17.9.13

Βραχονησίδα


Επομένη της Ανάστασης
κι οι φλόγες των κεριών της Τζιάς,
βάφουν κίτρινο ακόμη τον ορίζοντα.
Παραλληλόγραμμα προϊστορίας στολίζουν
το νησάκι, το μικρό,
που κάποτε με την στεριά ήταν ένα.
Το κρασί, απόψε κόκκινο,
ζωγραφίζει τα κομμάτια του ναού
που κατάπιε ο καιρός (μπορεί να το κάνω κι' εγώ).
Αργά, βασανιστικά, σβήνει τελετές ο χρόνος.
Αφημένο στα σμιλεμένα λιθάρια, το ζευγάρι, το πρώτο,
κάνει έρωτα.
Το φεγγάρι επιπλέει στο κέντρο τ' ορίζοντα
της πλατύτερης θάλασσας που άγγιξαν τα μάτια μου.
Χαράζει πορείες, προθέσεις κι' άλλα προτετελεσμένα.
Το ζευγάρι, το πρώτο, κάνει έρωτα και εγώ
ξεχνώ για λίγο πως Χάνω.

Κεριά τρεμοπαίζουν
Σταγόνες σημαδεύουν μαντήλια αραχνοΰφαντα,
τώρα και για πάντα.
Κόκκινες κηλίδες σ' άσπρο - κατάλευκο- ύφασμα.
Χορεύει ακόμα πλάι μου
και πίσω του, παραμορφωμένη η επιφάνεια του νερού, ζαλίζει.
Να 'χα τα μάτια σου, δυο λεπτά, να σου 'δειχνα.
Το ζευγάρι το πρώτο κάνει έρωτα και εγώ,
Χάνω.

Δρόμοι φωτός,
σ' ατάραχα κατάμαυρα νερά,
οι οικίες των φίλων μου.
Κάποτε, κρατούσαμε χέρια και γελούσαμε
δυνατά κι αβίαστα.
Αδιαφορία και προσδοκίες
μας έφεραν στα γόνατα. Οι σκέψεις, μας τα πήραν,
όλα. Όλα.
Γυμνοί και έρημοι χαμογελάμε μαγκωμένα απ' τα μπαλκόνια
στους γνωστούς μας - μα καμία απόσταση δεν είναι ασφαλής, να ξέρεις.
Κυνηγάμε πίστη κι αγάπη
με μαχαίρια φρεσκοακονισμένα .

Κι' όμως εννιά ώρες πριν ήτανε, που γευματίζαμε, δαγκώνοντας άγρια κρέας,
μ' αίμα στη μέση.
Αίμα, αλάτι και ρίγανη.
Εικοσιτέσσερις ώρες πριν, μοιραζόμασταν φως,
τεχνητό,
με κατάνυξη. Αγκαλιαζόμασταν (για προστασία) απ' τους ήχους τους εκκωφαντικούς,
βαρελότων και πυροτεχνημάτων
-τα τελευταία πάντοτε τα φοβόμουν: Μια στιγμή έσπαγαν το μαύρο,
σε κομμάτια χίλια. Την επόμενη, προσγειώνονταν νεκρά κι' ανίκανα στον ορίζοντα της θάλασσας.
Κανείς δεν πένθησε το τέλος τους, πέρα απ' εμένα - αυτή είναι η αλήθεια.
Τους αρκούσε,
το τόσο λίγο.
Το τίποτα.

Δίνουν χέρια
κι εγώ,
κάνω για λίγο πως δεν βλέπω τις σκέψεις περίστροφα
να ουρλιάζουν για θάνατο.
Διψούν για την καταστροφή του αγαπημένου Άλλου.
Εσύ ή εγώ.
Εκείνος ή ο άλλος (αυτό, πάντοτε).

Το ζευγάρι, το πρώτο, λιθοβολούν στ' ακροθαλάσσι
και δεν έχει αλλάξει τίποτα.
Οι δικοί σου ζητούν το κεφάλι μου σε
πιάτο κι' οι δικοί μου,
δεν θέλουν να γνωρίζουν την τύχη μου.
Άδικα ερωτευτήκατε,
τους φωνάζουν.
Για φαντάσου..

