Δώδεκα το μεσημέρι,
ξαπλωμένη στα μεγάλα μπαλκόνια του κόσμου,
αλλάζω χρώματα.
Προσπάθεια διαρκής,
για το σκουρότερο.
Πορεία,
προς το βαθύτερο.
Τώρα,
Στις άκρες των δαχτύλων μου,
στηρίζομαι.
Κόντρα στ' απέραντο, το γυμνό,
τ' ανεξάντλητο.
Έπειτα,
χάνω την ισορροπία μου
και πέφτω.
Πέφτω.
Ότι γνώριζα απ' το χώμα
το κάτω μου,
βουτηγμένο σε αλμύρα και
ψέμματα.
Φοβάμαι μην-
Και πέφτω.
Πέφτω.
Και θα πετάξω,
προφάσεις στον καναπέ και καλοκαιρινά ρούχα,
σαν να κάναν οι συλλαβές οι πρωτόγονες,
έρωτα.
Δυο το μεσημέρι,
στην μέση του μώλου,
στις άκρες των δαχτύλων μου,
ισορροπώ.
Απλώνω και τα χέρια
και αγγίζω τους ορίζοντες,
όσους μου δάνεισαν,
όλους.
Και
τώρα, θέλω να γεμίσω εγώ,
τ' αόρατο, τ' άχρωμο,
με πείσματα του δέρματος παράξενα.
Ν' αλλάξει και
ν' αλλάξω.
Και άλλαξα όντως,
περιτύλιγμα. Και αυτό πάλι,
εν μέρει. Γιατί,
τα σημεία που αγγίζω τις νύχτες,
που βλέπεις μοναχα εσύ και οι καθρέφτες μου,
λευκά.
Λευκά,
σαν
το
γάλα.
Νοέμβρης. Και ο ήλιος κάθε μέρα λιγότερος, όλο και λιγότερος και εγώ όλο και πιο διάφανη. Ελαφρύτερη, όλο ελαφρύτερη. Και αν συνεχίσει την πορεία του αυτή, θα μικραίνω και θα μικραίνω. Θα είμαι τόσο, λίγη. Μέχρι που δεν θα είμαι. Και θα παρακολουθούν τον χαμό αυτό όλοι αμέτοχοι, ίσως και ενθουσιασμένοι, γιατί ποιος δεν θα θελε να ακούσει τον ήχο που παράγει μια πορσελάνινη κούκλα, την στιγμή που έρχεται αντιμέτωπη με την πραγματική ζωή και το πάτωμα;
(Φοβάμαι λίγο, πήγαινέ με κάπου όμορφα).
ξαπλωμένη στα μεγάλα μπαλκόνια του κόσμου,
αλλάζω χρώματα.
Προσπάθεια διαρκής,
για το σκουρότερο.
Πορεία,
προς το βαθύτερο.
Τώρα,
Στις άκρες των δαχτύλων μου,
στηρίζομαι.
Κόντρα στ' απέραντο, το γυμνό,
τ' ανεξάντλητο.
Έπειτα,
χάνω την ισορροπία μου
και πέφτω.
Πέφτω.
Ότι γνώριζα απ' το χώμα
το κάτω μου,
βουτηγμένο σε αλμύρα και
ψέμματα.
Φοβάμαι μην-
Και πέφτω.
Πέφτω.
Και θα πετάξω,
προφάσεις στον καναπέ και καλοκαιρινά ρούχα,
σαν να κάναν οι συλλαβές οι πρωτόγονες,
έρωτα.
Δυο το μεσημέρι,
στην μέση του μώλου,
στις άκρες των δαχτύλων μου,
ισορροπώ.
Απλώνω και τα χέρια
και αγγίζω τους ορίζοντες,
όσους μου δάνεισαν,
όλους.
Και
τώρα, θέλω να γεμίσω εγώ,
τ' αόρατο, τ' άχρωμο,
με πείσματα του δέρματος παράξενα.
Ν' αλλάξει και
ν' αλλάξω.
Και άλλαξα όντως,
περιτύλιγμα. Και αυτό πάλι,
εν μέρει. Γιατί,
τα σημεία που αγγίζω τις νύχτες,
που βλέπεις μοναχα εσύ και οι καθρέφτες μου,
λευκά.
Λευκά,
σαν
το
γάλα.
Νοέμβρης. Και ο ήλιος κάθε μέρα λιγότερος, όλο και λιγότερος και εγώ όλο και πιο διάφανη. Ελαφρύτερη, όλο ελαφρύτερη. Και αν συνεχίσει την πορεία του αυτή, θα μικραίνω και θα μικραίνω. Θα είμαι τόσο, λίγη. Μέχρι που δεν θα είμαι. Και θα παρακολουθούν τον χαμό αυτό όλοι αμέτοχοι, ίσως και ενθουσιασμένοι, γιατί ποιος δεν θα θελε να ακούσει τον ήχο που παράγει μια πορσελάνινη κούκλα, την στιγμή που έρχεται αντιμέτωπη με την πραγματική ζωή και το πάτωμα;
(Φοβάμαι λίγο, πήγαινέ με κάπου όμορφα).

