εγώ, να αντέχω τον πόνο της συνέπειας.
Μοιραστήκαμε νότες,
Κομμένες στα τέσσερα.
Και τώρα 4 αιώνες μετά,
συνειδητοποιώ πως οι μέρες ήταν πάντοτε πολύ
λίγες,
γι’ αυτό που ήμαστε.
Οι συνομιλίες μας, ποτέ δεν έβγαλαν κάποιο νόημα,
σε τρίτο.

Και αν τώρα,
παρατηρείς στους ανθρώπους γύρω σου,
κάποια έκφραση
ή ακούς τον τόνο της φωνής μου,
αν σου δημιουργεί αυτό τον αστείο εκνευρισμό,
που από καιρό σε καιρό ανιχνεύω και εγώ σε παρέες και
σε θυμίζει,
δεν θα σου πω πως λυπάμαι.


3 καμπύλες λιγότερες, μια μικρότερη ευθεία, ένα Τέρμα.
Έτρεξα τόσο γρήγορα.
Κουράστηκα τόσο, που ακόμη και πίσω από την γραμμή,
δεν βρίσκω τις χαμένες ανάσες.

Υποθέτω λοιπόν,
Πως είχες δίκιο.
Και δεν θα σου ζητήσω, να με τραβήξεις πίσω. Πέρα από κάθε υπερβολή,
είναι πανέμορφα εδώ. Θύμισέ μου απλώς αν μπορείς, πως να
σταματήσω την αιμορραγία
Γιατί φοβάμαι, πως από καιρό σταμάτησα να αλλάζω,
Μόνο στο γυαλί.

25.6.10

full moon.

Μην ξεχνάς να αισθάνεσαι,
κάθε μικρή παύση.
Τι ήσουν εσύ και όλοι μας,
αν όχι η πρόταση που ένωνε τελείες;
Δεν είναι παρά ένα ακόμη
πρωινό Οκτώβρη,
κατακαλόκαιρο.
Μην μπερδεύεσαι.
Λίγο να με καταλάβαινες,
θα ήξερες.

Να μην ξεχνάς να αγγίζεις,
ακριβώς έτσι,
σαν ο κόσμος να 'ναι ξαπλωμένος,
στα χείλη σου.
Οι φίλοι μου, κάνουν πρόποση
στην φράση, που ζωγραφίστηκε στο άσπρο πουλόβερ,
της παραλίας, καιρό πριν
(ναι υπάρχει ακόμη).
Αγαπήθηκες όσο θ' αγαπήσεις.
Δεν έχουμε μόνιμη κατοικία,
Νοικιάζουμε σοκολατάκια στο μαξιλάρι
και οι δείκτες των ρολογιών μας, κολλάνε πάντοτε
το απομεσήμερο.

Τι μας ανήκει;

Τύλιξε το σεντόνι πιο σφιχτά,
νιώσε,
τους τόνους μου.
Από το λάθη μου τ' αμέτρητα, μιας ερμηνείας λογικής
ποιο το νόημα;

Προσπάθησα ωστόσο.
Δεμένοι στο λιμάνι αυτό,
μέρα με τη μέρα,
παραλείψαμε να γιορτάσουμε την άφιξη του πλοίου,
υποθέτω,επίτηδες.

Και όμως,
μες τη ζάλη,
ακόμη εγώ
και οι τρελές μου σκέψεις,
σκύβουμε το κεφάλι,
από σεβασμό,
σε μια αίσθηση
δυνατότερη

από τα κύματα που σκάνε στις πλάτες.


Απογοητευτική,
εξαίσια και
ξαφνική τελείως,
σαν

αυτή. Ακριβώς, σαν αυτή.


Και δεν σταματά ποτέ να με εκπλήσσει η συνέχεια και συνέπεια,
των λανθασμένων μου επιλογών λέξεων.

8.6.10

Εξέλιξη.

Όλα τα φύλλα,
Έπεσαν στο κέντρο του
Τραπεζιού.
Να μην ξεχνάμε να χτίζουμε
Πάνω σε συντρίμμια,
Κάθε- σχεδόν-
μέρα.
Κυρίως,
να ξαναμοιράζουμε την τράπουλα.
Να μαθαίνουμε, πώς να στεκόμαστε
Ζεστά σώματα,
μπροστά στον αέρα που βγαίνει
Από χείλη, διάφορα,
Δεν αρκεί.
Πολύ περισσότερο,
δεν αρκεί
Στο εδώ και το τώρα μας.

Να βάζουμε φωτιές από την αρχή,
Γιατί όλα δείχνουν ομορφότερα,
Στο κόκκινο φως.
Και αν μας τραβήξουν οι φλόγες,
θα έλεγες ότι δεν άξιζε η εμπειρία;
Δεν σου χαρίζεται ποτέ αρκετός χρόνος,
Εδώ,
όπως και να 'χει.
Μα όσο βρισκόμαστε σε αυτό, ακριβώς,το σημείο,
θα ερωτευόμαστε γεύσεις
Και στιγμές,
Σαν να ήταν οι τελευταίες,
Των τελευταίων .
Και το χώμα, σου ορκίζομαι,
Δεν θα θυμάται μονάχα
Το βάρος των βημάτων μας.

Θα πλάθει συνέχεια νέα
Σώματα,
Με νέα βλέμματα
Και νέα φιλιά.
Και όλα θα έχουν αποτυπωμένα,
Στις φλέβες
Και στο δέρμα τους,
Τις αισθήσεις μας,

Που γέννησαν ένα νέο ήλιο,
στον πυρήνα.

3.5.10

Μη.


