18.4.08

Τηλεφωνικές Ενημερώσεις.


"Πες μου.Θυμάται;"

Δεν ξέρω.
Σε ένα σωρό μικρά αστεία,
έχει κρύψει
νύχτες της ζέστης, του φωτός
και του Δράματος.
Η αυλαία να φωτογραφίζει
ψεύτικα χαμόγελα,
πνιγμένα στο μέλι.
Στο Ψέμα
ΨΈΜΑ

Δεν φανταζόταν,
τέτοιο κρύο Αύγουστο μήνα.
Είχες καλέσει και έναν γελωτοποιό στο θλιβερό πάρτι
για να χαρεί(;)
Γνωρίζεις πόσο τους σιχαίνεται.
Εκδίκηση.
Ίσως.

Μετά πάλι,
της είπες πως το φθινόπωρο
έπρεπε να χαθείς.
Ή και ήθελες.
Το φθινόπωρο χάθηκες.
Ίσως και λίγο νωρίτερα.
Τύλιξες ένα πακέτο με συγγνώμες
και το έστειλες στην παλιά διεύθυνση.
[Δίπλα στις νότες
και πάνω στο χορτάρι
με φόντο δρόμους και φώτα.
θυμάσαι πού λέω.]
Της χάρισες και κάτι σκέψεις,
σε ένα βιβλίο,
θλιβερό και μίζερο.
Ή μάλλον,
ήταν ανταλλαγή.


"Η μέρα μεγαλώνει"
Μου λέει.
"Πάλι κρύος Αύγουστος".
Ασυναρτησίες της, νομίζω.
Κοίτα.Λυπάμαι,
Δεν γνωρίζω, να σου πω αν θυμάται.

(κλικ)

17.4.08

Τέλος χρόνου


Τι να γράψω ακόμη;
Ανάμεσα στα λουλούδια
που λιώνουν στο πεζοδρόμιο
περίμενα
να κυλήσει ο χρόνος.
Να με προσπεράσει.
Έβρεξε τα πάνινα παπούτσια μου.
Έβρεξε τα χέρια μου.
Γέμισαν,
αίμα και δευτερόλεπτα.

Μετά πάλι,
Καθόμουν σε κάτι σκαλάκια,
μαρμάρινα άσπρα
και παρακολουθούσα τα αγάλματα
που τα έτριβαν οι μέρες.
Παρακολουθούσα,
μέχρι που κατέρρευσαν,
σαν να ταν από πηλό.
Ή χαρτί.


Τέλος,
άκουσα το κουδούνι
και προχώρησα σε μια αίθουσα
με στοιχισμένα θρανία
και έγραφα και έσβηνα
στο ξύλο
μέχρι που τελείωσε το μελάνι.
Τότε,
μου πήραν τις άσπρες σελίδες μου
και έγραψαν τέσσερα μεγάλα Χ
μπροστά και πίσω.


Φοβάμαι
μην τελειώσει ο χρόνος μου
και μεγαλώσω μακριά σου.

16.4.08

Πεζοδρόμιο.


Ξέρω,
τα λουλούδια που κόβεις,
ξεραίνονται σε κλειδωμένες σελίδες.
Και όλες σου οι λέξεις
από συνήθεια πέφτουν στο χώμα και σπάνε.
Η κατάντια,
στην στάση του σώματός σου απέραντη.
Σαν ντροπή,
ένα μικρό συναίσθημα,
πνίγει τα μάτια σου.

Στο βρώμικο πεζοδρόμιο,
σε καταπίνει και σε χωνεύει,
η κοινωνία της λακ και του βέτο.

Έτσι απλά,
για να ντρέπεσαι.
Που είσαι,
εκεί που σε έφεραν.