Διατηρώ το βλέμμα καρφωμένο στα βράχια
και το μαχαίρι μπηγμένο σε εκείνη την ιδέα, την περαστική.
Πανιά φωσφορίζουν στην μέση του κόλπου.
Άκου: Φοβάμαι την στιγμή που θα μ' αδειάσουν από έρωτα.
Που θα τον θυσιάσουν στον βωμό της καταιγίδας.
Οι φίλοι μας διψούν για αίμα και απόγνωση.
Θα σε τρομάξουν, φοβάμαι.
Θυσιάζουν Έρωτες για το υπέρλαμπρο τίποτα.
Και τα κομμάτια, χάρισμα της θάλασσας.
Στον πάτο, με φύκια δηλητήριο κι' άλλα
αισχρά.

Να 'χα τα μάτια σου, δυο λεπτά...
Μ' ακόμη κι' αν σταθείς εδώ ακριβώς που πάτησα,
πάντα θα σου διαφεύγει
αυτό ακριβώς που
είδα.

16.9.13

Αθήνα, τώρα (και Χθες)


Στις μονοκατοικίες,
οι νοικοκυρές ανακατεύουν το κατακάθι με ευλάβεια ,
να αλλάξουν τύχη.
Το γυρίζουν ανάποδα.
Το κοιτάνε λοξά.
Η ερμηνεία παραμένει ίδια: Καταραμένη ανέχεια.
Δεν έχω χρόνο γι αυτή την υπόθεση, κανείς δεν έχει.
Μα οι ώρες να καλύψουμε παραμένουν άπειρες.
Και έτσι δώδεκα το μεσημέρι
περιφερόμαστε σαν τα περιστέρια, γύρω απ' την πλατεία ,
εκείνη την μεγάλη, γυρεύοντας ψίχουλα.
Ψίχουλα και κάποιον να μοιραστούμε την κούπα, την σωστή.
Εκείνη την μια που θα λέει
Ναι!
απ' όπου κι αν την κοιτάξεις. Ή έστω, Ίσως.

Στο δικό μου διαμέρισμα,
οι πίνακες κρύβουν
τους τοίχους που σιχάθηκα
και κρίνουν εμένα. Αυτό ήταν απ' τα προαπαιτούμενα της συμφωνίας μας.
Υπέγραψα μ' αίμα.
Τώρα,
Πάλι λάθος,
μουρμουρίζουν κάθε που στρέφω αλλού το βλέμμα..
Φαντάσου αυτό: Μια ημίγυμνη μπαλαρίνα και
ασπρόμαυρες σκάλες δίχως αφετηρία ή
τέλος,
να γνωρίζουν το καλύτερο,
για μένα.
Εγώ, πάλι, ακόμα δεν ξέρω
ποια απόχρωση του καφέ
καλύπτει τις κόρες των ματιών μου.

Μα ξυπνάμε στις οχτώ,
σαν τα τσουβάλια ριχνόμαστε στο Α7,
στην κόκκινη γραμμή,
στην μπλε,
να φτάσουμε, Εκεί.
Όπου, Εκεί.
Και ως τ' απομεσήμερο σιχαινόμαστε ό,τι λίγο
μας έχει απομείνει απ' τα ταμεία,
τους Άλλους
και την υπερανάλυση.
Μα είμαστε, εδώ. Ή σχεδόν. Και αυτό δεν είναι που μετράει;
(Όλο επαναφέρω το ερώτημα)
Ικετεύω για την κατάφαση - τίποτε άλλο δεν μου 'μεινε
να χαρίζει κίνηση.

Και ποτέ δεν κατάλαβα αυτούς που φεύγουν, έτσι,
εθελοντικά.
Με κεφάλι στον φούρνο,
λαιμό στο σχοινί,
καρφωτή στο κενό (Εκείνους που το κάνουν ολόκληρο ζήτημα,
με κόκκινο
κόκκινο,
κόκκινο, παντού,
τους σιχαίνομαι).
Όλοι, πάσχουμε. Για τον Θεό πια! Όλοι.

