24.2.11

Γραμμές, σειρές και ३ γραμμές ακόμα.



Κόκκινες γραμμές,
σ' όσα μέρη περπατήσαμε,
τυχαίες μέρες του δεύτερου μήνα.
Απλώνονται σε τοίχους,
Ξεδιπλώνονται σε λεωφόρους,
ξαπλώνουν στο μπαλκόνι.
Τις εντοπίζω,
Στα πιο απίθανα σημεία.
Και παίξαμε και κρυφτό.
Μα σε βλέπω ακόμα,
πίσω από την ντουλάπα,
κάτω από το κρεβάτι,
στην αποθήκη του δεύτερου ορόφου.
Σε βρίσκω από συνήθεια.
Βλέπεις και εσύ,
πως αυτό το παιχνίδι δεν έχει πλέον νόημα.

Να ζητήσω έγκριση,
δεν είναι κάτι που θα έκανα ποτέ.
Το γνωρίζει.
Συγχώρεση τότε.
Ίσως,
μα όχι όσο συνεχίζεις να βυθίζεις
το βλέμμα σου,
σ' οτιδήποτε αναπνέει στο δωμάτιο,
εκτός από εμένα.
Η θεωρία του κάστρου,
δεν αποδεικνύεται, εξομολογήθηκα,
στη μόνη αγκαλιά που αρνούμαι να απογοητεύσω.
Κυρίως γιατί τα τείχη είχαν τρύπες,
εξ' αρχής.
Γιατί οι πολιορκημένοι,
έπεσαν από τα πυρά,
πριν προλάβουμε να αγγίξουμε
ζεστό δέρμα.
Οπότε, εγκαταλείπουμε,
μέχρις ότου ο αγώνας να είναι Άχρηστος.


Πέρασε καιρός πολύς, με εμάς ξαπλωμένους
ανάμεσα στις κόκκινες γραμμές.
Να διαβάζουμε, σελίδες με μουντζούρες
-σίγουρα δεν ήταν κάτασπρες. Δεν γίνεται.
Δεν φαίνεται,

μα ακόμα χρειάζεται να σφίγγω
τα χέρια γύρω από τον κορμό,
για να συνεχίζεται η ροή των εισπνοών.
Τις εκπνοές τις έκοψα,
σαν κακή συνήθεια.
Χρειάζομαι όλο τον αέρα,
που μπορώ
να κρατήσω.

17.2.11

safe mode

Ο καλύτερός μου φίλος,
δήλωσε παραίτηση. Αυτός και τόσοι άλλοι,
δικοί μου,
άγνωστοι ο ένας με τον άλλο,
λένε την ίδια φράση, τελευταία, σε επανάληψη.
Και δεν γνωρίζω και εγώ πλέον,
σε πόσους την ψιθύρισα.
Της έδωσα πρόσωπο και σώμα.

Τώρα με καταδιώκει,
σαν κακό όνειρο. Ή σαν παλιά γνωριμία,
από εκείνες που συναντάς
στο λεωφορείο τυχαία απογεύματα και
συνεχίζεις να κοιτάς έξω απ' το παράθυρο, ελπίζοντας να
μην σε αναγνωρίσουν

Και δεν θα με ενοχλούσε, γιατί είναι απλώς γράμματα στην σειρά,
με τα απαραίτητα κενά ενδιάμεσα. Έχει την δυνατότητα να ακυρωθεί,
όπως, σχεδόν, όλα όσα λέγονται.
Μα αυτή την ώρα - και πρώτη φορά δίνω σημασία στην ώρα,
σ' αυτό το μέρος και από αυτά τα μάτια,
που δεν σταματούν στιγμή να μου χαμογελάνε,
αρνούμαι να την δεχτώ.
Όχι, από πείσμα, ή εγωισμό -από καιρό τα έπνιξα αυτά
και τα έθαψα στον βυθό της παραλίας που γνωρίζεις.
Περισσότερο, γιατί αν δεχτώ τα νοήματά της,
δεν θα υπάρχουν πλέον δρόμοι.
Και αν υπάρχουν, δεν θα ξέρω πως να κινηθώ πάνω τους.
Θα είμαι Χαμένη, χαμένη όπως όλοι,
Ακούς;

