Χθες βράδυ,
τέσσερα ορεκτικά,
πέντε προσβολές,
έξι σταγόνες λιωμένο κερί στα καινούρια μου παπούτσια.
"Χαμογέλα, μικρή",
ψιθυρίζει ο γνωστός κάποιου γνωστού.
Την επόμενη μέρα,
ένας οδοντίατρος,
ένας ψυχοπαθής,
ένας αλκοολικός δικηγόρος
και εγώ
(μου υπενθυμίζουν συνέχεια να αναφέρω τον εαυτό μου τελευταίο),
σ'ένα κουρείο,
της περιοχής-φάντασμα.
Και δεν υπάρχει κανείς εκεί έξω.
Κανείς, πέρα από έξι χιλιάδες ένστολους,
σε στενό κλοιό,
γύρω απ'τον χώρο που μου χε απομείνει,
ν' αναπνέω.
Δεν χωράω.
Αυτή είναι η αίσθηση.
Οι δικοί μας, πάλι,
προσπαθούν σε μια θάλασσα πανό,
να πνίξουν την αποτυχία τους.
Με τραβάνε στον πάτο,
της επανάστασης.
Συνειδητοποιώ,
πως δεν θέλω να σκέφτομαι πια.
Εξάλλου, έκανα είκοσι μικρές εναλλακτικές σκέψεις
και με πρόδωσαν,
όλες.
Οπότε, απλώς συνεχίζω,
απομακρύνοντας το βήμα μου,
απ'το δικό τους.
Το τέλος της κίνησης,
θα 'ναι αναμφίβολα το τέλος μου.
Απλώς, συνεχίζω.
Ως το απόγευμα,
περπατάω τόσο αργά, που με σιχαίνεται η βαρύτητα.
Με εγκαταλείπει, το νιώθω
(τελευταία,
με τρέφουν αποκλειστικά με υπερρεαλισμό,
οπότε δεν αγχώνομαι:
θα πετάξω, είναι σίγουρο).
Αργά το βράδυ,
κάποιος απελπισμένος,
με ρωτά για τα δεδουλευμένα του.
Μου ζητάει πιθανότητες.
Και εγώ,
κρύβω το βλέμμα πίσω από μπούκλες ατίθασες
και δυο μικρά χέρια
και υποκρίνομαι πως δεν έχω ακόμα την γνώση
(δεν θα δολοφονήσω καμία ελπίδα σήμερα).
Αυτός, πάλι,
στρέφει το δικό του προς το έδαφος και δακρύζει.
Όχι.
Δεν την έχω,
σε καμία περίπτωση.
Και ακόμα ψάχνω,
εκείνη την γωνία,
να σταθώ και να ουρλιάξω,
μέχρις ότου να σκοτωθεί ο απόηχος.
Το δίκιο σου, το δίκιο μου,
την λογική τους
-τα σκότωσαν όλα.
Είμαι εύφλεκτη.
Αυτή είναι η αίσθηση.
τέσσερα ορεκτικά,
πέντε προσβολές,
έξι σταγόνες λιωμένο κερί στα καινούρια μου παπούτσια.
"Χαμογέλα, μικρή",
ψιθυρίζει ο γνωστός κάποιου γνωστού.
Την επόμενη μέρα,
ένας οδοντίατρος,
ένας ψυχοπαθής,
ένας αλκοολικός δικηγόρος
και εγώ
(μου υπενθυμίζουν συνέχεια να αναφέρω τον εαυτό μου τελευταίο),
σ'ένα κουρείο,
της περιοχής-φάντασμα.
Και δεν υπάρχει κανείς εκεί έξω.
Κανείς, πέρα από έξι χιλιάδες ένστολους,
σε στενό κλοιό,
γύρω απ'τον χώρο που μου χε απομείνει,
ν' αναπνέω.
Δεν χωράω.
Αυτή είναι η αίσθηση.
Οι δικοί μας, πάλι,
προσπαθούν σε μια θάλασσα πανό,
να πνίξουν την αποτυχία τους.
Με τραβάνε στον πάτο,
της επανάστασης.
Συνειδητοποιώ,
πως δεν θέλω να σκέφτομαι πια.
Εξάλλου, έκανα είκοσι μικρές εναλλακτικές σκέψεις
και με πρόδωσαν,
όλες.
Οπότε, απλώς συνεχίζω,
απομακρύνοντας το βήμα μου,
απ'το δικό τους.
Το τέλος της κίνησης,
θα 'ναι αναμφίβολα το τέλος μου.
Απλώς, συνεχίζω.
Ως το απόγευμα,
περπατάω τόσο αργά, που με σιχαίνεται η βαρύτητα.
Με εγκαταλείπει, το νιώθω
(τελευταία,
με τρέφουν αποκλειστικά με υπερρεαλισμό,
οπότε δεν αγχώνομαι:
θα πετάξω, είναι σίγουρο).
Αργά το βράδυ,
κάποιος απελπισμένος,
με ρωτά για τα δεδουλευμένα του.
Μου ζητάει πιθανότητες.
Και εγώ,
κρύβω το βλέμμα πίσω από μπούκλες ατίθασες
και δυο μικρά χέρια
και υποκρίνομαι πως δεν έχω ακόμα την γνώση
(δεν θα δολοφονήσω καμία ελπίδα σήμερα).
Αυτός, πάλι,
στρέφει το δικό του προς το έδαφος και δακρύζει.
Όχι.
Δεν την έχω,
σε καμία περίπτωση.
Και ακόμα ψάχνω,
εκείνη την γωνία,
να σταθώ και να ουρλιάξω,
μέχρις ότου να σκοτωθεί ο απόηχος.
Το δίκιο σου, το δίκιο μου,
την λογική τους
-τα σκότωσαν όλα.
Είμαι εύφλεκτη.
Αυτή είναι η αίσθηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου