29.5.08

Συνομιλία με τον καθρέφτη του νιπτήρα


Σαν μικρό κοριτσάκι
ανάμεσα στα δάχτυλά σου,
περνά η ημέρα.
Σε στροφές γύρω από τον εαυτό της
με πολύχρωμα φορέματα
και μαλλιά που λαμπυρίζουν στον ήλιο.
Νομίζω πως θα πέσει. Ισορροπεί.
Όχι μην πέσεις!

Μου είπες πως αισθάνεσαι μια ανάγκη
να ξεπλύνεις τα χρώματα απ τα χέρια σου.
Παρατηρώ το νερό
να χαϊδεύει τις παλάμες σου
Μικρές σταγόνες
που ξεφεύγουν από τις άκρες των δαχτύλων
παράγουν εκκωφαντικό ήχο
στη σύγκρουσή τους με το στεγνό δάπεδο.
Το πάτωμα γίνεται θάλασσα.
Το χρώμα ξεφεύγει από τα χέρια σου
και χάνεται στο κύμα.
Σαν κομφετί σε τρικυμία.
Την σκότωσες;


Πλησιάζει το ξημέρωμα.
Πίσω από τα πορτοκαλί καράβια
και την απέραντη γαλαζοπράσινη επιφάνεια
πνίγεις όμορφες μέρες.
Ξεχνάς.


Και με απογοητεύεις.

22.5.08

Εξομολογήσεις ενός τρομοκράτη.




Υποσχέθηκα σε ένα αγοράκι,
ένα γαλάζιο μπαλόνι με άσπρη κορδέλα.
Για να το στείλει
σε "ειδική αποστολή" στον ουρανό.
Μετά το πλησίασα,άφησα στα χέρια του,
ένα μικρό λοφάκι στάχτη
και του είπα
να κάνει τον ουρανό καμβά.
Πως τα όμορφα τα ζωγραφίζουμε με σκόνη.
Αυτό τρόμαξε.
Μου είπε ''Σε μισώ"
και άρχισε να τρέχει.

Ύστερα,
παρακολούθησα μια θεατρική παράσταση.
Ανιαρή.
Στις σκέψεις μου έτρεχαν φλεγόμενες σειρές
καθισμάτων,
λιωμένα λουλούδια
και θεωρίες περι νεκρής τέχνης.
Γιατί χειροκροτούσαν;

Τέλος,
μου ζήτησαν τρεις λέξεις.
Πίσω από τα βλέφαρά τους
υπήρχαν κάτι
σχεδίες με μίζερα πληρώματα
και μια γελοία σιγουριά σωτηρίας.
και εγώ αρνήθηκα
γιατί τα χρώματα τους δεν μου άρεσαν.



Τρομοκράτης εγώ;
για φαντάσου!

17.5.08

''ένα λεπτό''


Τώρα,
Στο κέντρο των 6 επιφανειών,
πάνω στο ξύλο ,σταυροπόδι.
Με την πλάτη στραμμένη στο μπαλκόνι.
'Η από τη μια γωνία του δωματίου στην απέναντι.
Αδύνατον;
Δεν βρίσκω την ισορροπία μου.
Στις φλέβες κυλάει κάτι από άγχος και υποχρεώσεις .
Υπομονή.
[Αναπνέω.
Αναπνέω;]



Περιμένω τα πρωινά
που θα ναι πνιγμένα στο μέλι.
Που γυμνές πατούσες θα χορεύουν με το πάτωμα.
Sway.
Που οι αχτίδες θα έχουν κάτι από ζάλη
και δεν θα μετράνε τα δευτερόλεπτα.



Περιμένω το τέλος του δείκτη.
Την άφιξη του Εκεί.
Κυλάει τόσο ανούσια πάνω από ζωγραφισμένες
παύλες.
Άλλες 31 μέρες,32 μέρες.Πλησιάζω.



Όχι όπως παλιά!
Όχι,
δεν θα ζητήσω αυτή τη φορά
''Ένα λεπτό ακόμη".
Αν θέλεις πάρε όμως ένα από εμένα.
Στην παλάμη μου κολυμπάνε πολλά.
Και δεν τα χρειάζομαι.

13.5.08

(Re)birth ενός διανοούμενου.


