23.10.12

Moon in Cancer.

                                                                                               στην Φ. και στην Π.


Κυλάω κάτω από την επιφάνεια του ήχου,
χτυπώντας τις παλάμες μου,
στο παγωμένο γυαλί.
Είναι φορές,
που αφαιρώ την αλυσίδα που μου χάρισαν,
απ' τον λαιμό
και με το απειροελάχιστα μικρό διαμάντι της,
προσπαθώ να ανοίξω ρωγμές στην μελωδία.
Να ακουστούν τα ουρλιαχτά μου,
ως την απέναντι όχθη.
Αυτά,
τους ανήκουν,

όλα.

Και ύστερα,
όταν νιώθω το βλέμμα τους,
να κατηφορίζει το εξωτερικό των μηρών μου,
απεγνωσμένα καλύπτω τις τρύπες που σκάλισα,
με μασημένες τσιχλόφουσκες.

Να μην με ακούσουν.
Και κουλουριάζομαι στον πάτο.
Κλείνω τα μάτια, κρύβομαι,
τους κρύβω.
Νιώθω,
ασφάλεια
(και άλλα πλασματικά) τελοσπάντων. Είναι όμορφα,
τότε.

Η παρτίδα των αισθήσεων,
ποτέ δεν παίζεται πολιτισμένα.
-Χρειάζομαι,
να μου το υπενθυμίζουν συνέχεια.
Από τα πρώτα μου λεπτά,
Έδεσαν την μοίρα, την δική μου,
με την ανάγκη του ανήκειν
και ό,τι αυτή συνεπάγεται.

(Καθώς θα βλέπεις, δεν είχα επιλογή)

Θυσίασα την γη μου, ολόκληρη,
στον βωμό της
και μου 'μεινε η θάλασσα.
Η θάλασσα και οι αργές μέρες.

Και ρωτάς
πως.
Είναι φορές που θέλω ν' απαντήσω.
Άλλες πάλι,
μου φαίνεται

ανούσιο.

Αυτή την στιγμή,
όμως,
χτυπώντας το γυαλί, μ' όλη μου την δύναμη
προσεύχομαι,
σ' ό,τι μ' αγάπησε,
να σου δοθεί, για μια εποχή,
η δυνατότητα
να αγωνιάς
και
να νοιάζεσαι.

Αυτό, μόνο.

22.10.12

Υ.Γ.



Ι.

Την έψαχνα, από καιρό.
Ήταν μια απ' εκείνες τις φαινομενικά αθώες λέξεις,
τις διαρκώς μεταβαλλόμενες.
-Ακόμη είναι, δηλαδή. Απλώς, πλέον δεν φέρω την ευθύνη της.
Και θα μπορούσα να κατηγορήσω όσους μ' έμαθαν να αγαπώ μόνον ό,τι αλλάζει συνέχεια μορφές,
γι' αυτό το σπατάλημα, δευτερολέπτων και κινήσεων.
Θα μπορούσα, επιπλέον, να εξελίξω την σκέψη τους: Να συνειδητοποιώ οτιδήποτε σταθερό, σαν τεράστιες παλάμες, γύρω απ' τον λαιμό, απελπισμένο να μου κλέψει ιδέες και ανάσες.
Μα αν ήταν κάτι ολότελα δικό μου, ας ήταν αυτή η ήττα, τουλάχιστον. Καθαρή, αμετάβλητη και με την ουσία της ποτισμένη από τ' άρωμά μου, το φυσικό. Αυτό που αναδύει το δέρμα τα πρωινά όταν ξυπνάω, πριν μ αγγίξουν οι χημείες και η απόγνωση.

Και αν μου ζητούσαν τώρα να περιγράψω την φύση της, που δεν θα το έκαναν, δεν θα είχα καμία απάντηση να δωρίσω. Όχι γιατί δεν θα υπήρχε αντάλλαγμα- Αυτή την αυταπάτη την σκότωσα πριν προλάβει να με ζημιώσει, ανεπανόρθωτα. Απλώς, δεν θα γνώριζα.
Αυτή είναι η
αλήθεια. Η δική μου τουλάχιστον.

