28.7.12

Από πρώτο και δεύτερο, σε πρώτο πληθυντικό απρόσωπο.






Το πρώτο.


Ένα ακόμη υπέρμετρα φιλόδοξο πείραμα,
απέτυχε.
Τουλάχιστον απέτυχε, εξαιρετικά.
Καστανοκόκκινες μπούκλες στον νιπτήρα.
Να εμπιστευτώ σε ποιον άλλο την διεκπεραίωση
αυτής της παράνοιας;
Και γιατί;
Μου παραδίδω το όπλο που επέλεξα,
σχεδόν τελετουργικά.
Στρέφω την πλάτη στον καθρέφτη
και κλείνω τα μάτια, για σιγουριά.
Από την όλη διαδικασία,
κρατάω μόνο την καινούρια,
αγαπημένη μου συλλογή ήχων.
Ρυθμικές σταγόνες σε μέταλλο,
ανάλαφρες τούφες στο μάρμαρο.
Ο λευκόχρυσος που φυλακίζει τον αντίχειρα,
σε πλαστικό δοχείο.
Αλλάζω και αποχρώσεις, πάλι
(Όχι,δεν έγινα ζωγράφος εν τέλει).

Όταν τα ξαναανοίγω,
δεν είμαι παρα μια παράμετρος,
του υπαίτιου της καταστροφής.
Σκουπίζω τ' απομεινάρια,
με την φροντίδα που άλλοι κρατάνε χέρια.
Και αδειάζω ένα φαράσι,
γεμάτο ευθύνες,
πάνω στον σωρό από φακελάκια τσάι,
πιάτα μιας χρήσης και ληγμένες δικαιολογίες.



Το δεύτερο.

Λίγες στιγμές μετά,
ένας αντικατοπτρισμός μου,
με καλεί σε έξοδο.
Για ποτό. Σε κάποια ταράτσα ξενοδοχείου.
Με κοιτάζει, σαν να μαι η προσωποποίηση του τέλους.

Του δικό του;Ας με πληροφορήσει κάποιος ποιο τέλος απ' όλα είμαι.Γελάω με την ροή της σκέψης μου και νομίζει, τον κοροϊδεύω. Σαφώς. Προσπαθούσε ώρα να καταλήξει κάπου και νομίζω μόλις τα κατάφερε και μου διέφυγε το αποτέλεσμα της προσπάθειας. Μάλιστα, η τελευταία φράση, ακούστηκε ύποπτα όμοια με την προηγούμενη.Καλά θα κάνω να ζητήσω να την επαναλάβει. Αν δεν το κάνω θα αντιληφθεί πως δεν είμαι εδώ. Και τότε που θα είμαι;


-Τόσο..
Κάθε γράμμα που συλλαβίζεται,
σκάβει πληγές στον ιδιοκτήτη του.
Και δεν λυπάμαι. 
Γιατί δεν λυπάμαι;
-Τόσο τι;
-Τόσο όμορφη.
-Φοβάμαι, πως σταμάτησε να 'χει σημασία.
-Τι φοβάσαι;
-Εμένα. Εσένα. Γαμώτο. Ας δώσω μισή ειλικρινή απάντηση.
 Εννοώ εμάς.
-Μην το κάνεις.

Ναι, σωστά.
Οινόπνευμα στα χείλη,
φωτισμένα διαμερίσματα στο βάθος,
Βλέμματα που σκαρφαλώνουν στον λαιμό μου.
Κάτι φορές,
ξεχνάω να κλέβω ανάσες.
Άλλες,
να ζητήσω την απομάκρυνση
της μιας παλάμης, από τα χείλη και την μύτη μου,
της άλλης, απ' τους καρπούς μου.
Όλα,
ακαθόριστα
άβολα.



Χ.

Δεμένα δάχτυλα με τα δικά του,
μα τα απομάκρυνα.

Να τα δέσω στην βάση του αυχένα μου,
να στηρίξω τις ανασφάλειες.
Πόσο ανόητη.
Τυφλή, ανόητη και δυστυχώς,
όχι αβοήθητη.
-Τι νομίζεις ότι κάνεις;

Τι να νομίζω ότι κάνω; Σκάβω τα τείχη του κρεβατιού μου, να 'ναι ευρύχωρο τις νύχτες που θα περιστρέφομαι ακούραστα και θα κατηγορώ την 5η κούπα καφέ. Ναι, ναι, ήταν υπερβολή. Το κάνω πάλι. Να τι κάνω: Το ίδιο, σ' επανάληψη.Τον παρατηρώ. Σαν να μαθαίνω απ' την αρχή ανάγνωση. Είναι τόσο..Αυτή η πόλη είναι κόλαση. Δεν έχει μια γωνιά, να σταθείς και να ουρλιάξεις μέχρι να σκοτωθεί ο απόηχος.

