
Στην μεγάλη πολυθρόνα,
πέρασαν τρεις,τέσσερις ώρες και
ακόμη βυθίζεσαι.
Εφιάλτης
και θάλασσα.
Το ξύλινο πάτωμα,
αχνοφαίνεται κάτω από το νερό.
Γαλαζοπράσινη επιφάνεια,
κυματίζει σαν πέπλο στον αέρα.
Φυσαλίδες.
Μια κηλίδα αίμα βυθίζεται,
γρήγορα,
σαν σφαίρα.
Η δεύτερη προσγειώνεται στο χέρι σου.
Περπατάμε στον βυθό της θάλασσας,
στην απαλή άμμο,
μαζεύοντας πληγωμένους αστερίες.
Περπατάμε στις μύτες των ποδιών.
Κανένας ήχος,
απολύτως.
Μετράς τα ψάρια γύρω σου,
σαν να 'ταν σκέψεις.
Μετράω προσευχές.
Κάποιες φορές πάλι νομίζεις πως θα πνιγείς.
Χτυπάς πάνω στα παράθυρα.
Τότε,είμαι οι παλάμες σου πάνω στο τζάμι.
Το θαμπώνω
και ζωγραφίζεις πουλιά με ανοιγμένα,μαύρα φτερά.
Σπάει από την πίεση και γεμίζουν τα χέρια μας,
σημάδια,αίμα και
πούπουλα.
Υπάρχει και μια υποθαλάσσια πολιτεία,
νεκρή από χρόνια.
Μα κάποια βράδια,
Μέσα στα χαλάσματα,
στροβιλίζονται πολύχρωμα φορέματα.
Μια μουσική παράξενη γεμίζει
τον χώρο.
Και με τραβάς σε έναν χορό,
πέρα από τις αντοχές μου.
Εκείνα τα βράδια,
νομίζω πως θα πνιγώ εγώ.
Στην μεγάλη πολυθρόνα,
πέρασαν τρεις, ίσως τέσσερις ώρες.
Ακόμη βυθίζομαι,
Μετρώντας απογοητεύσεις.
Μετράω και αστερίες.
Έναν για κάθε φορά που γέννησα,
μια μικρή,
ασήμαντη,
θάλασσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου