30.1.09

Ο πίνακας.




Στον καινούριο πίνακά της,
σώμα ακέφαλο,
πλέει, εκείνος,στην σκοτεινή επιφάνεια
του ποταμού.
Και όποιος στέκεται και
τον παρατηρεί,
φοβάται ότι θα βυθιστεί
πριν προλάβει να τον σχολιάσει.
Κρύβεσαι στο κύμα.
Κρύβεσαι ακόμη και στο χρώμα.
Αληθινά δεν θυμάται
την τελευταία φορά που σε κοίταξε
κάτω από καθαρό φως.
Και ήτανε τόσες φορές.

Ακέφαλο από επιλογή.
Γιατί το χέρι της αυτόματα θα ζωγράφιζε
όλες σου τις γωνίες.
"Πάει καιρός",
θα έλεγε εκείνος.
Και επειδή υπάρχουν μέσα από
την διαφωνία τους,
"ξεχνάς την δύναμη της συνήθειας",
θα έλεγε αυτή.

Ξέρει το περπάτημα,
τον ακριβή τόνο της φωνής,
την μυρωδιά του.
"Έχει όλα τα γνωστά χρώματα
του κόσμου,
σφαλισμένα στο δέρμα του",
σχολιάζει στους σαστισμένους
μπροστά στο έργο της.
"Και είναι κάποια ορισμένα
σημεία,
όπως η γωνία δίπλα στα μάτια,
που σχεδόν γυαλίζουν στις
σκιές,αλλά αυτό δεν το
βλέπετε."
Στην πραγματικότητα,
σκέφτεται,
γυαλίζει σαν πλανήτης από απόσταση.

Και κάποιος από το πλήθος
ρώτησε την ζωγράφο,
αν πάει καιρός.
"Μήνες και ώρες".
Και οι ώρες ήταν σίγουρα χειρότερες.
Πάνε σκιές,
πάει το πανί,πάει και η μελαγχολία ακόμη.
Πέρα από τις υπερβολές,
Πέσανε κεφάλια.

Και όλα πνίγηκαν
στην ανωνυμία.
Και σαν να μου φάνηκε πως τον
άκουσα να φωνάζει μέσα από τον
καμβά,
πως το κρυφτό ήταν η λάθος επιλογή.
Πως ήταν θάνατος.
Αλλά η μπογιά είχε ήδη
στεγνώσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: