12.11.12

Ηλιοθεραπεία.

Δώδεκα το μεσημέρι,
ξαπλωμένη στα μεγάλα μπαλκόνια του κόσμου,
 αλλάζω χρώματα.

Προσπάθεια διαρκής,
για το σκουρότερο.
Πορεία,
προς το βαθύτερο.
Τώρα,
 Στις άκρες των δαχτύλων μου,
στηρίζομαι.
Κόντρα στ' απέραντο, το γυμνό,
τ' ανεξάντλητο.
 Έπειτα,
χάνω την ισορροπία μου
και πέφτω.
Πέφτω.
Ότι γνώριζα απ' το χώμα
το κάτω μου,
βουτηγμένο σε αλμύρα και
ψέμματα.
Φοβάμαι μην-
Και πέφτω.
Πέφτω.
Και θα πετάξω,

προφάσεις στον καναπέ και καλοκαιρινά ρούχα,
σαν να κάναν οι συλλαβές οι πρωτόγονες,
έρωτα.

Δυο το μεσημέρι,
στην μέση του μώλου,
στις άκρες των δαχτύλων μου,
ισορροπώ.
Απλώνω και τα χέρια
και αγγίζω τους ορίζοντες,
όσους μου δάνεισαν,
όλους.
Και
τώρα, θέλω να γεμίσω εγώ,
τ' αόρατο, τ' άχρωμο,
με πείσματα του δέρματος παράξενα.
Ν' αλλάξει και
ν' αλλάξω.
Και άλλαξα όντως,

περιτύλιγμα. Και αυτό πάλι,
εν μέρει. Γιατί,
τα σημεία που αγγίζω τις νύχτες,
που βλέπεις μοναχα εσύ και οι καθρέφτες μου,
λευκά.

Λευκά,

σαν

το

γάλα.



Νοέμβρης. Και ο ήλιος κάθε μέρα λιγότερος, όλο και λιγότερος και εγώ όλο και πιο διάφανη. Ελαφρύτερη, όλο ελαφρύτερη. Και αν συνεχίσει την πορεία του αυτή, θα μικραίνω και θα μικραίνω. Θα είμαι τόσο, λίγη. Μέχρι που δεν θα είμαι. Και θα παρακολουθούν τον χαμό αυτό όλοι αμέτοχοι, ίσως και ενθουσιασμένοι, γιατί ποιος δεν θα θελε να ακούσει τον ήχο που παράγει μια πορσελάνινη κούκλα, την στιγμή που έρχεται αντιμέτωπη με την πραγματική ζωή και το πάτωμα;

(Φοβάμαι λίγο, πήγαινέ με κάπου όμορφα).

10.11.12

Τα πρώτα βήματα.

Στέκεται γυμνή στην μέση της κουζίνας και κραδαίνει 3 κόλλες χαρτί Α4 στον αέρα.
Του φωνάζει "ΚΟΊΤΑ ΤΙ ΚΆΝΕΙΣ".
Αν ξεγεννάς τέτοιες λέξεις από άλλους, μωρό μου, σπέρνεις τον θάνατο.
Έναν θάνατο με ανάσα, τέσσερα μέλη και ένα κεφάλι.
Αυτό ήθελες;

Γιατί ό, τι και να ήθελες, αυτό μ' έκανες:
Είναι σαν να στέκεσαι στην μεσαία λωρίδα,
με την πλάτη προς την κίνηση.
Σαν να παραδίνεσαι,
ατελείωτα.
Είσαι η ασυνέχεια.
Τα όμορφα χείλη,
με τις μικρές πατούσες
και τις ιδέες τις τεράστιες.
Το σφάλμα τους στο 2+2=5.

Και κράτα αυτές τις σελίδες σφιχτά.
Ήταν ο τελευταίος μικρός μου θάνατος.
Τώρα,
μαθαίνω να περπατώ,
από την αρχή.
Πρώτα το αριστερό,
μετά το δεξί,
πάντα.


Τα πέλματά μου,
μαλακά πάνω στο έδαφος.
Κάθε σχισμή, που ανοίγουν πέτρες
και άλλα επιθετικά,
παράσημα.
Και φορώ ένα χαμόγελο,
από δυο χείλη τεράστια.
Φράουλες.
Και οι άσπρες πέρλες,
οι μέχρι χθες κρυμμένες πίσω τους,
τώρα,
σε πλήρη προβολή.

Μαθαίνω να χορεύω,
απουσία φωτός.
Η πρώτη περιστροφή,
γύρω απ' τον εαυτό μου,
μεθυστική.
Με γεύση...
σαν από brandy.