-Μ' ακούς; Να τα κρατήσεις έτσι, για πάντα. Σου πάνε τόσο.
-Εσύ μ' ακούς, όντως; Χρησιμοποίησες το για πάντα, σε ΛΑΘΟΣ πρόταση. 

Χάνω την ψυχραιμία μου, πάλι. Μόλις έχυσα το ποτό μου. ΤΈΛΕΙΑ. Μου λέει "μικρή η ζημιά", αντί να με μαλώσει. Μαθαίνει, κατάρα. Εγώ, πότε; Με παίρνει αγκαλιά και λέει "συμβαίνουν αυτά". Εγώ πάλι, δεν λέω.


Τώρα,
δεν έχω τίποτα ν' απλώσω απ' το παράθυρο
και να περιμένω.
Στον διάολο με την αναμονή.
Εξάλλου, μένω σε ισόγειο,
από χρόνια.
Τουλάχιστον, έκανα ότι περνούσε απ΄τα χέρια μου,
να διευκολύνω την φυγή-
Δεν έχουν να μου προσάψουν τίποτα.
Έσπασα την κούπα μου,
άλλος ένα λεκές στον καναπέ
και πραγματικά
ΣΤΟΝ ΔΙΑΟΛΟ ΜΕ ΤΗΝ ΗΡΕΜΙΑ.
Όλα,
τόσο...
Όλα,
βολικά
άβολα.














10.5.12

Σχετικά με την πιο πρόσφατη συνάντησή μας.

(και με το πως εν τέλει θα μου ήταν προτιμότερο να ταίσω το κατοικίδιό μου κόνιο με τόνο,
από το να υπάρξει μια ακόμη)

Γέμισα το σακίδιο με πρωτοχρονιές,
δηλητήριο και παγωμένα χέρια. Και έβγαλα το καλό μου ζευγάρι παπούτσια,
γιατί προσπάθησε να με καταπιεί. Έπειτα, συνομιλούσε και δυνατά με το πάτωμα, επανέφεροντας όλες τις λάθος συζητήσεις. Ήταν γενικότερα,
ένα ακόμη
λάθος.
Το ίδιο βράδυ, ισορροπήσαμε, σαν γάτες,
ανάμεσα σε ποτήρια σαμπάνιας (παραγεμισμένα)
και κακούς ηθοποιούς, τρώγοντας δημητριακά από τις χούφτες.
Και κορμιά να χορεύουν σε μπάρες, θα ήταν αναμφίβολα μια καλύτερη επένδυση,
αλλά ευτυχώς υπάρχει "και του χρόνου."


Έκλεισα και κάτι γενέθλια σ'ενα μικρό κουτί
και το έθαψα με τους αγαπημένους μου
και δυο τρεις άγνωστους
σε κάποια γωνία του κήπου.
Τώρα, κάθε φορά που πέρναω από πάνω τους,
χάνω και λίγο από εμένα.
Στερέψαμε από κόλλα και κλωστές και παρατηρούμε τα μέλη να εγκαταλείπουν ένα ένα
τον κορμό. ΤΙ μας έμεινε;
Έξι μήνες ακόμη.
Καθαρής, γνήσιας
απελπισίας.
'Oλοι μου οι φίλοι παρανοούν, ξημερώματα,για την παραμονή τους σε όλα τα λάθος ξενοδοχεία.
Εγώ,
απλώς θέλω να πληρώσουμε να φύγουμε.
Να γυρίσουμε σπίτι.

Τελικώς υπάρχουν πολύ πιο άσχημα πράγματα,
από κάκτους που φυτρώνουν πάνω σε ταφόπλακες.
Εξάλλου συνήθισα να περιμένω 45 λεπτά σε στάσεις λεωφορείων.
Μισή αιωνιότητα δεν είναι τίποτα.
Ναι, σωστά -
Και του χρόνου.


Η γυμνή βασίλισσα.

