11.11.11

Χημείες.


Κράτησε το βλέμμα μου, να παραμείνει σταθερό το χέρι.

Γιατί απόψε,

Με ήρεμα ρήματα και ένα νοητό νυστέρι,

Κάνουμε τομές στον ήχο.

Όλα τα όργανα, με ό, τι τα ενώνει,

Τίποτα άλλο, παρά Φαντάσματα που καλούσαμε πίσω κάθε φορά που βρισκόμασταν,

Εδώ.

Θα τα παραμερίσουμε, για λίγο μονάχα,

να κρύψουμε ανάμεσα τους μέλι.

Και θα καθαρίσουμε την πληγή με οινόπνευμα και κανέλα.

Και το δικό σου χέρι τώρα, θα περάσει την κλωστή,

Να κλείσει άλλες πληγές που μου άνοιξαν

Σχεδόν Αναίτια.

Και θα σε ρωτήσω αν θέλεις όντως να το κάνεις,

Μονάχα γιατί η πραγματικότητα απόψε,

Έχει μια ασύλληπτα μεθυστική ιδιότητα.


Και τώρα, είμαι εγώ παιδάκι δημοτικού,

Που χτίζει με τεράστια μαξιλάρια

Και ζεστά παπλώματα,

Ένα οχυρό τεράστιο.

Και πρώτη φορά, όχι για να εμποδίσει κατακτητές και φανταστικούς εχθρούς,

Ούτε για να εγκλωβίσει τους υποτακτικούς του.

Όχι. Απόψε δεν υψώνω τείχη εγωιστικά.

Και θα προσπαθήσω να σου εξηγήσω τι εννοώ,

Ψιθυρίζοντας πως

Σ’ αυτή τη παρτίδα, όπου οι αντίπαλοι θεωρούν την σκακιέρα,

Ως ένα άχρηστο κομμάτι ξύλου που γεννάει αποστάσεις

στο μόνο μέρος οπού δεν θα θελαν να υπάρχουν,

Σου χαρίζω εξαρχής την βασίλισσα.

Και το κάνω με τον πιο φυσικό τρόπο

Και με τα δάχτυλά μου να κολλάνε ακόμα από το μέλι.


Και κυνήγησα τόσο επίμονα

διαφορετικές εκδοχές της ίδιας πλασματικής Ηρεμίας,

Που ξέχασα πως ο μόνος τρόπος να αφεθείς στην Ελευθερία,

Είναι με τα χέρια σφιχτά τυλιγμένα

γύρω από ένα πολύ συγκεκριμένο δέρμα.

Ξέρεις, είναι φορές που κι εγώ φοβάμαι.



26.10.11

Δεν χρειάζεται να υπάρχει για όλα τίτλος #2


Με ένα μακρύ μαντήλι ,τυλιγμένο γύρω από τον κορμό,

Θα περπατήσω σε αυτό τον χώρο

Σαν να ήταν φαγωμένη αποβάθρα.

Θα δημιουργήσω άμμο κάτω από

Τα πέλματα. Μια παραλία ατελείωτη,

όπως ακριβώς την ήθελες.

Και θα σε πνίξω μέσα μου, λες και γεννήθηκα από φύκια και νερό.

Ένας μικρός ωκεανός σε μια μυστική, υπόγεια θάλασσα.

Προς απάντηση στο ερώτημά σου,

Θέλω να μείνεις σε απόσταση 8 εκατοστών,

Όχι παραπάνω.

Γιατί ήμουν εξ αρχής πανιά για δέρμα, ενωμένα με σύρμα

Και κλωστή εκεί που θα βρίσκονταν τα νεύρα, αν τα άφηνα.

Η τρύπα που άνοιξες, γεμίζει κάθε φορά το εσωτερικό,

Με τις πρώτες βροχές του Οκτώβρη. Και το παραδέχομαι,

μονάχα διότι κουράστηκα,

Να αλλάζω γάζες και μπαλώματα. Να σου δίνω να ξετυλίγεις την κλωστή.