Κλείνω πόρτες,
πίσω μου.
Τα πρώτα δυο-τρία πετάλια,
με ωθούν έξι μέτρα,
πέρα από εκείνους.
Και στα επόμενα τρία,
τα πόδια μου γίνονται η προέκταση,
ενός σκελετού και δυο τροχών,
παντοδύναμων.
Στα 20 χιλιόμετρα,
υποβάλλω αίτηση για την εξαργύρωση της ελευθερίας μου,
σε χώμα και
άσφαλτο.

Μαθαίνω ανάγνωση,
από την αρχή.
Συμμετρίες των προτάσεων,
βαρύτητα λέξεων.
Ζωγραφίζω χαρακτήρες.
Νιώθω το χέρι να κυλάει στο χαρτί,
ελεύθερα.
Παρατηρώ καθώς αυτό απορροφά το μελάνι.

Μαθαίνω,
να νιώθω
κάθε
άγγιγμα.
Να κλειδώνω,
ένα σώμα σε ένα άλλο.
Και σφίγγω στην παλάμη μου,
τον αντίχειρα τον δικό του,
γιατί το σώμα μου σταμάτησε να υπακούει στην βαρύτητα,
απ' την πρώτη στιγμή.
Του σφίγγω το χέρι.


"Να περιμένεις.
Πάντοτε για Κάποιον.
Όχι, κάτι."
Να μην περιμένεις την άφιξη του χρόνου,
Εκεί.
Να τον κουβαλάς στην πλάτη σου.
(Κρατώντας χέρια, τα φορτία γίνονται ανάλαφρα).

Διδάσκομαι,
τον πόνο της συνέπειας.
Τα τραγικά ελαττώματα της ανθρώπινης φύσης.
Την ανεπάρκεια,
του σώματος.
Μετράω χιλιόμετρο και δάκρυ.
Σύνολο,
63.
Μετράω ξανά και ξανά.
Όνειρα, που λιθοβολήθηκαν,
σε πλατείες.
Ελπίδες, που πνίγηκαν,
σε άδειες κούπες.
Πούπουλα, που απορρόφησαν τον ήχο
και μ' άφησαν εδώ με την σιωπή μου
και τρεις κηρομπογιές.
Και έπειτα είναι και το αίμα. Οι σταγόνες, όλες.
Καθαρό,κόκκινο

αίμα.

Από αυτό που τρέχει στις φλέβες,
όσων
-ξέχνα το.

"Αν ξεγεννάς τέτοιες λέξεις από άλλους, μωρό μου, σπέρνεις τον θάνατο...".
Και τα πλήθη, μέσα μου να ουρλιάζουν
"ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΣΟΥ.
ΟΛΟ
ΔΙΚΟ ΣΟΥ".

Η μεγάλη έξοδος.

Οι δρόμοι άδειαζαν,
οι κάδοι γέμιζαν,
η πόλη έζεχνε
(περισσότερο απ' ότι συνήθως),
τα περιτυλίγματα κινούνταν νωχελικά
πάνω στα λασπόνερα,
έκανε κρύο
και εγώ

σε έχανα.
Σ ' έχανα και αδιαφορούσα.
Οι κατηγορίες σου γίνονται δάχτυλα,
γύρω απ' τον λαιμό μου.
Και για τα σημάδια;
Αδιαφορώ. Δεν με πονάς πια καθόλου.
Είμαι άυλη.

Μπορείς να με φαντάζεσαι,
σαν τα σύρματα που παράγουν μόνο παράσιτα,
ή και κανέναν απολύτως ήχο.
Να με παρατηρείς,
ανάμεσα σε φορέματα που ανεμίζουν,
όσα μικρά καλοκαίρια ακολουθήσουν.
Να γεννιέμαι από χώμα
και να ξεψυχώ  δίχως νερό,
σε κάποια άκρη,
κάπου.
Να χάνω μέλη,
κάθε ανατολή
και να αναπλάθομαι
ως την δύση.
Καλύτερη.
Κάθε φορά, καλύτερη.
Και αυτό, όχι απ' όλους,
μα απ' εσένα.
(Η καλύτερή μου αλήθεια ,
πονάει πιότερο, απ' την χειρότερή σου εξαπάτηση
και αυτό, εσένα, πιότερο ακόμα.
Είσαι γυμνός.
Ολόγυμνος,
τώρα.
Κρυώνεις;
Πες μου ).


Μπορώ να σου λείπω,
σαν εφιάλτης μετά από μήνα,
ονείρων απουσία.
Να με μαθαίνεις,
μέσα από ερμηνείες που επιδέχθηκαν οι λέξεις μου,
τρία φυσικά πρόσωπα μετά την δήλωση,
την αρχική,
την όποια.