Ξέχασα, για μερικές στιγμές,
πως να σχεδιάζω τις καμπύλες σωστά.
Το α μου,  ήταν σαν άλφα μόνον όταν γυρνούσα την κόλλα ανάποδα
και το β, δεν ήταν.
Και κάθε πιθανή γραμμή να ένωνε τα δυο σημεία,
διασπάστηκε σε ασύμμετρα κομμάτια, που αιωρούνται στο κενό,
διατηρώντας (ως οφείλουν) ασφαλείς αποστάσεις μεταξύ τους.
Όπως βλέπεις δεν ήταν μονάχα οι ώρες -ποτέ αρκετές,
που μας ξόδεψαν.
Τώρα, στην επιφάνεια του χρόνου πλέουν κεράσια
και εγώ χρησιμοποιώ το καλαμάκι για να τον ανακατέψω με την απόσταση.
Η ακουστική εικόνα του τέλους σου, είναι ο ήχος που
συνθέτουν τα παγάκια.

Τώρα, στέκομαι μπροστά στον λαό, ολόγυμνη,
δίπλα στον βασιλιά μου.
Αυτός, μέσα στα υφάσματα που του διάλεξα. Μπροστά του,
κανένας δεν θα σχολίαζε ανοιχτά την δική μου αμέλεια.
Τράφηκα από τον φόβο τους και έμαθα να δικαιολογώ τον εαυτό μου.
Πληροφορούμαι, πως η επιδειξιμανία μου έχει γίνει
θέμα συζήτησης των αυλικών.
Κάθε αποκεφαλισμός όποιου ανέφερε το προφανές,
είναι η πιο θετική στιγμή της ημέρας μου.
Θυσίασα και έναν αγγελιοφόρο, για να σου παραδοθούν πέντε γραμμές.
Αλλά εσύ ποτέ δεν έμαθες να διαβάζεις σωστά τις καμπύλες.
Διόρθωσέ με. Σε προκαλώ.

Για να σε βοηθήσω,
το κομμάτι χαρτί στην τρίτη τσέπη του πορτοφολιού σου γράφει:
 
Είχες δέσει τα δάχτυλά μου με ναυτικούς κόμπους,
πολύπλοκους (έτσι νόμιζες).
Τώρα, τα βυθίζω σε σχεδόν σκληρές επιφάνειες,
για πλάκα.
Και όταν καίω τρύπες στα καλύμματα τελευταία
και σχηματίζονται πάνω σου,
γελάω λιγάκι.
"Είναι κρίμα,
που βγήκαμε σ' εκείνη την έξοδο δεν νομίζεις;"
Όχι...
Και είχα ορκιστεί πως δεν θα λεγα ψέμματα.
Το έκανα.
Όπως και να χει, σου ζήτησα ένα ουίσκι με πάγο
και πήρα ένα κοκτέιλ δυσπιστίας και έρωτα,
σε ψηλό ποτήρι.
Με ομπρελίτσα.
Θα μπορούσε να είναι αστείο, αν δεν ήταν τόσο 
απογοητευτικό.
Για τους παραπάνω λόγους,
διέταξα την εξορία σου.

Νομίζω σου έκανα χάρη. Η φυγή ήταν πάντοτε το αγαπημένο σου παιχνίδι.
Τώρα, διόρθωσέ με.
Σε προκαλώ.



Κάθαρση.

Ύψωσα τοίχους από στάχτες.
Και το επίπλωσα με τα ακριβότερα
ξεβρασμένα κομμάτια ξύλου.
Τα μάζεψα όλα από την δεύτερη παραλία
Πίσω απ΄τα βράχια.

Μου χες πει «κανένας, ποτέ δεν την επισκέπτεται»
Και ήταν μια από εκείνες τις αλήθειες σου, τις μισές.
Γιατί το απομεσήμερο, που τραβούσα το τελευταίο κομμάτι,
Το σφηνωμένο ανάμεσα στα βότσαλα,
Άρχισαν να έρχονται, Εκείνοι .Τουλάχιστον για αλμυρό νερό αυτή τη φορά,
Όχι για μένα.
Το μάζευαν σε μπουκαλάκια,
να συντηρήσουν τα αγορασμένα δολώματα
(σκουλίκια).
Έπρεπε να έβλεπες το χαμόγελο μου κατά την αναχώρηση.
Έλεγα σε επανάληψη
"Αυτή τη φορά,
Δεν ήταν όλα, ψέματα" και τα μάτια μου,
κάτι παλιοί γνωστοί που πετύχαμε είπαν πως γυάλιζαν
(Εδώ φτάσαμε).
Σε κάθε περίπτωση-
Επιστρέψαμε με όλους τους αγαπημένους μου,
στην πόλη. Και κλειστήκαμε στο πυρασφαλές πλέον κουκλόσπιτο.
Χρησιμοποιήσαμε και τον σύρτη για σιγουριά.
Βρήκαμε και από ένα υγρό κούτσουρο να καθίσουμε
Και επιτέλους,
Ηρεμήσαμε.