Μην ανησυχείς. Πήρα ακριβώς όσα μου άξιζαν:

Τις νύχτες ξεφεύγουν καυτά κύματα προς τα μάγουλα. Και πρέπει,

Να φεύγω απροειδοποίητα, για οπουδήποτε Αλλού, να μην με δουν. Έτσι,

Άρχισα το τρέξιμο. Και πάντοτε, σε ασταθές έδαφος.



Για 12 ώρες όμως, ήμουν ακριβώς Εδώ.

Εκεί οπού βρίσκεται το Εδώ, όταν δεν υπάρχει πουθενά αλλού να τρέξεις.

Είχα δάχτυλα, που ήξεραν να αγγίζουν χωρίς να χαράζουν σημάδια.

Και στα χέρια μου κυλούσαν εκατομμύρια απολήξεις, για να νιώθω,

Τα πάντα. Και ήταν δική μου επιλογή να αφήσω εσένα,

να σχεδιάσεις σχεδίες (και άλλα λογοπαίγνια) στο καινούριο μου κάτασπρο δέρμα.

Και αυτή τη φορά, μπορώ να παραδεχτώ πως το χρειάζομαι,

όχι επειδή δεν έχω τίποτα άλλο. Γιατί μεταξύ μας, όσα μπορείς να κρατήσεις,

Λίγη σημασία έχουν. Το χρειάζομαι, για να μπορώ

Να θέλω.

2.3.11

Ως εδώ, ακριβώς.

Ξύσε την επιφάνεια.
Αφαίρεσε τα στρώματα ένα-ένα.
Πάρε όσο χρόνο χρειάζεσαι και μέτρησέ τον
σε εκπνοές ή χτύπους ή σκηνές.
Τον αφήνω όλο,
εδώ,
πάνω στον πάγκο της κουζίνας,
δίπλα στο κουτί του καφέ.
Κάθε πρωί, θα τον αγγίζεις με το πίσω μέρος της παλάμης.
Ένα απαραίτητο μικρό ατύχημα,
Κάθε πρωί.
Θα σε αναγκάσω να συνεχίσεις,
σαν να ήταν δική μου η πορεία.
Αν συμφωνήσουμε πως αρκεί,
θα είσαι ασφαλής.

Τράβηξε λωρίδες της ταπετσαρίας,
σαν να ανοίγεις πολύτιμα δώρα.
Μισούσες τα σχέδιά της.
Μικρό το κακό - αυτό δεν λέμε πάντα άλλωστε;
Και είναι από εκείνα τα μικρά,
απαραίτητα ψέμματα,
για να διατηρούμε την ίδια ταχύτητα
με όσους μας κρατάνε το χέρι.
Προσπαθώ, για να το δεις.
Προσπαθώ και για να διαβάσεις τα δικά μου
μικρά ψέμματα. Βλέπεις λοιπόν;
Δεν θα σου πρότεινα ποτέ κάτι που δεν είναι εφικτό.

Αλλά θα ξεφορτωθώ
κάθε μικρό κόκκο που άφησες εδώ.
Και όσοι παρέλειψες να αφήσεις,
αυτοί που άφηναν ανοίγματα στο σώμα,
θα μπουν σε πλαστικές σακούλες.
Το δεύτερο ποτήρι,
διάφανο, στο ντουλάπι με τα υπόλοιπα.
Λάσπη που έφερες από τον δρόμο,
δεν έχει θέση στα πλακάκια.

Αποδεικνύεται συνέχεια άλλωστε:
Ο καλύτερος τρόπος να κρατάς χέρια,
μερικές φορές,
είναι να τα κόβεις.
Από την ρίζα.

24.2.11

Γραμμές, σειρές και ३ γραμμές ακόμα.