Και αν δεν σπαταλούσες το μισό της ημέρας σου,
σε εικασίες για τ' αύριο
κι' εκείνο που έπεται αυτού,
θα μπορούσα κάτι λίγο ν' αγαπήσω.
Αν.



Εγώ το έκανα


Η νύχτα άδειαζε μπροστά στα μάτια μας.
Εξέπνεε.
Ζάλη και τραγικά ναυάγια μ' έβγαλαν εκτός μάχης, από νωρίς.
Την επομένη
κι ενώ ακόμη κοιμόμουν,
πήρανε το κουφάρι της και το μετέφεραν
εφτά στενά παραπέρα.
Μ' αυτό συμφώνησα αργότερα: Έπρεπε να φύγει.
Δεν χρειαζόμασταν άλλη δυσωδία - εκείνος, ο άλλος, κατοικούσε
σε απόσταση αναπνοής, άλλωστε.
Εκείνος με τα χοντρά, άσχημα χέρια, τα βουτηγμένα στο αίμα.

Όταν αργότερα μας ρώτησαν,
για το δυστυχές αυτό περιστατικό,
δηλώσαμε όλοι αθώοι  (πάντοτε αθώοι δηλώνουμε).
Ή τουλάχιστον έτσι διδάξαμε το βλέμμα μας να ισχυρίζεται,
αιώνες πριν. Στην πραγματικότητα, δεν είπαμε και πολλά: Κοιτάξαμε
και μας πίστεψαν.
Κάποιοι, μας πιστεύουν ακόμα.
Και αν με ρωτούσες, θα σου λεγα:
Δεν ήταν αλήθεια. Την προλαβαίναμε. Υπήρχε χρόνος.
Πάντοτε υπάρχει,
ίσως να συμφωνούσε μαζί μου ένας - δυο
εκ των τραγικών συνεργών και μίζερων.
Και τότε, ίσως και να νιωθα το πάτημά μου ελαφρύτερο.
Μα εκείνοι ήταν κατηγορηματικοί:
Δεν είδαμε,
δεν ακούσαμε,
δεν αγγίξαμε.

Και αυτό το τελευταίο,
ήταν το μεγαλύτερο ψέμα όλων.
Μας άγγιξαν,
μέχρι που έφυγε από την επιφάνεια του δέρματος,
εκείνος ο τόνος ο σκουρότερος,
ο Αυγουστιάτικος
και ξαναβγήκε άσπρο. Κι αγγίξαμε,
μέχρις ότου σβήστηκε και το τελευταίο αποτύπωμα απ' τις παλάμες μας.
Και δεν επιστρέψαμε εκείνο τον φάκελο,
τον γεμάτο ζεστό χρήμα.
Δεν ακυρώσαμε εισιτήρια.
Δεν χαρίσαμε κανένα σ'αγαπώ,
σε κανέναν. Και αυτό, ίσως, καλύτερα - σε καμία περίπτωση δεν ίσχυε,
όχι για την πλειοψηφία μας τουλάχιστον.
Και σπρώξαμε στις ουρές,
επιθετικά, χωρίς έλεος,
δίχως ίχνος συμπόνοιας, προς κανέναν.
Κι ας βρισκόμασταν όλοι μας εδώ για τον ίδιο λόγο.
Και είπαμε μικρά,
κατάμαυρα ψέματα,
σ' όλους, τους πολύ δικούς μας.

Και όταν εναπόθεσαν την νύχτα, την γνήσια,
στην σκοτεινή γωνιά του έβδομου στενού αριστερά,
εκεί και μόνον εκεί,
έγιναν
όλα
ξεκάθαρα.
Οι πολύ δικοί τους, δεν ήταν
καν
δικοί τους.
Και ακόμη χειρότερα: Δεν ανήκαν,
σε κανέναν
(εμείς οι τρεις , είχαμε από καιρό αποβάλει αυταπάτες περί κτήσεως).

Ο θλιβερός απολογισμός:
Το καλύτερο μέρος μου,
την νύχτα, την ατελείωτη,
που αν ήθελα, την χωρούσα στα δυο μου χέρια,
άφησα να μου την πάρουν.
Εγκλημάτησα. Κατά του εαυτού μου
και του ενός - δυο που θα συμφωνούσαν, ίσως, πως
 Πάντοτε υπάρχει χρόνος.
Κι από τότε τον αποκήρυξα, τον ύπνο. Άλλωστε,
κάθε φορά που έκλεινα τα μάτια μου, έχανα.
Κάθε που νυχτώνει,
χάνω.
Μα έχω οπλιστεί με ούζο
και καλές προθέσεις
και θα την προλάβω την επόμενη φορά.
Τ' ορκίζομαι,
θα τους προλάβω.



14.2.13

Ορκίζομαι, να ξεχάσω

(χωρίς αυτό να σημαίνει τίποτα).

Χώρεσα μια ενηλικίωση
σε ένα παλιό ζευγάρι μπότες
και σε ένα μεγαλύτερο κρεβάτι.
Χώρεσα την ανάγκη για νηφαλιότητα,
σε ένα άδειο μπουκάλι, από σπιτικό λικέρ κεράσι.

Και το πένθος υποκρίθηκα πως ξέχασα να το αισθανθώ
(θα με κατάπινε,
ελπίζω να καταλαβαίνεις).

Και εκείνη,
χώρεσε όλες μου τις φοβίες σε δυο σελίδες Α4
και μου τις χάρισε.
Τότε,
βγήκα στην μεσαία λωρίδα, κάθισα οκλαδόν και
περίμενα.

Έμεινα για εσένα
και μόνον
(αλλά μην το πεις πουθενά).


Έπειτα, τρικυμία. Δυο δεκαετίες ντροπής ξεβράστηκαν στο πεζοδρόμιο, μαζί με φαγωμένα, απ' την απόγνωση και την αλμύρα, κομμάτια ξύλου. Τα κύματα με κάλυψαν, όπως το καλοκαίρι εκείνο, που οι μαργαρίτες φύτρωναν εκεί οπού τελείωνε η άμμος και άρχιζε η θάλασσα. Το στόμα γέμισε νερό. Και είχα αυτή την αίσθηση, για λίγο, σαν να...
   Σαν να έχανα ανάσες. Μα γελούσα. Με το χαμόγελο που σε τρομάζει... το μεγάλο, το ελεύθερο. Σαν να ισορροπούσα, στις μύτες των ποδιών, στο χείλος του γκρεμού και έπειτα να έπεφτα, με ταχύτητα εξαιρετική, σε θάλασσα μολύβι. Μα ο πόνος διαρκεί τόσο λίγο. Γιατί είσαι ακόμα εδώ. Και εν τέλει, αυτό δεν είναι που μετράει;


Δεν γνωρίζω.
Για λίγο όμως,
                               
                                    ήμουν απέραντη.

Απέραντη.
Γυμνή, όπως τότε,
και με όλες τις αποχρώσεις του μαύρου στα μάτια.

Και σχετικά με τον απολογισμό που μου ζήτησες:
Οι μπότες τρύπησαν, το κρεβάτι έσπασε, το λικέρ τελείωσε το χάραμα, τις σελίδες τις χάρισα, άρχισα να τρέχω μακριά απ' εκεί που πονούσε για 62, ακριβώς, χιλιόμετρα, θέλησα να κάψω το μαύρο φόρεμα, έσπασα την μάσκα απ' την Βενετία στα δυο...
Βγήκα και στην επιφάνεια (σε ένα θεωρητικό πάντοτε επίπεδο).

Και αυτά, όλα,
έγιναν για τον έρωτα.
Για την ελευθερία,

όλα.






8.2.13

Κεφάλαιο ΙV.