20.12.11

Δεν θέλω να παίξουμε.

Μου έγραψες.
Ξέρεις, κάποια βράδια προσπαθώ και εγώ να απομονώσω τις σκέψεις
από την κίνηση.
Βήμα, βήμα μετράω την ταχύτητα σε φωτεινούς διαδρόμους,
Αφήνοντας όσα θα ήθελα να πω, στο σημείο εκκίνησης.
Έπειτα, κάποια ξημερώματα,
φαντάζομαι να βυθίζομαι στην ακινησία.
Σε κάποιο δωμάτιο ξενοδοχείου,
το κρεμασμένο καρτελάκι στο πόμολο,
να μας αγοράζει χρόνο.
Όρθιοι, ή καθισμένοι στις τραυματισμένες πολυθρόνες,
πάντοτε απέναντι ο ένας απ' τον άλλο.
Να διαβάζω τα χαρακτηριστικά σου,
ως το ξημέρωμα.
Στο μάγουλό σου, χαραγμένες όλες οι φαινομενικά ανούσιες αντιπαραθέσεις.
Ορκίζομαι - αν δεν σταματήσεις την παραγωγή σχεδόν ειλικρινών προτάσεων,
Θα αφήσουν σημάδι και στο δικό μου.

Είναι μυστικά που χορεύουν στα πλακάκια,
εκεί ακριβώς που βρέθηκαν - νόμιζα, τυχαία- τα βήματά σου.
Εκρήξεις,
κάτω από το χώμα,
εκεί που πάτησαν τα δικά μου πάνινα παπούτσια.
Σκοτώνουν οτιδήποτε αναπνέει στο υπέδαφος.
Επιμένω στην μαγευτική ηρεμία του να στέκεσαι
απέναντι και όχι πλάι μου και δεν κάνω κράτηση.
Όσο δεν υπάρχει πραγματική απόσταση, δεν θα την δημιουργούσες.
Σε γνωρίζω,
τόσο καλά.

Τώρα υπάρχει.
Όσα πέρσι έμοιαζαν παράλογα,
σήμερα χωράνε σε απλά γράμματα παραγεμισμένα με
λεπτομέρειες την καθημερινότητας.
Και τα κρατάω στο χέρι μου,
με τον πιο φυσικό τρόπο.
Επιλέγω προσεκτικά λέξεις, να συνθέσω τις προτάσεις που χρειάζεσαι.
Και τις ρίχνω στο κουτί, να σε αγγίξουν, χιλιόμετρα αργότερα,
σαν να γνώριζα πως να το κάνω πάντα.
(Τώρα, μαθαίνω.)
Ξεφεύγει η Ηρεμία μέσα από τα χέρια.
Και για μια φορά,
χρειάζομαι να επιλέξεις εσύ προσεκτικά τις λέξεις.
Όσο μπορείς να εισβάλεις στην σκέψη μου, με όλες τις λάθος,
αποκλείεται να το κάνεις.
Σε γνωρίζω τόσο καλά.


Γι' αυτό και γιατί μου έμαθες να κερδίζω, χάνοντας εμάς. Και επειδή μέτρησα ως το εκατό για κάθε ένα από τα 100 υποθετικά γράμματα και πήρα τα κενά ανάμεσα σε μεθυσμένες προτάσεις, ως απάντηση. Και επειδή μια φορά θέλω, μονάχα δική μου, να μείνω, με δικούς μου όρους. Και επειδή οι ώρες μαζί σου πλέον είναι πολύ λίγες. Όχι, δεν θέλω να παίξουμε.

11.11.11

Χημείες.


Κράτησε το βλέμμα μου, να παραμείνει σταθερό το χέρι.

Γιατί απόψε,

Με ήρεμα ρήματα και ένα νοητό νυστέρι,

Κάνουμε τομές στον ήχο.

Όλα τα όργανα, με ό, τι τα ενώνει,

Τίποτα άλλο, παρά Φαντάσματα που καλούσαμε πίσω κάθε φορά που βρισκόμασταν,

Εδώ.

Θα τα παραμερίσουμε, για λίγο μονάχα,

να κρύψουμε ανάμεσα τους μέλι.

Και θα καθαρίσουμε την πληγή με οινόπνευμα και κανέλα.

Και το δικό σου χέρι τώρα, θα περάσει την κλωστή,

Να κλείσει άλλες πληγές που μου άνοιξαν

Σχεδόν Αναίτια.

