Οι δρόμοι άδειαζαν,
οι κάδοι γέμιζαν,
η πόλη έζεχνε
(περισσότερο απ' ότι συνήθως),
τα περιτυλίγματα κινούνταν νωχελικά
πάνω στα λασπόνερα,
έκανε κρύο
και εγώ
σε έχανα.
Σ ' έχανα και αδιαφορούσα.
Οι κατηγορίες σου γίνονται δάχτυλα,
γύρω απ' τον λαιμό μου.
Και για τα σημάδια;
Αδιαφορώ. Δεν με πονάς πια καθόλου.
Είμαι άυλη.
Μπορείς να με φαντάζεσαι,
σαν τα σύρματα που παράγουν μόνο παράσιτα,
ή και κανέναν απολύτως ήχο.
Να με παρατηρείς,
ανάμεσα σε φορέματα που ανεμίζουν,
όσα μικρά καλοκαίρια ακολουθήσουν.
Να γεννιέμαι από χώμα
και να ξεψυχώ δίχως νερό,
σε κάποια άκρη,
κάπου.
Να χάνω μέλη,
κάθε ανατολή
και να αναπλάθομαι
ως την δύση.
Καλύτερη.
Κάθε φορά, καλύτερη.
Και αυτό, όχι απ' όλους,
μα απ' εσένα.
(Η καλύτερή μου αλήθεια ,
πονάει πιότερο, απ' την χειρότερή σου εξαπάτηση
και αυτό, εσένα, πιότερο ακόμα.
Είσαι γυμνός.
Ολόγυμνος,
τώρα.
Κρυώνεις;
Πες μου ).
Μπορώ να σου λείπω,
σαν εφιάλτης μετά από μήνα,
ονείρων απουσία.
Να με μαθαίνεις,
μέσα από ερμηνείες που επιδέχθηκαν οι λέξεις μου,
τρία φυσικά πρόσωπα μετά την δήλωση,
την αρχική,
την όποια.
Και
οι δρόμοι γέμιζαν,
οι κάδοι φλέγονταν,
η πόλη με τρόμαζε
(περισσότερο απ' ότι συνήθως),
και εγώ συνάντησα κάποιον κοινό γνωστό.
Με πληροφόρησε πως είσαι
καλά.
Αλίμονο...
Πως σπαταλάς μέρες
και όμορφα πρόσωπα,
όπως πάντοτε.
Πως άλλαξες.
Διαβάζεις, περισσότερο.
Ερωτεύεσαι, καλύτερα.
Τι ψεύτης...
Ψεύτης ή ανόητος;
Και ενώ τα χείλη του κινούνταν,
σας φανταζόμουν σαν τον ανόητο και τον ψεύτη,
στην ζωγραφιά ενός πεντάχρονου,
με τα αντίστοιχα βελάκια.
Και εσύ ήσουν ο ψεύτης,
εσύ και ο ανόητος.
Ήσασταν ένας.
Ο ίδιος ένας,
παντού.
(Είσαι μόνος.
Τόσο μόνος,
τώρα.
Πονάει;
Πες μου).
Και
οι δρόμοι έσκαγαν,
οι κάδοι έλιωναν
η πόλη ούρλιαζε
(πιο δυνατά απ' ότι συνήθως),
και εσύ,
μ' έχανες.
Που, ακριβώς, χτυπάει ο πόνος της απώλειας;
Πες μου.
οι κάδοι γέμιζαν,
η πόλη έζεχνε
(περισσότερο απ' ότι συνήθως),
τα περιτυλίγματα κινούνταν νωχελικά
πάνω στα λασπόνερα,
έκανε κρύο
και εγώ
σε έχανα.
Σ ' έχανα και αδιαφορούσα.
Οι κατηγορίες σου γίνονται δάχτυλα,
γύρω απ' τον λαιμό μου.
Και για τα σημάδια;
Αδιαφορώ. Δεν με πονάς πια καθόλου.
Είμαι άυλη.
Μπορείς να με φαντάζεσαι,
σαν τα σύρματα που παράγουν μόνο παράσιτα,
ή και κανέναν απολύτως ήχο.
Να με παρατηρείς,
ανάμεσα σε φορέματα που ανεμίζουν,
όσα μικρά καλοκαίρια ακολουθήσουν.
Να γεννιέμαι από χώμα
και να ξεψυχώ δίχως νερό,
σε κάποια άκρη,
κάπου.
Να χάνω μέλη,
κάθε ανατολή
και να αναπλάθομαι
ως την δύση.
Καλύτερη.
Κάθε φορά, καλύτερη.
Και αυτό, όχι απ' όλους,
μα απ' εσένα.
(Η καλύτερή μου αλήθεια ,
πονάει πιότερο, απ' την χειρότερή σου εξαπάτηση
και αυτό, εσένα, πιότερο ακόμα.
Είσαι γυμνός.
Ολόγυμνος,
τώρα.
Κρυώνεις;
Πες μου ).
Μπορώ να σου λείπω,
σαν εφιάλτης μετά από μήνα,
ονείρων απουσία.
Να με μαθαίνεις,
μέσα από ερμηνείες που επιδέχθηκαν οι λέξεις μου,
τρία φυσικά πρόσωπα μετά την δήλωση,
την αρχική,
την όποια.
Και
οι δρόμοι γέμιζαν,
οι κάδοι φλέγονταν,
η πόλη με τρόμαζε
(περισσότερο απ' ότι συνήθως),
και εγώ συνάντησα κάποιον κοινό γνωστό.
Με πληροφόρησε πως είσαι
καλά.
Αλίμονο...
Πως σπαταλάς μέρες
και όμορφα πρόσωπα,
όπως πάντοτε.
Πως άλλαξες.
Διαβάζεις, περισσότερο.
Ερωτεύεσαι, καλύτερα.
Τι ψεύτης...
Ψεύτης ή ανόητος;
Και ενώ τα χείλη του κινούνταν,
σας φανταζόμουν σαν τον ανόητο και τον ψεύτη,
στην ζωγραφιά ενός πεντάχρονου,
με τα αντίστοιχα βελάκια.
Και εσύ ήσουν ο ψεύτης,
εσύ και ο ανόητος.
Ήσασταν ένας.
Ο ίδιος ένας,
παντού.
(Είσαι μόνος.
Τόσο μόνος,
τώρα.
Πονάει;
Πες μου).
Και
οι δρόμοι έσκαγαν,
οι κάδοι έλιωναν
η πόλη ούρλιαζε
(πιο δυνατά απ' ότι συνήθως),
και εσύ,
μ' έχανες.
Που, ακριβώς, χτυπάει ο πόνος της απώλειας;
Πες μου.


