Στέκεται γυμνή στην μέση της κουζίνας και κραδαίνει 3 κόλλες χαρτί Α4 στον αέρα.
Του φωνάζει "ΚΟΊΤΑ ΤΙ ΚΆΝΕΙΣ".
Αν ξεγεννάς τέτοιες λέξεις από άλλους, μωρό μου, σπέρνεις τον θάνατο.
Έναν θάνατο με ανάσα, τέσσερα μέλη και ένα κεφάλι.
Αυτό ήθελες;
Γιατί ό, τι και να ήθελες, αυτό μ' έκανες:
Είναι σαν να στέκεσαι στην μεσαία λωρίδα,
με την πλάτη προς την κίνηση.
Σαν να παραδίνεσαι,
ατελείωτα.
Είσαι η ασυνέχεια.
Τα όμορφα χείλη,
με τις μικρές πατούσες
και τις ιδέες τις τεράστιες.
Το σφάλμα τους στο 2+2=5.
Και κράτα αυτές τις σελίδες σφιχτά.
Ήταν ο τελευταίος μικρός μου θάνατος.
Τώρα,
μαθαίνω να περπατώ,
από την αρχή.
Πρώτα το αριστερό,
μετά το δεξί,
πάντα.
Τα πέλματά μου,
μαλακά πάνω στο έδαφος.
Κάθε σχισμή, που ανοίγουν πέτρες
και άλλα επιθετικά,
παράσημα.
Και φορώ ένα χαμόγελο,
από δυο χείλη τεράστια.
Φράουλες.
Και οι άσπρες πέρλες,
οι μέχρι χθες κρυμμένες πίσω τους,
τώρα,
σε πλήρη προβολή.
Μαθαίνω να χορεύω,
απουσία φωτός.
Η πρώτη περιστροφή,
γύρω απ' τον εαυτό μου,
μεθυστική.
Με γεύση...
σαν από brandy.
Κλείνω πόρτες,
πίσω μου.
Τα πρώτα δυο-τρία πετάλια,
με ωθούν έξι μέτρα,
πέρα από εκείνους.
Και στα επόμενα τρία,
τα πόδια μου γίνονται η προέκταση,
ενός σκελετού και δυο τροχών,
παντοδύναμων.
Στα 20 χιλιόμετρα,
υποβάλλω αίτηση για την εξαργύρωση της ελευθερίας μου,
σε χώμα και
άσφαλτο.
Μαθαίνω ανάγνωση,
από την αρχή.
Συμμετρίες των προτάσεων,
βαρύτητα λέξεων.
Ζωγραφίζω χαρακτήρες.
Νιώθω το χέρι να κυλάει στο χαρτί,
ελεύθερα.
Παρατηρώ καθώς αυτό απορροφά το μελάνι.
Μαθαίνω,
να νιώθω
κάθε
άγγιγμα.
Να κλειδώνω,
ένα σώμα σε ένα άλλο.
Και σφίγγω στην παλάμη μου,
τον αντίχειρα τον δικό του,
γιατί το σώμα μου σταμάτησε να υπακούει στην βαρύτητα,
απ' την πρώτη στιγμή.
Του σφίγγω το χέρι.
"Να περιμένεις.
Πάντοτε για Κάποιον.
Όχι, κάτι."
Να μην περιμένεις την άφιξη του χρόνου,
Εκεί.
Να τον κουβαλάς στην πλάτη σου.
(Κρατώντας χέρια, τα φορτία γίνονται ανάλαφρα).
Διδάσκομαι,
τον πόνο της συνέπειας.
Τα τραγικά ελαττώματα της ανθρώπινης φύσης.
Την ανεπάρκεια,
του σώματος.
Μετράω χιλιόμετρο και δάκρυ.
Σύνολο,
63.
Μετράω ξανά και ξανά.
Όνειρα, που λιθοβολήθηκαν,
σε πλατείες.
Ελπίδες, που πνίγηκαν,
σε άδειες κούπες.
Πούπουλα, που απορρόφησαν τον ήχο
και μ' άφησαν εδώ με την σιωπή μου
και τρεις κηρομπογιές.
Και έπειτα είναι και το αίμα. Οι σταγόνες, όλες.
Καθαρό,κόκκινο
αίμα.
Από αυτό που τρέχει στις φλέβες,
όσων
-ξέχνα το.
"Αν ξεγεννάς τέτοιες λέξεις από άλλους, μωρό μου, σπέρνεις τον θάνατο...".
Και τα πλήθη, μέσα μου να ουρλιάζουν
"ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΣΟΥ.
ΟΛΟ
ΔΙΚΟ ΣΟΥ".