Και θα σε ρωτήσω αν θέλεις όντως να το κάνεις,

Μονάχα γιατί η πραγματικότητα απόψε,

Έχει μια ασύλληπτα μεθυστική ιδιότητα.


Και τώρα, είμαι εγώ παιδάκι δημοτικού,

Που χτίζει με τεράστια μαξιλάρια

Και ζεστά παπλώματα,

Ένα οχυρό τεράστιο.

Και πρώτη φορά, όχι για να εμποδίσει κατακτητές και φανταστικούς εχθρούς,

Ούτε για να εγκλωβίσει τους υποτακτικούς του.

Όχι. Απόψε δεν υψώνω τείχη εγωιστικά.

Και θα προσπαθήσω να σου εξηγήσω τι εννοώ,

Ψιθυρίζοντας πως

Σ’ αυτή τη παρτίδα, όπου οι αντίπαλοι θεωρούν την σκακιέρα,

Ως ένα άχρηστο κομμάτι ξύλου που γεννάει αποστάσεις

στο μόνο μέρος οπού δεν θα θελαν να υπάρχουν,

Σου χαρίζω εξαρχής την βασίλισσα.

Και το κάνω με τον πιο φυσικό τρόπο

Και με τα δάχτυλά μου να κολλάνε ακόμα από το μέλι.


Και κυνήγησα τόσο επίμονα

διαφορετικές εκδοχές της ίδιας πλασματικής Ηρεμίας,

Που ξέχασα πως ο μόνος τρόπος να αφεθείς στην Ελευθερία,

Είναι με τα χέρια σφιχτά τυλιγμένα

γύρω από ένα πολύ συγκεκριμένο δέρμα.

Ξέρεις, είναι φορές που κι εγώ φοβάμαι.



26.10.11

Δεν χρειάζεται να υπάρχει για όλα τίτλος #2


Με ένα μακρύ μαντήλι ,τυλιγμένο γύρω από τον κορμό,

Θα περπατήσω σε αυτό τον χώρο

Σαν να ήταν φαγωμένη αποβάθρα.

Θα δημιουργήσω άμμο κάτω από

Τα πέλματα. Μια παραλία ατελείωτη,

όπως ακριβώς την ήθελες.

Και θα σε πνίξω μέσα μου, λες και γεννήθηκα από φύκια και νερό.

Ένας μικρός ωκεανός σε μια μυστική, υπόγεια θάλασσα.

Προς απάντηση στο ερώτημά σου,

Θέλω να μείνεις σε απόσταση 8 εκατοστών,

Όχι παραπάνω.

Γιατί ήμουν εξ αρχής πανιά για δέρμα, ενωμένα με σύρμα

Και κλωστή εκεί που θα βρίσκονταν τα νεύρα, αν τα άφηνα.

Η τρύπα που άνοιξες, γεμίζει κάθε φορά το εσωτερικό,

Με τις πρώτες βροχές του Οκτώβρη. Και το παραδέχομαι,

μονάχα διότι κουράστηκα,

Να αλλάζω γάζες και μπαλώματα. Να σου δίνω να ξετυλίγεις την κλωστή.

Μην ανησυχείς. Πήρα ακριβώς όσα μου άξιζαν:

Τις νύχτες ξεφεύγουν καυτά κύματα προς τα μάγουλα. Και πρέπει,

Να φεύγω απροειδοποίητα, για οπουδήποτε Αλλού, να μην με δουν. Έτσι,

Άρχισα το τρέξιμο. Και πάντοτε, σε ασταθές έδαφος.



Για 12 ώρες όμως, ήμουν ακριβώς Εδώ.

Εκεί οπού βρίσκεται το Εδώ, όταν δεν υπάρχει πουθενά αλλού να τρέξεις.

Είχα δάχτυλα, που ήξεραν να αγγίζουν χωρίς να χαράζουν σημάδια.

Και στα χέρια μου κυλούσαν εκατομμύρια απολήξεις, για να νιώθω,

Τα πάντα. Και ήταν δική μου επιλογή να αφήσω εσένα,

να σχεδιάσεις σχεδίες (και άλλα λογοπαίγνια) στο καινούριο μου κάτασπρο δέρμα.

Και αυτή τη φορά, μπορώ να παραδεχτώ πως το χρειάζομαι,

όχι επειδή δεν έχω τίποτα άλλο. Γιατί μεταξύ μας, όσα μπορείς να κρατήσεις,

Λίγη σημασία έχουν. Το χρειάζομαι, για να μπορώ

Να θέλω.