Το πρώτο.
Ένα ακόμη υπέρμετρα φιλόδοξο πείραμα,
απέτυχε.
Τουλάχιστον απέτυχε, εξαιρετικά.
Καστανοκόκκινες μπούκλες στον νιπτήρα.
Να εμπιστευτώ σε ποιον άλλο την διεκπεραίωση
αυτής της παράνοιας;
Και γιατί;
Μου παραδίδω το όπλο που επέλεξα,
σχεδόν τελετουργικά.
Στρέφω την πλάτη στον καθρέφτη
και κλείνω τα μάτια, για σιγουριά.
Από την όλη διαδικασία,
κρατάω μόνο την καινούρια,
αγαπημένη μου συλλογή ήχων.
Ρυθμικές σταγόνες σε μέταλλο,
ανάλαφρες τούφες στο μάρμαρο.
Ο λευκόχρυσος που φυλακίζει τον αντίχειρα,
σε πλαστικό δοχείο.
Αλλάζω και αποχρώσεις, πάλι
(Όχι,δεν έγινα ζωγράφος εν τέλει).
Όταν τα ξαναανοίγω,
δεν είμαι παρα μια παράμετρος,
του υπαίτιου της καταστροφής.
Σκουπίζω τ' απομεινάρια,
με την φροντίδα που άλλοι κρατάνε χέρια.
Και αδειάζω ένα φαράσι,
γεμάτο ευθύνες,
πάνω στον σωρό από φακελάκια τσάι,
πιάτα μιας χρήσης και ληγμένες δικαιολογίες.
Το δεύτερο.
Λίγες στιγμές μετά,
ένας αντικατοπτρισμός μου,
με καλεί σε έξοδο.
Για ποτό. Σε κάποια ταράτσα ξενοδοχείου.
Με κοιτάζει, σαν να μαι η προσωποποίηση του τέλους.
Του δικό του;Ας με πληροφορήσει κάποιος ποιο τέλος απ' όλα είμαι.Γελάω με την ροή της σκέψης μου και νομίζει, τον κοροϊδεύω. Σαφώς. Προσπαθούσε ώρα να καταλήξει κάπου και νομίζω μόλις τα κατάφερε και μου διέφυγε το αποτέλεσμα της προσπάθειας. Μάλιστα, η τελευταία φράση, ακούστηκε ύποπτα όμοια με την προηγούμενη.Καλά θα κάνω να ζητήσω να την επαναλάβει. Αν δεν το κάνω θα αντιληφθεί πως δεν είμαι εδώ. Και τότε που θα είμαι;
-Τόσο..
Κάθε γράμμα που συλλαβίζεται,
σκάβει πληγές στον ιδιοκτήτη του.
Και δεν λυπάμαι.
Γιατί δεν λυπάμαι;
-Τόσο τι;
-Τόσο όμορφη.
-Φοβάμαι, πως σταμάτησε να 'χει σημασία.
-Τι φοβάσαι;
-Εμένα. Εσένα. Γαμώτο. Ας δώσω μισή ειλικρινή απάντηση.
Εννοώ εμάς.
-Μην το κάνεις.
Ναι, σωστά.
Οινόπνευμα στα χείλη,
φωτισμένα διαμερίσματα στο βάθος,
Βλέμματα που σκαρφαλώνουν στον λαιμό μου.
Κάτι φορές,
ξεχνάω να κλέβω ανάσες.
Άλλες,
να ζητήσω την απομάκρυνση
της μιας παλάμης, από τα χείλη και την μύτη μου,
της άλλης, απ' τους καρπούς μου.
Όλα,
ακαθόριστα
άβολα.
Χ.
Δεμένα δάχτυλα με τα δικά του,
μα τα απομάκρυνα.
Να τα δέσω στην βάση του αυχένα μου,
να στηρίξω τις ανασφάλειες.
Πόσο ανόητη.
Τυφλή, ανόητη και δυστυχώς,
όχι αβοήθητη.
-Τι νομίζεις ότι κάνεις;
Τι να νομίζω ότι κάνω; Σκάβω τα τείχη του κρεβατιού μου, να 'ναι ευρύχωρο τις νύχτες που θα περιστρέφομαι ακούραστα και θα κατηγορώ την 5η κούπα καφέ. Ναι, ναι, ήταν υπερβολή. Το κάνω πάλι. Να τι κάνω: Το ίδιο, σ' επανάληψη.Τον παρατηρώ. Σαν να μαθαίνω απ' την αρχή ανάγνωση. Είναι τόσο..Αυτή η πόλη είναι κόλαση. Δεν έχει μια γωνιά, να σταθείς και να ουρλιάξεις μέχρι να σκοτωθεί ο απόηχος.
-Μ' ακούς; Να τα κρατήσεις έτσι, για πάντα. Σου πάνε τόσο.
-Εσύ μ' ακούς, όντως; Χρησιμοποίησες το για πάντα, σε ΛΑΘΟΣ πρόταση.
Χάνω την ψυχραιμία μου, πάλι. Μόλις έχυσα το ποτό μου. ΤΈΛΕΙΑ. Μου λέει "μικρή η ζημιά", αντί να με μαλώσει. Μαθαίνει, κατάρα. Εγώ, πότε; Με παίρνει αγκαλιά και λέει "συμβαίνουν αυτά". Εγώ πάλι, δεν λέω.
Τώρα,
δεν έχω τίποτα ν' απλώσω απ' το παράθυρο
και να περιμένω.
Στον διάολο με την αναμονή.
Εξάλλου, μένω σε ισόγειο,
από χρόνια.
Τουλάχιστον, έκανα ότι περνούσε απ΄τα χέρια μου,
να διευκολύνω την φυγή-
Δεν έχουν να μου προσάψουν τίποτα.
Έσπασα την κούπα μου,
άλλος ένα λεκές στον καναπέ
και πραγματικά
ΣΤΟΝ ΔΙΑΟΛΟ ΜΕ ΤΗΝ ΗΡΕΜΙΑ.
Όλα,
τόσο...
Όλα,
βολικά
άβολα.