Ήταν μια απ' εκείνες τις φαινομενικά αθώες λέξεις,
τις διαρκώς μεταβαλλόμενες. Και φόρεσε για χάρη μου, όποιο πρόσωπο της ζήτησα. Κάποιες φορές δεν είχε καν ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Τότε,
ήταν ίσως που την αγαπούσα,
περισσότερο.

ΙΙ.

Θυμάμαι, κάποιο απόγευμα, παρόμοιο με τούτο, να παίρνει την μορφή της κούπας που θα γιάτρευε τις πληγές που άνοιξαν στο εσωτερικό του λαιμού μου, 23 ανούσιες συζητήσεις. Με το 23 να μην έχει κανένα ενδιαφέρον, παρά μόνον ίσως από στατιστικής απόψεως.
Θυμάμαι, την στιγμή που ξέφυγε απ' τα δάχτυλά μου. Τα κομμάτια σπασμένης πορσελάνης (άσπρη με λεπτά, αχνά κίτρινα, σχέδια), μύριζαν ακόμη τσάι καθώς βούλιαζαν στον κάδο.
Στα χέρια μου,
ζεστά.
Σαν να έκαιγε το δέρμα, αυτή η απώλεια.
Και στις παλάμες μου,τώρα, βλέπω τα σημάδια που μου χάραξε,
λεπτές γραμμές,
μονάχα εγώ.
Στις 3 το ξημέρωμα -κάθε 3 το ξημέρωμα- στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη του νιπτήρα και μ' επιβεβαιώνω πως αν καταφέρω να την ξαναβρώ, θα σβηστούν για πάντα. Ή έστω για λίγο. Και αυτό ακόμη, θα αρκούσε,
ίσως.

 ΙΙΙ.

Την 5η φορά που έβγαινα να την αναζητήσω
(με καθαρές σταγόνες να κυλάνε από βρεγμένα μαλλιά, στο πρόσωπο. Με δυο ψεκασμούς στους καρπούς και έναν, στον αυχένα. Με όμορφη φούστα και καλοσιδερωμένο πουκάμισο),
με σταμάτησαν στην είσοδο.

-Ξοδεύεσαι...
-Άφησέ με! Θέλω να -

Θα αρνηθώ αργότερα ότι το παραδέχτηκα, άλλα είχαν δίκιο .Τσαλακώθηκα. Λίγο εγώ ,λίγο περισσότερο η ιδέα.
Τα στενά ήταν άπειρα. Άλλα, με την άσφαλτο να καίει τέσσερις ώρες μετά την δύση. Άλλα πάλι, βυθισμένα σε χιόνι αλλόκοτο και φωτάκια να κρέμονται ειρωνικά από κάθε μισοπεθαμένο δέντρο του πεζόδρομου.
Τα πολυσύχναστα ήταν αναμφισβήτητα τα χειρότερα. Χίλια δύο προκλητικά όμορφα πρόσωπα, να κρύβουν την ούτως η άλλως αμφίβολη παρουσία της. Προκλητικά όμορφα πρόσωπα, με βρώμικα χέρια. Ήθελα να με αγγίξουν όλα και απολύτως κανένα.
Κινούμουν, με την χάρη και την ευκολία εκείνων των ανόητων, πεπεισμένων πως δεν έχουν τίποτα να χάσουν. Όχι πια, τουλάχιστον. Και αυτή η ασυνάρτητη χορογραφία συνεχιζόταν με ακρίβεια και μ' εμένα απολύτως τυφλή, ως προς το αδιέξοδο της προσπάθειας.
Με φακό χαλασμένο, κεριά μικροσκοπικά (από εκείνα που διακοσμούν τούρτες και άλλα άνοστα) και εμένα,
τόσο υπερήφανα χαμένη.
Με τον αντικατοπτρισμό μου σε βιτρίνες και παράθυρα πολυτελών αυτοκινήτων, να θρυμματίζει τις προσωρινές κατοικίες του, ίσα ίσα για να κουλουριαστεί μπροστά στα παπούτσια μου, γελώντας υστερικά με δηλώσεις μου όπως "Μα κοίταξέ με! Σήμερα είναι η τέλεια μέρα ..." ή "Δεν πειράζει, σίγουρα αύριο!"
Με την ευφορία που χαρίζει η ελπίδα, πως αν ίσως τώρα, διασταυρωθεί ξανά ο δρόμος μου με τον δικό της, θα αποτυπωθώ σ' έναν ευρύτερο χάρτη. Έναν με προορισμούς που να θέλω ν' αγγίξω.