Κόκκινες γραμμές,
σ' όσα μέρη περπατήσαμε,
τυχαίες μέρες του δεύτερου μήνα.
Απλώνονται σε τοίχους,
Ξεδιπλώνονται σε λεωφόρους,
ξαπλώνουν στο μπαλκόνι.
Τις εντοπίζω,
Στα πιο απίθανα σημεία.
Και παίξαμε και κρυφτό.
Μα σε βλέπω ακόμα,
πίσω από την ντουλάπα,
κάτω από το κρεβάτι,
στην αποθήκη του δεύτερου ορόφου.
Σε βρίσκω από συνήθεια.
Βλέπεις και εσύ,
πως αυτό το παιχνίδι δεν έχει πλέον νόημα.

Να ζητήσω έγκριση,
δεν είναι κάτι που θα έκανα ποτέ.
Το γνωρίζει.
Συγχώρεση τότε.
Ίσως,
μα όχι όσο συνεχίζεις να βυθίζεις
το βλέμμα σου,
σ' οτιδήποτε αναπνέει στο δωμάτιο,
εκτός από εμένα.
Η θεωρία του κάστρου,
δεν αποδεικνύεται, εξομολογήθηκα,
στη μόνη αγκαλιά που αρνούμαι να απογοητεύσω.
Κυρίως γιατί τα τείχη είχαν τρύπες,
εξ' αρχής.
Γιατί οι πολιορκημένοι,
έπεσαν από τα πυρά,
πριν προλάβουμε να αγγίξουμε
ζεστό δέρμα.
Οπότε, εγκαταλείπουμε,
μέχρις ότου ο αγώνας να είναι Άχρηστος.


Πέρασε καιρός πολύς, με εμάς ξαπλωμένους
ανάμεσα στις κόκκινες γραμμές.
Να διαβάζουμε, σελίδες με μουντζούρες
-σίγουρα δεν ήταν κάτασπρες. Δεν γίνεται.
Δεν φαίνεται,

μα ακόμα χρειάζεται να σφίγγω
τα χέρια γύρω από τον κορμό,
για να συνεχίζεται η ροή των εισπνοών.
Τις εκπνοές τις έκοψα,
σαν κακή συνήθεια.
Χρειάζομαι όλο τον αέρα,
που μπορώ
να κρατήσω.

17.2.11

safe mode

Ο καλύτερός μου φίλος,
δήλωσε παραίτηση. Αυτός και τόσοι άλλοι,
δικοί μου,
άγνωστοι ο ένας με τον άλλο,
λένε την ίδια φράση, τελευταία, σε επανάληψη.
Και δεν γνωρίζω και εγώ πλέον,
σε πόσους την ψιθύρισα.
Της έδωσα πρόσωπο και σώμα.

Τώρα με καταδιώκει,
σαν κακό όνειρο. Ή σαν παλιά γνωριμία,
από εκείνες που συναντάς
στο λεωφορείο τυχαία απογεύματα και
συνεχίζεις να κοιτάς έξω απ' το παράθυρο, ελπίζοντας να
μην σε αναγνωρίσουν

Και δεν θα με ενοχλούσε, γιατί είναι απλώς γράμματα στην σειρά,
με τα απαραίτητα κενά ενδιάμεσα. Έχει την δυνατότητα να ακυρωθεί,
όπως, σχεδόν, όλα όσα λέγονται.
Μα αυτή την ώρα - και πρώτη φορά δίνω σημασία στην ώρα,
σ' αυτό το μέρος και από αυτά τα μάτια,
που δεν σταματούν στιγμή να μου χαμογελάνε,
αρνούμαι να την δεχτώ.
Όχι, από πείσμα, ή εγωισμό -από καιρό τα έπνιξα αυτά
και τα έθαψα στον βυθό της παραλίας που γνωρίζεις.
Περισσότερο, γιατί αν δεχτώ τα νοήματά της,
δεν θα υπάρχουν πλέον δρόμοι.
Και αν υπάρχουν, δεν θα ξέρω πως να κινηθώ πάνω τους.
Θα είμαι Χαμένη, χαμένη όπως όλοι,
Ακούς;

