Κράτησε το βλέμμα μου, να παραμείνει σταθερό το χέρι.
Γιατί απόψε,
Με ήρεμα ρήματα και ένα νοητό νυστέρι,
Κάνουμε τομές στον ήχο.
Όλα τα όργανα, με ό, τι τα ενώνει,
Τίποτα άλλο, παρά Φαντάσματα που καλούσαμε πίσω κάθε φορά που βρισκόμασταν,
Εδώ.
Θα τα παραμερίσουμε, για λίγο μονάχα,
να κρύψουμε ανάμεσα τους μέλι.
Και θα καθαρίσουμε την πληγή με οινόπνευμα και κανέλα.
Και το δικό σου χέρι τώρα, θα περάσει την κλωστή,
Να κλείσει άλλες πληγές που μου άνοιξαν
Σχεδόν Αναίτια.
Και θα σε ρωτήσω αν θέλεις όντως να το κάνεις,
Μονάχα γιατί η πραγματικότητα απόψε,
Έχει μια ασύλληπτα μεθυστική ιδιότητα.
Και τώρα, είμαι εγώ παιδάκι δημοτικού,
Που χτίζει με τεράστια μαξιλάρια
Και ζεστά παπλώματα,
Ένα οχυρό τεράστιο.
Και πρώτη φορά, όχι για να εμποδίσει κατακτητές και φανταστικούς εχθρούς,
Ούτε για να εγκλωβίσει τους υποτακτικούς του.
Όχι. Απόψε δεν υψώνω τείχη εγωιστικά.
Και θα προσπαθήσω να σου εξηγήσω τι εννοώ,
Ψιθυρίζοντας πως
Σ’ αυτή τη παρτίδα, όπου οι αντίπαλοι θεωρούν την σκακιέρα,
Ως ένα άχρηστο κομμάτι ξύλου που γεννάει αποστάσεις
στο μόνο μέρος οπού δεν θα θελαν να υπάρχουν,
Σου χαρίζω εξαρχής την βασίλισσα.
Και το κάνω με τον πιο φυσικό τρόπο
Και με τα δάχτυλά μου να κολλάνε ακόμα από το μέλι.
Και κυνήγησα τόσο επίμονα
διαφορετικές εκδοχές της ίδιας πλασματικής Ηρεμίας,
Που ξέχασα πως ο μόνος τρόπος να αφεθείς στην Ελευθερία,
Είναι με τα χέρια σφιχτά τυλιγμένα
γύρω από ένα πολύ συγκεκριμένο δέρμα.
Ξέρεις, είναι φορές που κι εγώ φοβάμαι.