Μισο-ειπωμένες φράσεις,
Κυλάνε,
Σαν σταγόνες στα πλακάκια.
Μαζεύονται σε μια μεγάλη κηλίδα,
Στο κέντρο του δωματίου.
Ακριβώς σαν νερό.
Μπορεί να είναι απλώς στην
Φαντασία μου.

Και τι να πει κανείς,
Τη στιγμή αυτή,
Που να βγάζει έστω και το ελάχιστο νόημα;
Εύθυμα μηνύματα.
Ένα και μετά άλλο και έπειτα
Πολύ περισσότερα.
Δεν το σταματάω.

Περπατάω πάνω στο νερό,
Το μεταφέρω στο τεράστιο σπίτι.
Από αίθουσα σε αίθουσα.
Κάποτε,
Στους τοίχους αυτούς ζωγραφισμένες φωνές.

Μένει να φτάσω εκεί που έτρεχες,
Τότε.
Που δεν γνώριζες,
Το δωμάτιο αυτό.
Που ούτε καν φανταζόσουν,
Εμένα.
Να μιλήσω μαζί σου από
Την αρχή,
Συμπληρώνοντας κενά.
Και παίρνοντας πίσω στατιστικές.

Και αν δεν μπορέσω απόψε βράδυ,
Να σε βρω,
Πες στα όνειρά μου,
ψέματα,
Πως ίσως αύριο.

19.3.10

Στίγμα.


Να δεχθείς,
για μια φορά έστω, τις αφαιρέσεις
που μας σχημάτισαν,
σαν όμορφα λουλούδια.
Ζωγράφισαν τα μέλη μας,
με δεδομένα, τα οποία δεν θα γεράσουν,
με την αλλαγή των εποχών.

Αγκαλιά με τις μούσες
και τις δεύτερες σκέψεις,
διδαχθήκαμε το πως
να ακολουθούμε τον έρωτα.
Πάντα ένα λεπτό αργότερα,
από την προκαθορισμένη ώρα.


Και τώρα,
ανάμεσα σε κομματιασμένα πανιά
και σπασμένα κατάρτια,
να μην μιλάμε
για το ναυάγιο
- αυτό είναι το λιγότερο.
Αλλά για τα εκπληκτικά κύματα,
που μας έφεραν στα γόνατα
και μας χάρισαν μια
τρίτη ή τέταρτη ζωή.

Ελεύθεροι,
πάνω σε κεραμίδια,
στην κορυφή του δικού μας κόσμου,
να μετράμε ως το 7
και να γνωρίζουμε
πως μοναχά
εκεί,
έρχεται το τέλος των πραγμάτων.

Και όχι πάντοτε.

16.3.10

Ανάκληση


Ενα, δύο πανέμορφα φύλλα.
Περισσότερα.
Πέφτουν νεκρά
στα πλακάκια
της αυλής.
Δεν γνωρίζεις, πως να βρεις τις
λέξεις τις σωστές,
που θα τους
ψιθυρίσουν κάτι.
Έστω,
κάτι μικρό.
Από δέντρο σε δέντρο,
μέρες μακρινές,
βουτηγμένες σε μνήμες
και άμμο.

Για να θυμηθούν,
κάτι λίγο από εκείνον.
Κάτι, εκτός
από τον τρόπο που έφυγε.
Λίγοι ήχοι,
περνούν από
το δέρμα σου, ψάχνοντας.
Ανατριχιάζεις στην σκέψη.
Το βλέπω.
Μια μυρωδιά,
στο απέναντι πεζοδρόμιο,
τον γεννά,
από την αρχή.

Και είναι τα λεπτά που
έχασες,
δίχως φωνή.
Οι αποστάσεις που δεν εκμηδενίστηκαν

Από φύλλο σε φύλλο,
χιλιόμετρα να ταξιδεύεις, τώρα,
να εξιλεωθείς.
Μα όλες οι συγγνώμες να μαραίνονται
στα πλακάκια της αυλής.
Να τις ανακαλύπτεις πάντοτε,

λίγο,
αργά.

27.2.10

Μορφές Αυτοκαταστροφής.

Να σφίξει όλα
τα συναισθήματα ανάμεσα στα δάχτυλα,
να ελέγχει την κάθε σκέψη.
Μα ο κάθε μικρός εθισμός,
απόδειξη του νόμου της βαρύτητας,
τραβάει πρόσωπα και πράξεις
προς τον πυρήνα.
Συντρίμμια πάνω σε
όμορφα χώματα.
Λυπάται;

Και αν μπορούσε να μετρήσει,
αντίστροφα από το 347.000
ίσως να έσωζε,
τις στιγμές που ξεψύχησαν στα
χέρια του.
Συνέχεια,
χάνει το μέτρημα.
Μαζί του,
Χάνει και αναπνοές.
Οι λίγες που μένουν,
έχουν καλύτερη γεύση.

Και αν κλείδωνε,
τον εγωισμό του σε ντουλάπι,
θα ήταν μάλλον,
μια λιγότερη έκδοση αυτού
που θα μπορούσε να είναι.
Λιγότερο δέρμα γύρω από
τα κόκαλα,
λιγότεροι χτύποι.

Προς το τέλος, οι φόβοι αναπαράγονται,
πίσω από τα κλειστά βλέφαρα,
ευκολότερα.
Αν οι όμορφες εικόνες,
σβηστούν
τότε,
Τι μένει;
Περισσότερο,
είδε αποτυπωμένη την έννοια της μετάνοιας,
πάνω σε όσα δεν άγγιξε.
Πάνω σε όλα τα
ίσως
που θα μπορούσαν μα δεν επαληθεύτηκαν
κανένα πρωινό.
Γι' αυτά,
ξέρω πόσο ακριβώς
λυπάται.