Η κούπα θα έχει μια τεράστια τρύπα,
δεν θα συγκρατεί, τίποτα.
Οι κόμποι στο χαλί μου θα λύνονται.
Και το δάπεδο είναι καλυμμένο με πλακάκια.
Μπορείς να φανταστείς κάτι πιο κρύο, πιο απειλητικό
για τα βήματά μου;
Έπειτα,
τα χρώματα στην αυλή θα χάσουν το νόημα που τους έδωσα.
Θα ξημερώνει η ίδια Τετάρτη. Τα βιβλία θα γίνονται άμμος στα δάχτυλα.
Θα σταματήσω να αναλύω τα αρώματα, στα στοιχεία τους.
Κυρίως, δεν θα υπάρχει κίνηση. Όχι για μένα, τουλάχιστον.

Πάρε τα γράμματα πίσω ένα ένα,
γιατί αδυνατώ να τα διαγράψω.
Ή μάλλον κατάργησε τις προτάσεις, γενικότερα.
Αλλιώς είμαστε χαμένοι,
όπως όλοι οι άλλοι.
Ακούς;

7.2.11

Μικρά γράμματα.

Κράτησε με, τώρα.
Γιατί κάνει κρύο,
γιατί δεν έχω τίποτα άλλο εκτός από αυτό, τις τελευταίες μέρες.
-δεν σου ορκίζομαι πως θα ναι πάντα έτσι.
Αλλά γράφουμε πάντοτε,
για την στιγμή.
Διαγράφουμε, με προσχεδιασμένες κινήσεις, όλα
τα "πριν από εδώ" και τα "ίσως, αργότερα".
Θυσιάζουμε κάρτες και λουλούδια, για τα ελάχιστα δευτερόλεπτα

Ειλικρινά, δεν θυμάμαι ποιος με έμαθε να σκέφτομαι με αυτόν τον τρόπο.
Δεν θυμάμαι, πότε ακριβώς τον πίστεψα. Πότε έραψα διαφορετικά
μάτια στην θεωρία του και την έκανα δική μου.
Δεν γνωρίζω ούτε αν θέλω να τον ευχαριστήσω
ή να τον αφήσω να καίγεται αργά, κάπου μακριά, πολύ πολύ μακριά από θάλασσα.

Εδώ που είμαστε, ο χρόνος κυλά δραματικά αργά. Έχω προτάσεις.
Να βάλεις τις γαλάζιες λέξεις στην σειρά,
να μου εξηγήσεις από την αρχή,
πως να μην χάνω τον ειρμό μου.
Να μην βάζω φωτιά, εκστασιασμένη, σε όσα
έμαθα, με τον καιρό, να απεχθάνομαι.
Και εδώ που στέκομαι, απέναντί σου, με την Πόλη κάτω από τα πόδια μας,
θα σου ψιθυρίσω την μίση αλήθεια.
Έμαθα να λέω όμορφα ψέματα τόσο πειστικά, άλλωστε
-το γνωρίζεις καλύτερα από τόσους άλλους.
Εσύ θα χαμογελάσεις, γιατί τελευταία,
διαβάζεις την άλλη μισή.
Και θα ναι μυστικό δικό μας.
Από εκείνα που κάνουν Άλλους να χάνουν τον ύπνο τους,
να μην γνωρίζουν, ποιο βήμα ακολουθεί το προηγούμενο.
Όχι εμάς.
Μερικές φορές, με τρομάζουν οι εκφράσεις μου, στο πρόσωπό σου.
Άλλες, αυτή η περίεργη μορφή επικοινωνίας που αναπτύξαμε,
ξαφνικά, τελείως.
Ο τέλειος συγχρονισμός