IV.

Και ένα πρωί, ξύπνησα Ελαττωματική.
Με κυριότερο μειονέκτημα την ευπλασία των κλειδώσεών μου. Σαν από πλαστελίνη. Και πόδια σιδερένια, έρμαια κάθε πιθανού μαγνήτη. Κεφάλι από αποκόμματα και καμένο φιλμ. Μάτια αστερίες, ακουμπισμένους στον βράχο τρία μερόνυχτα. Κατακαλόκαιρο. Ξεράθηκαν τα όνειρα και
από τότε ντρέπομαι να κοιτάω στα μάτια.

Και έχτισα μια σπηλιά, αντιγράφοντας την τεχνική των κυμάτων: χτυπώντας επαναλαμβανόμενα τα κεφάλι μου στον βράχο. Και ζαλισμένη, την επίπλωσα με τα απολύτως απαραίτητα. Και την ονόμασα καταφύγιο, ή σπίτι μου ή μέρος για ν' αποσυρθώ και να περιμένω λίγο-πολύ,
Τίποτα.

V.

Και αυτές, ήταν οι καλές μέρες. Της αναζήτησης και του απόηχου της αποτυχίας. 
Ύστερα περιορίστηκα στις εξόδους,  τις απολύτως απαραίτητες. Λες και έφταιγαν εκείνες κι όχι εγώ.
Τι ανόητη ιδέα...
Στον δρόμο για εκεί (το οποιοδήποτε αναγκαίο εκεί),
κάθε γνωριμία έχτιζε ένα νέο τοίχος απογοητεύσεων,
Μέχρι που τούβλα και υγρό τσιμέντο, κατέλαβαν όλο τον χώρο που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα δικά μου πέλματα, για να διατηρώ ζωντανή την ψευδαίσθηση της ελεύθερης βούλησης.
Πίσω απ' τα πράσινα παραθυρόφυλλα, παρατηρούσα την πόλη ολόκληρη, να περπατάει λες και το βήμα της να 'χε βάρος. Και το χειρότερο:
Να χαίρομαι που δεν έχει.
Και δεν δάκρυζα πια, για πολύ συγκεκριμένους λόγους, αμέτρητους.

VI.

Τότε νομίζω με λυπήθηκε. Γιατί χορεύοντας μ’ ένα μπουκάλι Teachers στο χέρι, στην μέση μιας περιστροφής,
εντόπισα την σωτηρία, στο πίσω μέρος του δωματίου. Φορούσε το αγαπημένο της αυτοσαρκαστικό χαμόγελο.

Με πληροφόρησε, πως έκανε ένα μικρό διάλειμμα, με την πλάτη στον τοίχο.
Έτσι,
Κάθισα και εγώ πλάι της, για δυο σαρανταοκτάωρα (περίπου).

Έπειτα, αποχώρησα.

Αρχικά μου έλειψε πολύ και στην συνέχεια,
απολύτως καθόλου.

Ήταν δική μου σε κάθε περίπτωση άλλωστε.
Από τότε, στις 3 το ξημέρωμα -κάθε 3 το ξημέρωμα-  ξεχνάω πως να λέω ψέματα. Μαθαίνω να μισώ φαινομενικά αθώες λέξεις,διαρκώς μεταβαλλόμενες, απ' την αρχή.
Και τότε, μπορώ να Είμαι.
Να Είμαι, 
όντως.

21.10.12

Υπέροχα άβολο.



Ζήτησα κάτι,
Να κάνω διάλογο μαζί του,
για χρόνο, σώματα και σχήματα.
Δεν ήταν εύκολα,
τα τελευταία 662.256.000 δευτερόλεπτα, βλέπεις.

Μου θύμισαν,
πως να ξενυχτάω,
περνώντας κλωστές σε βελόνες.
Μάτωσαν οι δείκτες.
Και τώρα,
αφήνω σημάδια σε καλοραμμένα κομμάτια υφάσματος.
Κάποιο πρωί, είμαι βέβαιη,
το αίμα θα τους οδηγήσει πίσω σ' εμένα.
Θα ζητήσουν αποζημίωση ή
Κάτι χειρότερο.
Αλλά τράβηξα τον σύρτη και
ο καφές και το κρασί θα με κρατήσει για μέρες.
Οπότε,
περιμένω.

