
Βρέθηκα κάποια νύχτα, μπροστά στο γυαλί,
Να κυνηγάω τις ατέλειες,
Μέχρι που ξημέρωσε.
Υποθέτω λοιπόν,
Πως είχες δίκιο.
Δεν βρεθήκαμε τυχαία όμως εδώ, μην ξεχνιέσαι.
Διανύσαμε χιλιόμετρα.
Εσύ έμαθες να αντιλαμβάνεσαι,
Τα άσχημα πριν σε βρουν. Εγώ, να αντέχω τον πόνο της συνέπειας.
Μοιραστήκαμε νότες,
Κομμένες στα τέσσερα.
Και τώρα 4 αιώνες μετά,
συνειδητοποιώ πως οι μέρες ήταν πάντοτε πολύ
λίγες,
γι’ αυτό που ήμαστε.
Οι συνομιλίες μας, ποτέ δεν έβγαλαν κάποιο νόημα,
σε τρίτο.
Και αν τώρα,
παρατηρείς στους ανθρώπους γύρω σου,
κάποια έκφραση
ή ακούς τον τόνο της φωνής μου,
αν σου δημιουργεί αυτό τον αστείο εκνευρισμό,
που από καιρό σε καιρό ανιχνεύω και εγώ σε παρέες και
σε θυμίζει,
δεν θα σου πω πως λυπάμαι.
3 καμπύλες λιγότερες, μια μικρότερη ευθεία, ένα Τέρμα.
Έτρεξα τόσο γρήγορα.
Κουράστηκα τόσο, που ακόμη και πίσω από την γραμμή,
δεν βρίσκω τις χαμένες ανάσες.
Υποθέτω λοιπόν,
Πως είχες δίκιο.
Και δεν θα σου ζητήσω, να με τραβήξεις πίσω. Πέρα από κάθε υπερβολή,
είναι πανέμορφα εδώ. Θύμισέ μου απλώς αν μπορείς, πως να
σταματήσω την αιμορραγία
Γιατί φοβάμαι, πως από καιρό σταμάτησα να αλλάζω,
Μόνο στο γυαλί.