Αν ξέρεις τι θα ήθελες ν'ακούσεις,
γνωρίζεις όλα τα "ίσως" που θ' ακουστούν στην συνέχεια.
Σκοπεύω να στα δώσω, όλα.
"Ίσως, να μ' έχεις" - να ορίστε ένα,
όπως ακριβώς το ήθελες.

"Και πότε ακριβώς περνάει;",
την ρώτησα.
Εκείνη χαμογέλασε...
(πάντως δεν ήταν το χαμόγελο της Ευτυχίας, με κεφαλαίο έψιλον, σε καμία περίπτωση. Και εμένα μου είχαν υποσχεθεί Ευτυχία. Τόνους από αυτή. Και φοβάμαι τα ψέμματα,
                                                                                                                    
                                                                                                          όταν δεν είναι δικά μου.) 

Και την ρώτησα, πότε ακριβώς περνάει,
γιατί εσύ δεν έχεις
τέλος
και γω στέρεψα από υπομονή, από ώρα.
Ώρες.
Και ξέχασα πως να καταγράφω συναισθήματα.
Είναι το μόνο που είχα,
δικό μου.
Μου.
(Μέχρι τώρα, ο έρωτάς μου, είχε την μορφή κτητικών αντωνυμιών.
Τώρα δεν ξέρω πως να τον ζωγραφίσω. Εσύ;
Θάψαμε την κτητική,
μα εγώ την πενθώ ακόμα , να ξέρεις.)

Και θα γελάσεις με αυτό που ακολουθεί, αλλά...τώρα που σου γράφω, φαντάζομαι την Αντωνυμία, ντυμένη στα μαύρα,
καθισμένη σε άσπρη πλαστική καρέκλα κήπου,
με μάγουλα κατακόκκινα,

απ' την ντροπή.

Σαν πεντάχρονο. Γιατί, βλέπεις, αυτή δεν μπορεί να κρύψει πως είναι κτητική, 
(όπως κάνω εγώ, για να νιώσεις καλύτερα τις στιγμές που φοβάσαι να είσαι
                                            
                                                                                                      ...να είσαι γενικότερα.)


Εν τέλει,
Ζω μόνο ερωτικές σκηνές σε επανάληψη.
Ας είναι.
Μπερδεύω ονόματα
-μαζί και το δικό μου.
("Είναι καλύτερα έτσι" σου λέω συνέχεια. )
Και κάθε βράδυ, χάνω και λίγο έδαφος. Μα πλέον σχεδόν αιωρούμαι.Το έδαφος μου είναι άχρηστο, όπως ακριβώς και η οποιαδήποτε κτήση. Μηδενική βαρύτητα-το φαντάζεσαι;

Κάποιος τρίτος ίσως να το συνόψιζε ως
"Τίποτα δικό σου.
Και σχεδόν τίποτα δικό του."
Ας είναι.


1.12.12

Εκείνη και η Άλλη.



08:00.

Αλλάζω πλευρό, πάλι.
Για λίγο,
λησμονώ λεπτομέρειες.
Σοκολάτα και λεπτά δάχτυλα.
Αναπαραστάσεις.
Πρώτη σκέψη:
Να πάρω
Eκείνη,
να μου θυμίσει.
Να μου δώσει πιθανότητες.
Μακάρι να...
Και προσπαθώ να συντάξω παραγράφους.
Τουλάχιστον τρεις σήμερα το πρωί -αυτός ήταν ο στόχος.
Μάταια.
Η Άλλη, φόνευσε
γραμματικούς κανόνες.
Τώρα,
χρησιμοποιώ σε κάθε φράση,
ευχετική ευκτική.
Να εκφράζει ένα μέλλον,
εφικτό.
Ένα, 
να το θέλω.

Και για κάποιον
που ορκιζόταν,
στα Όρια,
είναι γελοίο το πόσο,

δεν

μπορώ

να

με

ελέγξω


Είμαι πάλι 13, ισορροπώντας στον πάγο και εκείνος με αναγκάζει σε τριπλή περιστροφή. Στον αέρα. Αρνούμαι να υποκύψω στην τυραννία, της λάμας. Στην αυστηρότητα, της λεπτομέρειας. Σιχαίνομαι το επικριτικό βλέμμα του."Δεν μπορώ!", του φωνάζω, "δεν μπορώ!"
(Τις μέρες που απουσιάζει κάνω τέσσερις περιστροφές,
για πλάκα).
Δεν θέλω. 
Αυτή είναι η αλήθεια.