Η κούπα θα έχει μια τεράστια τρύπα,
δεν θα συγκρατεί, τίποτα.
Οι κόμποι στο χαλί μου θα λύνονται.
Και το δάπεδο είναι καλυμμένο με πλακάκια.
Μπορείς να φανταστείς κάτι πιο κρύο, πιο απειλητικό
για τα βήματά μου;
Έπειτα,
τα χρώματα στην αυλή θα χάσουν το νόημα που τους έδωσα.
Θα ξημερώνει η ίδια Τετάρτη. Τα βιβλία θα γίνονται άμμος στα δάχτυλα.
Θα σταματήσω να αναλύω τα αρώματα, στα στοιχεία τους.
Κυρίως, δεν θα υπάρχει κίνηση. Όχι για μένα, τουλάχιστον.

Πάρε τα γράμματα πίσω ένα ένα,
γιατί αδυνατώ να τα διαγράψω.
Ή μάλλον κατάργησε τις προτάσεις, γενικότερα.
Αλλιώς είμαστε χαμένοι,
όπως όλοι οι άλλοι.
Ακούς;

7.2.11

Μικρά γράμματα.

Κράτησε με, τώρα.
Γιατί κάνει κρύο,
γιατί δεν έχω τίποτα άλλο εκτός από αυτό, τις τελευταίες μέρες.
-δεν σου ορκίζομαι πως θα ναι πάντα έτσι.
Αλλά γράφουμε πάντοτε,
για την στιγμή.
Διαγράφουμε, με προσχεδιασμένες κινήσεις, όλα
τα "πριν από εδώ" και τα "ίσως, αργότερα".
Θυσιάζουμε κάρτες και λουλούδια, για τα ελάχιστα δευτερόλεπτα

Ειλικρινά, δεν θυμάμαι ποιος με έμαθε να σκέφτομαι με αυτόν τον τρόπο.
Δεν θυμάμαι, πότε ακριβώς τον πίστεψα. Πότε έραψα διαφορετικά
μάτια στην θεωρία του και την έκανα δική μου.
Δεν γνωρίζω ούτε αν θέλω να τον ευχαριστήσω
ή να τον αφήσω να καίγεται αργά, κάπου μακριά, πολύ πολύ μακριά από θάλασσα.

Εδώ που είμαστε, ο χρόνος κυλά δραματικά αργά. Έχω προτάσεις.
Να βάλεις τις γαλάζιες λέξεις στην σειρά,
να μου εξηγήσεις από την αρχή,
πως να μην χάνω τον ειρμό μου.
Να μην βάζω φωτιά, εκστασιασμένη, σε όσα
έμαθα, με τον καιρό, να απεχθάνομαι.
Και εδώ που στέκομαι, απέναντί σου, με την Πόλη κάτω από τα πόδια μας,
θα σου ψιθυρίσω την μίση αλήθεια.
Έμαθα να λέω όμορφα ψέματα τόσο πειστικά, άλλωστε
-το γνωρίζεις καλύτερα από τόσους άλλους.
Εσύ θα χαμογελάσεις, γιατί τελευταία,
διαβάζεις την άλλη μισή.
Και θα ναι μυστικό δικό μας.
Από εκείνα που κάνουν Άλλους να χάνουν τον ύπνο τους,
να μην γνωρίζουν, ποιο βήμα ακολουθεί το προηγούμενο.
Όχι εμάς.
Μερικές φορές, με τρομάζουν οι εκφράσεις μου, στο πρόσωπό σου.
Άλλες, αυτή η περίεργη μορφή επικοινωνίας που αναπτύξαμε,
ξαφνικά, τελείως.
Ο τέλειος συγχρονισμός

Έδωσα μια υπόσχεση, ένα καθόλου ουδέτερα φορτισμένο απόγευμα.
Και θα την τηρήσω παραμένοντας με τα πόδια καρφωμένα στην γη,
για όσο θα νιώθεις την ανάγκη να κρατάς το σφυρί.
-Είναι και αυτό μια μορφή αυτοκαταστροφής, δεν νομίζεις;
-Θα προτιμούσες ένα, συμμαζεμένο από κάθε άποψη, τίποτα, λοιπόν;
-Όχι.
Στην πραγματικότητα θα προτιμούσα να μην παίζεις με τις λέξεις.
Να μπήγεις τα καρφιά πιο γρήγορα. Πιο ανώδυνα.
Δεν θα το παραδεχόμουν, ποτέ, σε κανέναν. Πόσο μάλλον
στην κοπέλα κάτω από την επιφάνεια και στην άλλη άκρη του μολυβιού.