Και
οι δρόμοι γέμιζαν,
οι κάδοι φλέγονταν,
η πόλη με τρόμαζε
(περισσότερο απ' ότι συνήθως),
και εγώ συνάντησα κάποιον κοινό γνωστό.
Με πληροφόρησε πως είσαι
καλά.
Αλίμονο...
Πως σπαταλάς μέρες
και όμορφα πρόσωπα,
όπως πάντοτε.
Πως άλλαξες.
Διαβάζεις, περισσότερο.
Ερωτεύεσαι, καλύτερα.

Τι ψεύτης...
Ψεύτης ή ανόητος;
Και ενώ τα χείλη του κινούνταν,
σας φανταζόμουν σαν τον ανόητο και τον ψεύτη,
στην ζωγραφιά ενός πεντάχρονου,
με τα αντίστοιχα βελάκια.
Και εσύ ήσουν ο ψεύτης,
εσύ και ο ανόητος.
Ήσασταν ένας.
Ο ίδιος ένας,
παντού.
(Είσαι μόνος.
Τόσο μόνος,
τώρα.
Πονάει;
Πες μου).

Και
οι δρόμοι έσκαγαν,
οι κάδοι έλιωναν
η πόλη ούρλιαζε
(πιο δυνατά απ' ότι συνήθως),
και εσύ,

μ' έχανες.
Που, ακριβώς, χτυπάει ο πόνος της απώλειας;
Πες μου.


31.10.12

Ο Θάνος, η Λίλα, η Νίκη και οι υπόλοιποι, όλοι.

Τα πλακάκια,
τα ποτήρια (τα άπλυτα)
και 3 κακτάκια.
Έκαψα έξι μήνες,

αυτό συνέβη.
Είναι μέρες, που γελάω
με την γλυκιά ειρωνεία της εξαπάτησης.
Άλλες πάλι,
παραλείπω να ποτίσω τα κακτάκια σου.

Και ακόμα  

περιμένω,
να φιλήσω στο μάγουλο
τους νεκρούς μου,
μέσα από Φωτογραφίες
και περασμένα στοιχήματα.

Στοιχήματα με το χρόνο
και το χώμα.


Να δω τα δάχτυλά τους να τρέχουν
πάνω σε ασπρόμαυρα πλήκτρα,
να ξεφυλλίζουν Κυριακάτικες εφημερίδες,
να ανακατεύουν την τράπουλα.
Ξανά και ξανά.

Και έξι μήνες,
γιατί;
Τα πλακάκια,
τα ποτήρια (τα άπλυτα)
και 3 κακτάκια.
Ο δερμάτινος, μαύρος καναπές
και η ασπρόμαυρη γάτα.
Έμεινα μισή.
Ένα πένθος,
για τους ζωντανούς,
ατελείωτο,
απέραντο.

Και θυμάμαι σ' εκείνη την διαδρομή,
μια από τις πολλές,
στους δρόμους γιρλάντες του βουνού,
να μου μιλάνε για την σημασία
του να έχεις αγαπηθεί,

ατελείωτα,
απέραντα.
Την σημασία του
να απλώνουν τα χέρια
και να σε νιώθουν.

Να σε νιώθουν, ΓΑΜΏΤΟ.

Να κάψω τα κακτάκια.
Ή να μάθω να αδιαφορώ για τα κακτάκια;
Ας μου εξηγήσει, κάποιος.

Και η δεύτερη μητέρα μου,
να γράφει κάτω κάτω στη σελίδα
της 6ης Ιουλίου του 2001,
"Ναταλία, να είσαι σκληρή" .

Και όταν την επισκέφθηκα της εκμυστηρεύτηκα πως
Έχω κουραστεί, τόσο.
Αν μπορούσε, θα απαντούσε με κάποιο καυστικό σχόλιο
περί απογοήτευσης
και μη εκπλήρωσης των προσδοκιών.

Μα δεν μπορεί.
Και εγώ προσπαθώ να δικαιολογηθώ,
σε μάρμαρα.
Το μόνο που ήθελα ήταν
Να σε νιώθουν και χωρίς ν' απλώσουν τα χέρια,
Γαμώτο.


Και όπως καθόμασταν εκεί, εγώ και οι παρηγορητικές αυταπάτες μου περί ζωής μετά... πέρασε ένας μαυροντυμένος και στάθηκε απέναντί μας. Νόμιζε, πως τα φιλιά στα χέρια χαρίζονται. Χαρίζονται...!
Ένα πένθος, για τους ζωντανούς,
ατελείωτο,
απέραντο. 



26.10.12

(Δι)εκδίκηση.