15.4.08

Αναταραχές


Η νύχτα γαντζώνεται σε
τοίχους και σελίδες
και καταπίνει τα σπίρτα ένα ένα
μέχρι όλες οι ευχές να καούν.
Υπάρχει μια λακκούβα δίπλα στο κρεβάτι μου
από λασπόνερα
εκείνης της ''άλλης μέρας''
και μου φαίνεται
πως αν σηκωθώ απότομα,
θα με τραβήξει μέσα και θα πνιγώ.
Έτσι,
μένω εδώ να χάνω το οξυγόνο μου
μέσα σε κύματα από σεντόνια.
Κουμπάκια και
ακούγεται ήχος μακρόσυρτος.
Εκνευριστικός.
Μετά λέξεις, χείμαρρος.
Πνίγονται χάρτινα καραβάκια
πίσω από τα μάτια μου.
Ένας λυγμός με τρώει.
Από μέσα.
Πέφτει το ακουστικό από τα χέρια.
Τέλος κλήσης.


Μετά πάλι,
ηρεμία.
Αλλά εκείνες τις στιγμές,
που η αιτία και το αιτιατό μπλέκονται
στα άδεια μου χέρια
(Λάθος σου.Ψέμμα μου.Μπέρδεμα.Το νόημα.Απογορεύσεις.Μίλα μου.),
ΑΓΑΠΩ την αγκαλιά
πίσω από την άλλη γραμμή,
περισσότερο από πριν.


Χωρίς αυτήν,
συνειδητοποιώ,
δεν υπάρχει ο χρόνος.

3.4.08

Το Μπαλκόνι


Σε μια αγκαλιά ανοιχτή προς το πέλαγος,
Στην σκιά την βρώμικη
μιας τέντας ξεβαμμένης, πράσινης,
με τα μάτια χυμένα σε 3.000 λέξεις,
κίτρινων σελίδων,
ένα βυσσινί χαμόγελο
(άλλοτε αστεία θυμωμένο προσωπάκι),
ονειρεύεται το κύμα και τη θάλασσα.
Μα τα αποφεύγει με το βλέμμα της.
Η θάλασσα την κάνει να ονειρεύεται φυγή.

Και αν την περιέγραφα,
θα ήταν...
πολύχρωμη παρέλαση
ή ήλιος μες το καταχείμωνο
και ας μην τον αγαπάει.

Το Χαμόγελο,
να λούζεται
στο καλοκαιρινό φως,
μες στην ατέλεια του,
η πιο όμορφη εικόνα που έτυχε
να αγγίξει ποτέ τα μάτια μου.


Κάνει το μπαλκόνι,
να ξεδιπλώνει φτερά
και να πετάει πάνω από το πέλαγο.
Καίει τις σελίδες


και γράφει δικές της.

Πάρτυ


Μοιάζει σαν ομίχλη
στη βάση του ουράνιου τόξου.
Έχει μια μελωδία,
χαμόγελο,
για υπόκρουση.
Μοιάζει με ασπρόμαυρη ταινία
και να πέφτουν από τον ουρανό,
πολύχρωμες σερπαντίνες,
σαν να ταν χιόνι.

Πάνω από τη γκρίζα πόλη,
σε ταράτσες ανάμεσα στο χώμα
και τα σύννεφα,
ένα πάρτυ.
Σε χρώμα πορτοκαλί
και κίτρινο
και πράσινο.
Κόκκινο.
Και οι μεταμφιεσμένοι,
να πίνουν το κοκτέιλ της λήθης,
το πιο φτηνό ποτό
και να σαλπάρουν
σε καράβια με φτερά
για νέες ζωές.

Ξανά,
απόκριες.

Σπουδή


Να τη,
περνάει και χάνεται
η μικρή πριγκίπισσα,
των οχτώ γραμμών
κόκκινης, μελάνης, σινικής.
Με δυο βαλίτσες στα χέρια
και ένα χαμόγελο,
να τρυπάει το αχνισμένο τζάμι
και να χαράζει
ράγες τρένου
στο μίζερο οδόστρωμα.
Περνάει και χάνεται στις ράγες.
Φεύγει και χάνεται σε απόσταση 860 χιλιομέτρων.
Γεμίζει φωτογραφίες
και σκέψεις.


Μετά,
Τέλος.