Έδωσα μια υπόσχεση, ένα καθόλου ουδέτερα φορτισμένο απόγευμα.
Και θα την τηρήσω παραμένοντας με τα πόδια καρφωμένα στην γη,
για όσο θα νιώθεις την ανάγκη να κρατάς το σφυρί.
-Είναι και αυτό μια μορφή αυτοκαταστροφής, δεν νομίζεις;
-Θα προτιμούσες ένα, συμμαζεμένο από κάθε άποψη, τίποτα, λοιπόν;
-Όχι.
Στην πραγματικότητα θα προτιμούσα να μην παίζεις με τις λέξεις.
Να μπήγεις τα καρφιά πιο γρήγορα. Πιο ανώδυνα.
Δεν θα το παραδεχόμουν, ποτέ, σε κανέναν. Πόσο μάλλον
στην κοπέλα κάτω από την επιφάνεια και στην άλλη άκρη του μολυβιού.

Έδωσα την ίδια υπόσχεση και στον εαυτό μου.
Μέχρι σήμερα,
η μόνη που θα κρατήσω.
(Έτσι νομίζω, τουλάχιστον. Καταλαβαίνεις, τι εννοώ.)
Κράτησε με, λοιπόν, τώρα. Τόσο κοντά, που η αναπνοή να έρχεται δυσκολότερα
και να μην με πειράζει.
Να νιώθω, επιτέλους, κάτι παραπάνω, οτιδήποτε.
Οτιδήποτε.

21.1.11

55 Db.


Να εξηγήσεις, το πέρασμα των χρωμάτων
από την κορνίζα.
Για λίγες, ελάχιστες στιγμές,
ήταν ακριβώς εκεί,
σχεδόν, όλα.
Και να αποτυπώσω, σε σχήματα, που να βγάζουν νόημα,
όσα είναι γραμμένα στα πλακάκια του μπάνιου.
Είχα αρκετό χρόνο.

Κοίταξέ με, λίγο καλύτερα.
Υπάρχουν ιστορίες,
Ορκίζομαι. Κάποιος έτρεχε, διασχίζοντας τον τοίχο.
Από την μια άκρη ως την άλλη.
Ένα καπέλο, πεσμένο στο πάτωμα.
Κινήσεις, μέσα σε ποτήρια
Τόσοι άγνωστοι.
Τα πόδια σου, καρφωμένα πάνω τους.
Το τακούνι μου, καρφωμένο στις ράγες.
Τι περισσότερο θέλεις να μάθεις;
Πετσέτα γαλαζοπράσινη, σφιχτά τυλιγμένη. Εδώ που στέκεσαι τώρα,
έμαθα να κρατάω την αναπνοή μου.
Κάθε φορά που μαζεύεις συνομιλίες,
συμπληρώνω τα κενά.
Για κάθε εσύ και από μια χάντρα γύρω από τον καρπό.
Με μια απότομη κίνηση,
όλες στο πάτωμα.
Και τα πλακάκια;
Να σπάσουν όλα,
γιατί πέρα από τους ήχους, δεν μου χαρίζουν τίποτα άλλο, από καιρό.
Και αυτοί, χάθηκαν, ένα πρωί.
Δεν θα μπορούσε να είναι απόγευμα.

Και την κορνίζα και τα περιεχόμενα της,
έμαθα να την διαβάζω καλά,
με ακριβώς τον σωστό τρόπο.
Είχα χρόνο.
Με τον υπερσυντέλικο πλέον, άχρηστο.
Οπότε,
βλέπεις, οι επιλογές δεν είναι ποτέ αρκετές.
Με το σφυρί, σπάσε τα όλα.
Ξερίζωσε τον διακόπτη από τον τοίχο.
Ψιθύρισε δυνατά αρκετά,
ώστε να κρατήσω τον απόηχο.
Βγάλε ένα ένα τα ρούχα σου,
γδύσε τις λέξεις, μια μια.
Ή φύγε.
Δεν Θα το καταλάβω παρά λεπτά αργότερα
Και μόνο, από το πόσο
ασφυκτικά τέλειο θα παραμείνει το δωμάτιο.
Μην συγχύζεσαι.
Έμαθα να κρατάω την αναπνοή μου.