Ζήτησα κάτι ,
να μου γεμίσει το στόμα
κομμάτια πορσελάνης.
Και να μην με ενοχλεί.
Κάτι να με κάνει να δαγκώνω τα χείλη μου,
Δίχως να χρειαστεί να σκίσω 20 άχρηστα στρώματα περιτυλίγματος.
Να πονάει,
Εκπληκτικά.
(Γιατί θυμάμαι,
να στηρίζομαι στο μπαλκόνι,
παρατηρώντας την ζωή να τρέφεται από άλλα σώματα
και γω να ευχαριστώ τον θεό
και ας μην έμαθα να πιστεύω,
που ήμουν ψηλά και μακριά της.
'Η πιότερο κοντά απ' όλους- είναι ζήτημα προοπτικής.)
Ζήτησα κάτι,
Να είναι εδώ και να μου λείπει,
Ήδη.


Έντεκα και είκοσι, ακριβώς.
Χτυπάει πάλι.
Οι ώμοι καρφωμένοι στην πόρτα,
ο σύρτης στην θέση του. Δεν χρειάζομαι τίποτα,
Αφήστε με.
Ή μάλλον,

Δώσε μου δύο ώρες
Πεντάστιχων, μηρών και αντιβαρύτητας.
Να φύγουμε για κάπου, οπουδήποτε,
λίγο αργότερα.
Αλλά να φύγουμε όντως.

-Πνίγομαι.
-Υποτίθεται ότι έτσι πρέπει να συμβαίνει,
όταν ο κόσμος κουλουριάζεται μέσα σε φλούδα μανταρινιού.
Υποτίθεται.
-Μα κοίταξέ με! Κοίτα με! Μπορώ να καρφώσω κάθε βλέμμα που σέρνεται σ' αυτό το δωμάτιο, στον τοίχο. Και να μου ανήκουν όλα. Και δεν με νοιάζει.
-Ηρέμησε.
Ορίστε.
Ηρέμησα. Και Τώρα;


Αλλά πήρα δυο στροφές λάθος
Και μια σωστή
Και τα πέλματά μου πονάνε,
λίγο.
(Όπως τότε που έκανα περιστροφές, στις μύτες των ποδιών,
Με το βλέμμα καρφωμένο σε ένα σημείο,
Πολύ συγκεκριμένο,
Του καθρέφτη,
Για να μην χάσω τις ισορροπίες.)
Και η ακολουθία των χτύπων,
Μου είναι άγνωστη, ακόμα.
Και Τώρα;

Εδώ, ακριβώς, είναι ένα άλλο
Τώρα.
Το ερώτημα είναι άτοπο.
Άτοπο. Για φαντάσου... Χάνω στοιχήματα με τον χρόνο και την απώλεια.

Και εγώ,
μένω να κοιτώ 3 σελίδες κίτρινο χαρτί
Μ’ ένα στόμα γεμάτο πορσελάνη
και 21 άτοπα,
να κυλάνε πίσω από το δέρμα μου.
Να πονάω στο άγγιγμα, 
υπέροχα.
Να είσαι εδώ και να μου λείπεις,
Ήδη.


Και γάμα και τα 662.256.000. Μαθαίνω την ευγενή τέχνη του να γδύνω, μέσω της αφαίρεσης των ρούχων των δικών μου, μόλις Τώρα.



28.7.12

Από πρώτο και δεύτερο, σε πρώτο πληθυντικό απρόσωπο.






Το πρώτο.


Ένα ακόμη υπέρμετρα φιλόδοξο πείραμα,
απέτυχε.
Τουλάχιστον απέτυχε, εξαιρετικά.
Καστανοκόκκινες μπούκλες στον νιπτήρα.
Να εμπιστευτώ σε ποιον άλλο την διεκπεραίωση
αυτής της παράνοιας;
Και γιατί;
Μου παραδίδω το όπλο που επέλεξα,
σχεδόν τελετουργικά.
Στρέφω την πλάτη στον καθρέφτη
και κλείνω τα μάτια, για σιγουριά.
Από την όλη διαδικασία,
κρατάω μόνο την καινούρια,
αγαπημένη μου συλλογή ήχων.
Ρυθμικές σταγόνες σε μέταλλο,
ανάλαφρες τούφες στο μάρμαρο.
Ο λευκόχρυσος που φυλακίζει τον αντίχειρα,
σε πλαστικό δοχείο.
Αλλάζω και αποχρώσεις, πάλι
(Όχι,δεν έγινα ζωγράφος εν τέλει).