12:00.


Αυτή είναι η αλήθεια.
Να πάρω 


Eκείνη,
να μου συμπληρώσει τα κενά,
της νύχτας της χθεσινής.
Να μου εξηγήσει,
γιατί.

Να μου θυμίσει,
πως να πιστεύω στους εφιάλτες από όμικρον,
γιατί ο ύπνος ήταν ήρεμος απόψε.
Και με τρόμαξε.
Να μου υποδείξει τον τρόπο,
να κάνω το συμβατικό, ασύμβατο
και το αντίστροφο.
Να μου υποδείξει τον τρόπο,
να μπλεχτούν δυο σώματα,
στην άκρη.
Και για λίγο,
τόσο λίγο,
την αφήνω να καταλάβει τι εννοώ.
Όχι πως ξέρω.
Έπειτα κατρακυλώ στα δάχτυλα της Άλλης
και κάνω μακροβούτι στις υποψίες μου,
όλες.
Να 'ταν λίγο μικρότερη η έκταση της καταστροφής...
Όχι απαραιτήτως και η ένταση.
Και αν επισκεφθώ τον δικό μου
επίγειο παράδεισο,
εκεί που δραπέτευα
όταν ακόμα μάθαινα,
να με μαθαίνω,
θα την έβρισκα εκεί.

Όχι με κάποιον συμβολικό τρόπο. Ήταν Όντως εκεί, εξαρχής.
Εσύ πιστεύεις στις συμπτώσεις;
Εγώ επιτρέπεται να πιστέψω;

Και 'γω, η αιρετική,
ο εραστής των λέξεων,
η αμετανόητη ποιήτρια,
που αρνήθηκα
θεωρίες
συνιστώσες
και αριθμούς,
πέφτω στην ανάγκη τους.
Στην ανάγκη μου,

να την περιγράψω.


"Θεός φυλάξοι..." θα πουν.
Τι ειρωνεία, Θεέ.


30.11.12

Είδα το σώμα μου,


αερόστατο,
πάνω από νεκρή γη.
Στο δεξί μου χέρι καρφίτσα,
στ' αριστερό μπάλωμα.
Τους ζήτησα
να μου τα δέσουν πίσω απ' την πλάτη.
Είδα,
και εκείνους.
Να σ' ανοίγουν σαν ηλιοτρόπιο.
Να αφαιρούν χειρουργικά τον πυρήνα.
Να κλέβουν,
ό,τι είχες
φωτεινότερο.

Όταν τελείωσαν μαζί σου,
ξαπλωμένο σε κάποια εχθρική, για το δέρμα σου, επιφάνεια,
σ' έσπρωξαν ως το πίσω μέρος
ενός κακόγουστου δωματίου.
Τράβηξαν και τις κουρτίνες
(με κάθε επισημότητα).
Σε είδα,
να χαμογελάς πλατιά

και να μαραίνεσαι.
Αργά.


Τότε ήταν,
που απαίτησα να μου λύσουν τα χέρια.
Αρνήθηκαν κατηγορηματικά.
Μου είπαν,
πως έσφαλα.
Πως ξέχασα να σε χαρακτηρίσω,
απ' τους παράγοντες που σ' οδήγησαν εδώ.
Πως παρέλειψα να παρακολουθήσω την διάλεξη,
περί αμφισημίας του τέλους.
Πως στην ευτυχία ποντάρουν οι αδύναμοι.
Πως ήταν παράλογο να

τα

νιώθω

Όλα.


Και αυτό το τελευταίο,
ήταν σίγουρα το χειρότερο.
Οπωσδήποτε έσφαλα.
Βρέθηκα στο πιο βρώμικο μέρος,
στην πιο θλιβερή στιγμή του
και


έμεινα.