Σε αισθάνομαι να σχίζεις το περίβλημα
και να βγαίνεις από τα μάτια μου
σαν να σε γεννάω από την αρχή
και οι ανοιχτές λευκές κουρτίνες
γιορτάζουν την νέα άφιξη
με
Φως.

Φως σαν εκείνο
που καθρεφτίζεται
μέσα στα τζάμια απ τις βιτρίνες του δρόμου
που βαφτίζεις καθρέφτες.
Αχτίδες να σχίζουν το μαύρο
και παντού αίμα
και Ματαιοδοξία.

Γεννάω τη σκέψη σου
ξαπλωμένη σε λιβάδια [από
εκείνα τα μωβ καταραμένα λουλούδια.
Γνωρίζεις σε ποια αναφέρομαι].
Ή απλώς σε ένα ξύλινο
κρύο δάπεδο.
Και πραγματικά δεν γνωρίζω
αν θα σε αναθρέψω για
να γίνεις ένα κίτρινο μπαλόνι
που θα φιλάει πολύχρωμες σερπαντίνες
σε γελοία πάρτυ,


ή πέντε ράγες μελανιού
να κυλάνε στα δάχτυλά μου.

Είμαι


Κράτησα μια ιδέα
από τα σάπια φρούτα
του καλαθιού με τα ποτά που έστειλαν.
Ληγμένα δώρα. Γιατι;
Γεύομαι τις περασμένες ώρες δόξας τους
και θρηνώ.


Eίμαι η ανήσυχη αγκαλιά,
τα πάνινα παπούτσια.
Το νερό που κυλάει στις χορδές σου.
Και με τραγουδάς.
Πίσω από σειρές βλεφάρων
γίνομαι ρύπος ή άγαλμα.
Αναλόγως.



[Πίσω από τα μάτια μου,
Τα φρούτα ξαναγίνονται ώριμα
και μέσα από τις αφίσες γύρω μου
τα χείλια της εικόνας σου σκίζουν το χαρτί:
"Φώναξε το λες και είναι σημαντικό μικρή"]
Προτιμώ να το ψιθυρίσω.


Ανάμεσα σε μπουκέτα με όμορφα τριαντάφυλλα
Σμιλεύεστε,γίνεστε,στολίζεστε.

Πάνω από λιβάδια με νεκρές τουλίπες,


Είμαι.

12.5.08

Αναρρίχηση


Σκαρφαλώνουμε τον γαλάζιο τοίχο
με τις παλάμες
και στην μέση μας είναι δεμένο
ένα μακρύ σχοινί από φωνές.
Κάπου πάνω περιμένει η ανταμοιβή,
την άφιξή μας,
τυλιγμένη σε όμορφα πακέτα με
φιόγκους και χρώματα.

Κάτω στο έδαφος μπερδεύονται
δρόμοι κορδέλες
με πολύχρωμα κεφάλια
και λουλούδια στις ράγες.
Πάνω στο χώμα επιπλέουν μισητοί
πανέμορφοι άνθρωποι.
Να ξηλώσω θέλω τα φτερά από τις πλάτες τους.


ΠΟΥ είναι τελικά στο έδαφος;


Και για να απαντήσω σε εσένα που κρύβεις
πολύτιμη λάσπη στην παλάμη σου:
η ανάβαση δεν είναι ο χρόνος μας.

9.5.08

Κάτω απ' το δέρμα.


Χέρια,
να άνοιγαν την επιφάνεια στα δύο.
Την πηγή να έβρισκαν της αναταραχής.
Να την έσπαζαν σε άπειρα μικρά κομματάκια.
Όλα εκείνα τότε,
θα έβγαιναν σε πολύχρωμες κορδέλες
από τα χείλια μου,
σε λέξεις ήρεμες,επεξηγηματικές.

Το εσωτερικό του σώματός μου,
φαντάζομαι,
χωρίς όργανα,
σαν ένα βυθό με τουλίπες,
που μέσα του πνίγονται παιδικοί ανεμόμυλοι.
Οργισμένες τουλίπες.

Να έβρισκα τον άσχημο πάτο του βυθού,
απ' όπου πηγάζουν όλες μου οι μικρότητες.
Να έκαιγα τα απέραντα καταραμένα χωράφια.

Ίσως τότε να καταλάβαινες,
πως την φωνή μου όταν υψώνω,
δεν σε πνίγω.
Βγαίνω μαζί σου,
στην Επιφάνεια.