Όταν τα ξαναανοίγω,
δεν είμαι παρα μια παράμετρος,
του υπαίτιου της καταστροφής.
Σκουπίζω τ' απομεινάρια,
με την φροντίδα που άλλοι κρατάνε χέρια.
Και αδειάζω ένα φαράσι,
γεμάτο ευθύνες,
πάνω στον σωρό από φακελάκια τσάι,
πιάτα μιας χρήσης και ληγμένες δικαιολογίες.



Το δεύτερο.

Λίγες στιγμές μετά,
ένας αντικατοπτρισμός μου,
με καλεί σε έξοδο.
Για ποτό. Σε κάποια ταράτσα ξενοδοχείου.
Με κοιτάζει, σαν να μαι η προσωποποίηση του τέλους.

Του δικό του;Ας με πληροφορήσει κάποιος ποιο τέλος απ' όλα είμαι.Γελάω με την ροή της σκέψης μου και νομίζει, τον κοροϊδεύω. Σαφώς. Προσπαθούσε ώρα να καταλήξει κάπου και νομίζω μόλις τα κατάφερε και μου διέφυγε το αποτέλεσμα της προσπάθειας. Μάλιστα, η τελευταία φράση, ακούστηκε ύποπτα όμοια με την προηγούμενη.Καλά θα κάνω να ζητήσω να την επαναλάβει. Αν δεν το κάνω θα αντιληφθεί πως δεν είμαι εδώ. Και τότε που θα είμαι;


-Τόσο..
Κάθε γράμμα που συλλαβίζεται,
σκάβει πληγές στον ιδιοκτήτη του.
Και δεν λυπάμαι. 
Γιατί δεν λυπάμαι;
-Τόσο τι;
-Τόσο όμορφη.
-Φοβάμαι, πως σταμάτησε να 'χει σημασία.
-Τι φοβάσαι;
-Εμένα. Εσένα. Γαμώτο. Ας δώσω μισή ειλικρινή απάντηση.
 Εννοώ εμάς.
-Μην το κάνεις.

Ναι, σωστά.
Οινόπνευμα στα χείλη,
φωτισμένα διαμερίσματα στο βάθος,
Βλέμματα που σκαρφαλώνουν στον λαιμό μου.
Κάτι φορές,
ξεχνάω να κλέβω ανάσες.
Άλλες,
να ζητήσω την απομάκρυνση
της μιας παλάμης, από τα χείλη και την μύτη μου,
της άλλης, απ' τους καρπούς μου.
Όλα,
ακαθόριστα
άβολα.



Χ.

Δεμένα δάχτυλα με τα δικά του,
μα τα απομάκρυνα.

Να τα δέσω στην βάση του αυχένα μου,
να στηρίξω τις ανασφάλειες.
Πόσο ανόητη.
Τυφλή, ανόητη και δυστυχώς,
όχι αβοήθητη.
-Τι νομίζεις ότι κάνεις;

Τι να νομίζω ότι κάνω; Σκάβω τα τείχη του κρεβατιού μου, να 'ναι ευρύχωρο τις νύχτες που θα περιστρέφομαι ακούραστα και θα κατηγορώ την 5η κούπα καφέ. Ναι, ναι, ήταν υπερβολή. Το κάνω πάλι. Να τι κάνω: Το ίδιο, σ' επανάληψη.Τον παρατηρώ. Σαν να μαθαίνω απ' την αρχή ανάγνωση. Είναι τόσο..Αυτή η πόλη είναι κόλαση. Δεν έχει μια γωνιά, να σταθείς και να ουρλιάξεις μέχρι να σκοτωθεί ο απόηχος.

-Μ' ακούς; Να τα κρατήσεις έτσι, για πάντα. Σου πάνε τόσο.
-Εσύ μ' ακούς, όντως; Χρησιμοποίησες το για πάντα, σε ΛΑΘΟΣ πρόταση. 