Του φωνάζει "ΚΟΊΤΑ ΤΙ ΚΆΝΕΙΣ".
Αν ξεγεννάς τέτοιες λέξεις από άλλους, μωρό μου, σπέρνεις τον θάνατο.
Έναν θάνατο με ανάσα, τέσσερα μέλη και ένα κεφάλι.
Αυτό ήθελες;
Γιατί ό, τι και να ήθελες, αυτό μ' έκανες:
Είναι σαν να στέκεσαι στην μεσαία λωρίδα,
με την πλάτη προς την κίνηση.
Σαν να παραδίνεσαι,
ατελείωτα.
Είσαι η ασυνέχεια.
Τα όμορφα χείλη,
με τις μικρές πατούσες
και τις ιδέες τις τεράστιες.
Το σφάλμα τους στο 2+2=5.
Και κράτα αυτές τις σελίδες σφιχτά.
Ήταν ο τελευταίος μικρός μου θάνατος.
Τώρα,
μαθαίνω να περπατώ,
από την αρχή.
Πρώτα το αριστερό,
μετά το δεξί,
πάντα.
Τα πέλματά μου,
μαλακά πάνω στο έδαφος.
Κάθε σχισμή, που ανοίγουν πέτρες
και άλλα επιθετικά,
παράσημα.
Και φορώ ένα χαμόγελο,
από δυο χείλη τεράστια.
Φράουλες.
Και οι άσπρες πέρλες,
οι μέχρι χθες κρυμμένες πίσω τους,
τώρα,
σε πλήρη προβολή.
Μαθαίνω να χορεύω,
απουσία φωτός.
Η πρώτη περιστροφή,
γύρω απ' τον εαυτό μου,
μεθυστική.
Με γεύση...
σαν από brandy.
Κλείνω πόρτες,
πίσω μου.
Τα πρώτα δυο-τρία πετάλια,
με ωθούν έξι μέτρα,
πέρα από εκείνους.
Και στα επόμενα τρία,
τα πόδια μου γίνονται η προέκταση,
ενός σκελετού και δυο τροχών,
παντοδύναμων.
Στα 20 χιλιόμετρα,
υποβάλλω αίτηση για την εξαργύρωση της ελευθερίας μου,
σε χώμα και
άσφαλτο.
Μαθαίνω ανάγνωση,
από την αρχή.
Συμμετρίες των προτάσεων,
βαρύτητα λέξεων.
Ζωγραφίζω χαρακτήρες.
Νιώθω το χέρι να κυλάει στο χαρτί,
ελεύθερα.
Παρατηρώ καθώς αυτό απορροφά το μελάνι.
Μαθαίνω,
να νιώθω
κάθε
άγγιγμα.
Να κλειδώνω,
ένα σώμα σε ένα άλλο.
Και σφίγγω στην παλάμη μου,
τον αντίχειρα τον δικό του,
γιατί το σώμα μου σταμάτησε να υπακούει στην βαρύτητα,
απ' την πρώτη στιγμή.
Του σφίγγω το χέρι.
"Να περιμένεις.
Πάντοτε για Κάποιον.
Όχι, κάτι."
Να μην περιμένεις την άφιξη του χρόνου,
Εκεί.
Να τον κουβαλάς στην πλάτη σου.
(Κρατώντας χέρια, τα φορτία γίνονται ανάλαφρα).
Διδάσκομαι,
τον πόνο της συνέπειας.
Τα τραγικά ελαττώματα της ανθρώπινης φύσης.
Την ανεπάρκεια,
του σώματος.
Μετράω χιλιόμετρο και δάκρυ.
Σύνολο,
63.
Μετράω ξανά και ξανά.
Όνειρα, που λιθοβολήθηκαν,
σε πλατείες.
Ελπίδες, που πνίγηκαν,
σε άδειες κούπες.
Πούπουλα, που απορρόφησαν τον ήχο
και μ' άφησαν εδώ με την σιωπή μου
και τρεις κηρομπογιές.
Και έπειτα είναι και το αίμα. Οι σταγόνες, όλες.
Καθαρό,κόκκινο
αίμα.
Από αυτό που τρέχει στις φλέβες,
όσων
-ξέχνα το.
"Αν ξεγεννάς τέτοιες λέξεις από άλλους, μωρό μου, σπέρνεις τον θάνατο...".
Και τα πλήθη, μέσα μου να ουρλιάζουν
"ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΣΟΥ.
ΟΛΟ
ΔΙΚΟ ΣΟΥ".

1 σχόλιο:
υπέροχο Ναταλία.Μπράβο σου
Δημοσίευση σχολίου