Τελευταία παράσταση.
Η αίθουσα γέμισε και άδειασε
και εγώ
δεν
ήμουν
μέσα.
Μου απαγόρευσαν την είσοδο.

Να χα δυο προβολές ακόμα
για όσα έχασα
και άλλες δυο για όσα ξεχάστηκαν.
Να χα φτερά από εφημερίδες
και μάτια,
τεράστια.
Να χωρέσουν, όλα.
Να χα πληγές λιγότερες,
παλμούς αγκάθια,
να τα υπέμενα.

Γιατί έκοψα τα χέρια απ' την ρίζα,
για να μην νιώθω απλώς ανήμπορη
-να είμαι.
Και αν ηρέμησα;
Ναι..δεν ξέρω.
Πάντως οι ώρες περνάνε ταχύτερα
και ακυρώνω συναντήσεις,
για πλάκα.

Και γελάω δυνατά.
Δυνατά
και πολύ.
Γιατί αυτό σου μένει να κάνεις,
όταν το έργο είναι Κενό
(σημασίας και συναισθήματος)
και οι χαρακτήρες εξαρτημένοι.

Χθες, με είδα να κατηφορίζω την Ιπποκράτους ανάμεσα σε σειρές τροχοφόρων με δάκρυα στα μάτια και ένα πρόσωπο ανέκφραστο. Προχθές, με άκουσα να απευθύνω παρακλήσεις (σε επανάληψη), στο κενό. Σήμερα, ένιωσα πως η ομορφιά δεν μας άνηκε Ποτέ, λιγότερο από τώρα. Και αύριο,
δεν ξέρω.
Να χα πληγές λιγότερες,
θα σας τα συγχωρούσα, 
όλα.

Μα μου 'μαθαν να μιλώ σε ρεαλιστική βάση.
Και δεν μου αφήσατε (σχεδόν) τίποτα.
Παρά μια παράλογη ελπίδα
και έναν φόβο,
αδιανόητο.

Να χα κουράγιο περισσότερο,
θα 
σας
τα
έπαιρνα,
Όλα.

Μπορεί και να αποκτήσω.
Και αν αυτό κλέβει 3 δευτερόλεπτα
απ' τον ύπνο σας,
μου αρκεί για να σταθώ στην ουρά για την επόμενη
προβολή.
Την όποια επόμενη.

25.10.12

Τα δανεικά.


Portugal. The Man - Once Was One. 

 

 

 

23.10.12

Moon in Cancer.

                                                                                               στην Φ. και στην Π.


Κυλάω κάτω από την επιφάνεια του ήχου,
χτυπώντας τις παλάμες μου,
στο παγωμένο γυαλί.
Είναι φορές,
που αφαιρώ την αλυσίδα που μου χάρισαν,
απ' τον λαιμό
και με το απειροελάχιστα μικρό διαμάντι της,
προσπαθώ να ανοίξω ρωγμές στην μελωδία.
Να ακουστούν τα ουρλιαχτά μου,
ως την απέναντι όχθη.
Αυτά,
τους ανήκουν,

όλα.

Και ύστερα,
όταν νιώθω το βλέμμα τους,
να κατηφορίζει το εξωτερικό των μηρών μου,
απεγνωσμένα καλύπτω τις τρύπες που σκάλισα,
με μασημένες τσιχλόφουσκες.

Να μην με ακούσουν.
Και κουλουριάζομαι στον πάτο.
Κλείνω τα μάτια, κρύβομαι,
τους κρύβω.
Νιώθω,
ασφάλεια
(και άλλα πλασματικά) τελοσπάντων. Είναι όμορφα,
τότε.

Η παρτίδα των αισθήσεων,
ποτέ δεν παίζεται πολιτισμένα.
-Χρειάζομαι,
να μου το υπενθυμίζουν συνέχεια.
Από τα πρώτα μου λεπτά,
Έδεσαν την μοίρα, την δική μου,
με την ανάγκη του ανήκειν
και ό,τι αυτή συνεπάγεται.

(Καθώς θα βλέπεις, δεν είχα επιλογή)

Θυσίασα την γη μου, ολόκληρη,
στον βωμό της
και μου 'μεινε η θάλασσα.
Η θάλασσα και οι αργές μέρες.

Και ρωτάς
πως.
Είναι φορές που θέλω ν' απαντήσω.
Άλλες πάλι,
μου φαίνεται

ανούσιο.

Αυτή την στιγμή,
όμως,
χτυπώντας το γυαλί, μ' όλη μου την δύναμη
προσεύχομαι,
σ' ό,τι μ' αγάπησε,
να σου δοθεί, για μια εποχή,
η δυνατότητα
να αγωνιάς
και
να νοιάζεσαι.

Αυτό, μόνο.