Χάνω την ψυχραιμία μου, πάλι. Μόλις έχυσα το ποτό μου. ΤΈΛΕΙΑ. Μου λέει "μικρή η ζημιά", αντί να με μαλώσει. Μαθαίνει, κατάρα. Εγώ, πότε; Με παίρνει αγκαλιά και λέει "συμβαίνουν αυτά". Εγώ πάλι, δεν λέω.


Τώρα,
δεν έχω τίποτα ν' απλώσω απ' το παράθυρο
και να περιμένω.
Στον διάολο με την αναμονή.
Εξάλλου, μένω σε ισόγειο,
από χρόνια.
Τουλάχιστον, έκανα ότι περνούσε απ΄τα χέρια μου,
να διευκολύνω την φυγή-
Δεν έχουν να μου προσάψουν τίποτα.
Έσπασα την κούπα μου,
άλλος ένα λεκές στον καναπέ
και πραγματικά
ΣΤΟΝ ΔΙΑΟΛΟ ΜΕ ΤΗΝ ΗΡΕΜΙΑ.
Όλα,
τόσο...
Όλα,
βολικά
άβολα.














10.5.12

Σχετικά με την πιο πρόσφατη συνάντησή μας.

(και με το πως εν τέλει θα μου ήταν προτιμότερο να ταίσω το κατοικίδιό μου κόνιο με τόνο,
από το να υπάρξει μια ακόμη)

Γέμισα το σακίδιο με πρωτοχρονιές,
δηλητήριο και παγωμένα χέρια. Και έβγαλα το καλό μου ζευγάρι παπούτσια,
γιατί προσπάθησε να με καταπιεί. Έπειτα, συνομιλούσε και δυνατά με το πάτωμα, επανέφεροντας όλες τις λάθος συζητήσεις. Ήταν γενικότερα,
ένα ακόμη
λάθος.
Το ίδιο βράδυ, ισορροπήσαμε, σαν γάτες,
ανάμεσα σε ποτήρια σαμπάνιας (παραγεμισμένα)
και κακούς ηθοποιούς, τρώγοντας δημητριακά από τις χούφτες.
Και κορμιά να χορεύουν σε μπάρες, θα ήταν αναμφίβολα μια καλύτερη επένδυση,
αλλά ευτυχώς υπάρχει "και του χρόνου."


Έκλεισα και κάτι γενέθλια σ'ενα μικρό κουτί
και το έθαψα με τους αγαπημένους μου
και δυο τρεις άγνωστους
σε κάποια γωνία του κήπου.
Τώρα, κάθε φορά που πέρναω από πάνω τους,
χάνω και λίγο από εμένα.
Στερέψαμε από κόλλα και κλωστές και παρατηρούμε τα μέλη να εγκαταλείπουν ένα ένα
τον κορμό. ΤΙ μας έμεινε;
Έξι μήνες ακόμη.
Καθαρής, γνήσιας
απελπισίας.
'Oλοι μου οι φίλοι παρανοούν, ξημερώματα,για την παραμονή τους σε όλα τα λάθος ξενοδοχεία.
Εγώ,
απλώς θέλω να πληρώσουμε να φύγουμε.
Να γυρίσουμε σπίτι.

Τελικώς υπάρχουν πολύ πιο άσχημα πράγματα,
από κάκτους που φυτρώνουν πάνω σε ταφόπλακες.
Εξάλλου συνήθισα να περιμένω 45 λεπτά σε στάσεις λεωφορείων.
Μισή αιωνιότητα δεν είναι τίποτα.
Ναι, σωστά -
Και του χρόνου.


Η γυμνή βασίλισσα.

Ξέχασα, για μερικές στιγμές,
πως να σχεδιάζω τις καμπύλες σωστά.
Το α μου,  ήταν σαν άλφα μόνον όταν γυρνούσα την κόλλα ανάποδα
και το β, δεν ήταν.
Και κάθε πιθανή γραμμή να ένωνε τα δυο σημεία,
διασπάστηκε σε ασύμμετρα κομμάτια, που αιωρούνται στο κενό,
διατηρώντας (ως οφείλουν) ασφαλείς αποστάσεις μεταξύ τους.
Όπως βλέπεις δεν ήταν μονάχα οι ώρες -ποτέ αρκετές,
που μας ξόδεψαν.
Τώρα, στην επιφάνεια του χρόνου πλέουν κεράσια
και εγώ χρησιμοποιώ το καλαμάκι για να τον ανακατέψω με την απόσταση.
Η ακουστική εικόνα του τέλους σου, είναι ο ήχος που
συνθέτουν τα παγάκια.

