
Σκαρφαλώνουμε τον γαλάζιο τοίχο
με τις παλάμες
και στην μέση μας είναι δεμένο
ένα μακρύ σχοινί από φωνές.
Κάπου πάνω περιμένει η ανταμοιβή,
την άφιξή μας,
τυλιγμένη σε όμορφα πακέτα με
φιόγκους και χρώματα.
Κάτω στο έδαφος μπερδεύονται
δρόμοι κορδέλες
με πολύχρωμα κεφάλια
και λουλούδια στις ράγες.
Πάνω στο χώμα επιπλέουν μισητοί
πανέμορφοι άνθρωποι.
Να ξηλώσω θέλω τα φτερά από τις πλάτες τους.
ΠΟΥ είναι τελικά στο έδαφος;
Και για να απαντήσω σε εσένα που κρύβεις
πολύτιμη λάσπη στην παλάμη σου:
η ανάβαση δεν είναι ο χρόνος μας.