Έδωσα την ίδια υπόσχεση και στον εαυτό μου.
Μέχρι σήμερα,
η μόνη που θα κρατήσω.
(Έτσι νομίζω, τουλάχιστον. Καταλαβαίνεις, τι εννοώ.)
Κράτησε με, λοιπόν, τώρα. Τόσο κοντά, που η αναπνοή να έρχεται δυσκολότερα
και να μην με πειράζει.
Να νιώθω, επιτέλους, κάτι παραπάνω, οτιδήποτε.
Οτιδήποτε.

21.1.11

55 Db.


Να εξηγήσεις, το πέρασμα των χρωμάτων
από την κορνίζα.
Για λίγες, ελάχιστες στιγμές,
ήταν ακριβώς εκεί,
σχεδόν, όλα.
Και να αποτυπώσω, σε σχήματα, που να βγάζουν νόημα,
όσα είναι γραμμένα στα πλακάκια του μπάνιου.
Είχα αρκετό χρόνο.

Κοίταξέ με, λίγο καλύτερα.
Υπάρχουν ιστορίες,
Ορκίζομαι. Κάποιος έτρεχε, διασχίζοντας τον τοίχο.
Από την μια άκρη ως την άλλη.
Ένα καπέλο, πεσμένο στο πάτωμα.
Κινήσεις, μέσα σε ποτήρια
Τόσοι άγνωστοι.
Τα πόδια σου, καρφωμένα πάνω τους.
Το τακούνι μου, καρφωμένο στις ράγες.
Τι περισσότερο θέλεις να μάθεις;
Πετσέτα γαλαζοπράσινη, σφιχτά τυλιγμένη. Εδώ που στέκεσαι τώρα,
έμαθα να κρατάω την αναπνοή μου.
Κάθε φορά που μαζεύεις συνομιλίες,
συμπληρώνω τα κενά.
Για κάθε εσύ και από μια χάντρα γύρω από τον καρπό.
Με μια απότομη κίνηση,
όλες στο πάτωμα.
Και τα πλακάκια;
Να σπάσουν όλα,
γιατί πέρα από τους ήχους, δεν μου χαρίζουν τίποτα άλλο, από καιρό.
Και αυτοί, χάθηκαν, ένα πρωί.
Δεν θα μπορούσε να είναι απόγευμα.

Και την κορνίζα και τα περιεχόμενα της,
έμαθα να την διαβάζω καλά,
με ακριβώς τον σωστό τρόπο.
Είχα χρόνο.
Με τον υπερσυντέλικο πλέον, άχρηστο.
Οπότε,
βλέπεις, οι επιλογές δεν είναι ποτέ αρκετές.
Με το σφυρί, σπάσε τα όλα.
Ξερίζωσε τον διακόπτη από τον τοίχο.
Ψιθύρισε δυνατά αρκετά,
ώστε να κρατήσω τον απόηχο.
Βγάλε ένα ένα τα ρούχα σου,
γδύσε τις λέξεις, μια μια.
Ή φύγε.
Δεν Θα το καταλάβω παρά λεπτά αργότερα
Και μόνο, από το πόσο
ασφυκτικά τέλειο θα παραμείνει το δωμάτιο.
Μην συγχύζεσαι.
Έμαθα να κρατάω την αναπνοή μου.

9.11.10

Μερικά πρωινά.


Και οι μέρες κυλάνε απαλά,
σαν βήματα πάνω στα χιλιοστά νερού,
που καλύπτουν τα πλακάκια.
Σαν σεντόνι πάνω στο στρώμα,
προσγειώνονται αθόρυβα.
Απλώνονται στο δωμάτιο
ομαλά. Και ξεφεύγουν από αυτό, ήσυχα. Πολύ ήσυχα.

Αργή κίνηση, με γυμνά πέλματα,
πάνω σε αργό κόσμο.
Γλιστράει από τις τραβηγμένες κουρτίνες,
μια γραμμή σωματίδια και ήλιος.
Και νόμιζες ότι προϋπήρχαν,
μα δεν μπορεί. Δεν γίνεται.

Και παίρνεις το σωληνάριο με την κόλλα,
από το τραπέζι.
Προσπαθείς να ενώσεις τα κομμάτια της
προηγούμενης μέρας. Δεν έχει νόημα,
το γνωρίζεις καλύτερα από εμένα.
Αφήνεις την χάρτινη μπάλα να αιωρείται
και νιώθω, δεν ξέρω. Ελευθερία.
Είναι τρεις στιγμές πριν την κούπα,
ντυμένες παράλογα.
Και είναι μονάχα τρεις,
μα οτιδήποτε έξω από το δωμάτιο,
τώρα και για λίγο ακόμη,
δεν υπάρχει.
Αργός, πανέμορφος μικρόκοσμος,
κάθε ξημέρωμα.

2.11.10

Μικρές μέρες, ατελείωτες.



Με κάθε βήμα,
σπάνε τα πλακάκια.
Μπότες στον πεζόδρομο και προθέσεις.
Κουραστήκαμε να μαζεύουμε συντρίμμια.
Πλέον είναι μόνο κίνηση.
Κίνηση και αποκόμματα συζητήσεων παλιών.
Και για να σου εξηγήσω τα λάθη μου,
προαίσθηση και επιλογή,
οδήγησαν εδώ ακριβώς.
Όπως και η στροφή που παίρνουμε πάντοτε,
μισό στενό αριστερά.
Μπλεγμένα μαλλιά
πλαισιώνουν μαύρους κύκλους και σκασμένα χείλια.
Για να είμαι ειλικρινής,
δεν με νοιάζει καν.
Και κάποιοι στο απέναντι τραπέζι,
γελάνε με τα μάτια,
λέγοντας Όχι σε επανάληψη.
Είναι Όλα τόσο
παράλογα.

Και έπειτα υπάρχουν και τα σεντόνια,
απλωμένα στον δρόμο,
τα κτίρια δίχως τέλος- πλέον είναι μόνο προς τα πάνω.
Το μελάνι που τελειώνει στις σωστές αρχές φράσεων.
Και κουράστηκα να απομονώνω ήχους,
να κινούμαι στις σωστές μελωδίες.
Παραφωνίες και μικροί αναγραμματισμοί,
κόβουν την τεράστια μέρα σε μικρότερες,
διασκεδαστικές. Για εμένα έστω, είναι αλήθεια.
Μα δεν είναι η ώρα, ούτε το μέρος να μιλήσουμε για
όλους τους τρόπους που είναι λάθος,
εκείνα που φαίνονται όχι και τόσο σωστά.

21.10.10

chaos.

Κόκκινα, κόκκινα,
πυκνά στρώματα αέρα.
Μικρότερες μέρες, χαοτικές. Σύννεφα στις λακκούβες.
Τόση ζέστη.
Χρειαζόμαστε όλοι, ύπνο.


Τα χέρια μαθαίνουν πριν το εσωτερικό,
να ξέρεις. Βιάζεσαι στο σβήσιμο και η γόμα καταστρέφει.
Ηρέμησε.
Μαζεύω κομματάκια.
Φωτογραφίες, κείμενα και σπασμένο γυαλί.
Τα κάνω όλα, σε αργή κίνηση.
Δεν γνωρίζω τι άλλο μένει,
αλήθεια.
Το ίδιο ψιθύρισε και κάποια φωνή,
μεσημέρι,
σε αίθουσα μισοάδεια.
Μεγαλύτερες νύχτες- τις διαβάζω στο πίσω
μέρος βιβλίων. Δεν προχωρώ την διαδικασία.
Το άρωμα των σελίδων,
η ήρεμη επιφάνεια, αιχμαλωτισμένη στην κούπα.
Το σεντόνι λικνίζεται,
χιλιοστά πάνω από τον καναπέ.

Στο πιάτο υπήρχε πράσινο μήλο με κανέλα.
Έπεσε λίγη στο τραπέζι. Να την μαζέψω αύριο,
όχι τώρα.
Και είναι φθινόπωρο.
Και τα ρούχα, πάνω στο ηλεκτρικό καλοριφέρ.

Από την αυριανή μέρα απουσιάζει
το 06:30. Ηρέμησε,
μαζί μου.

Χρειαζόμαστε όλοι, ύπνο.