Τώρα, στέκομαι μπροστά στον λαό, ολόγυμνη,
δίπλα στον βασιλιά μου.
Αυτός, μέσα στα υφάσματα που του διάλεξα. Μπροστά του,
κανένας δεν θα σχολίαζε ανοιχτά την δική μου αμέλεια.
Τράφηκα από τον φόβο τους και έμαθα να δικαιολογώ τον εαυτό μου.
Πληροφορούμαι, πως η επιδειξιμανία μου έχει γίνει
θέμα συζήτησης των αυλικών.
Κάθε αποκεφαλισμός όποιου ανέφερε το προφανές,
είναι η πιο θετική στιγμή της ημέρας μου.
Θυσίασα και έναν αγγελιοφόρο, για να σου παραδοθούν πέντε γραμμές.
Αλλά εσύ ποτέ δεν έμαθες να διαβάζεις σωστά τις καμπύλες.
Διόρθωσέ με. Σε προκαλώ.

Για να σε βοηθήσω,
το κομμάτι χαρτί στην τρίτη τσέπη του πορτοφολιού σου γράφει:
 
Είχες δέσει τα δάχτυλά μου με ναυτικούς κόμπους,
πολύπλοκους (έτσι νόμιζες).
Τώρα, τα βυθίζω σε σχεδόν σκληρές επιφάνειες,
για πλάκα.
Και όταν καίω τρύπες στα καλύμματα τελευταία
και σχηματίζονται πάνω σου,
γελάω λιγάκι.
"Είναι κρίμα,
που βγήκαμε σ' εκείνη την έξοδο δεν νομίζεις;"
Όχι...
Και είχα ορκιστεί πως δεν θα λεγα ψέμματα.
Το έκανα.
Όπως και να χει, σου ζήτησα ένα ουίσκι με πάγο
και πήρα ένα κοκτέιλ δυσπιστίας και έρωτα,
σε ψηλό ποτήρι.
Με ομπρελίτσα.
Θα μπορούσε να είναι αστείο, αν δεν ήταν τόσο 
απογοητευτικό.
Για τους παραπάνω λόγους,
διέταξα την εξορία σου.

Νομίζω σου έκανα χάρη. Η φυγή ήταν πάντοτε το αγαπημένο σου παιχνίδι.
Τώρα, διόρθωσέ με.
Σε προκαλώ.



Κάθαρση.

Ύψωσα τοίχους από στάχτες.
Και το επίπλωσα με τα ακριβότερα
ξεβρασμένα κομμάτια ξύλου.
Τα μάζεψα όλα από την δεύτερη παραλία
Πίσω απ΄τα βράχια.

Μου χες πει «κανένας, ποτέ δεν την επισκέπτεται»
Και ήταν μια από εκείνες τις αλήθειες σου, τις μισές.
Γιατί το απομεσήμερο, που τραβούσα το τελευταίο κομμάτι,
Το σφηνωμένο ανάμεσα στα βότσαλα,
Άρχισαν να έρχονται, Εκείνοι .Τουλάχιστον για αλμυρό νερό αυτή τη φορά,
Όχι για μένα.
Το μάζευαν σε μπουκαλάκια,
να συντηρήσουν τα αγορασμένα δολώματα
(σκουλίκια).
Έπρεπε να έβλεπες το χαμόγελο μου κατά την αναχώρηση.
Έλεγα σε επανάληψη
"Αυτή τη φορά,
Δεν ήταν όλα, ψέματα" και τα μάτια μου,
κάτι παλιοί γνωστοί που πετύχαμε είπαν πως γυάλιζαν
(Εδώ φτάσαμε).
Σε κάθε περίπτωση-
Επιστρέψαμε με όλους τους αγαπημένους μου,
στην πόλη. Και κλειστήκαμε στο πυρασφαλές πλέον κουκλόσπιτο.
Χρησιμοποιήσαμε και τον σύρτη για σιγουριά.
Βρήκαμε και από ένα υγρό κούτσουρο να καθίσουμε
Και επιτέλους,
Ηρεμήσαμε.