21.8.08

Πεταλούδες


βότσαλα βρεγμένα
από θάλασσα και ursus.
Κάνε 2 ευχές
για τα πεφταστέρια
που είδαν οι άλλοι μα
όχι εσύ.
Σε ρουφάει ο ουρανός
κάποια βράδια.
Χάνεσαι
και σε ψάχνουμε.
Μεγάλη Άρκτος
σε σχήμα τραπεζίου
'η ορθογωνίου
(ποτέ δεν θα συμφωνήσουμε).
Ένωσε τις 4 τελείες με το δάχτυλο.

Πάνω από τα κύματα,
ξεχύνονται χιλιάδες πεταλούδες.
Ιπτάμενες τουλίπες.
Ζαλίζεσαι,
όπως στο γύρω-γύρω όλοι.
Σε ζαλίζουν.

Τελικά,
τα φτερά τους αγγίζουν
το φεγγάρι.
Αυτό κοκκινίζει,
ματώνει
και πνίγεται.

Αυτές,
πέφτουν σαν φλόγες απ' τον ουρανό
στην παλάμη σου.
Πεταλούδες,
χιλιάδες,
φλεγόμενες,
κολυμπούν στα μάτια σου.

τα μικρά καλοκαίρια.


Βόλτα θανάτου.
Βεράντα στο αστέρι,
αυτό είναι το
χείλος του κόσμου.
Τα μακρινά φωτάκια
δηλώνουν το τέλος μιας
ολόκληρης εποχής.

Δύση φεγγαριού.
Πνίγεται στην μάυρη θάλασσα.
ακροδάχτυλα το ψάχνουν.
Ψάχνουν;
Αναζήτηση.

Παράθυρο στον ουρανό,
πόδια στο κενό.
Απόπειρα πτήσης μεταμεσονύκτιας.
Περπατάμε
όλοι
στον αέρα
Και μετά
πνιγόμαστε.

Εξομολογήσεις της κιθάρας.
Να θυμάσαι.
Βαλ'το στο repeat.
Αυτό είναι το χέιλος του κόσμου.
Ισορροπούμε.
Σήμερα.
Βαλ΄το στο repeat,
Για να το
θυμάσαι

17.7.08

Όχι έλλειψη.Έλλειψη.


Στην άκρη του σχοινιού
τα χέρια σου,
δεμένα.
Κόμπος,
Η φωνή σου.
Ησυχία.
Μέτρας ως το εκατό
με κλειστά τα μάτια,
Και έπειτα ψάχνεις να βρεις
εσένα.
Ιδιότυπο κρυφτό.
Όσα κομμάτια
διαμελισμένα σου
βρεις
μπορείς να τα κρατήσεις.
98,99,
100.
Τίποτα.

Κοίταξε κάτω απ' το παγκάκι.
Στο χώμα που διώχνεις
όταν γυρνάς σε ελλειπτική τροχιά
και με κρατάς για να μην πέσω.

Η αλήθεια είναι ότι ψάχνω
και εγώ.
Σε ριγέ φωτογραφίες
και στον καφέ σε χάρτινα ποτηράκια.
Ακόμη σε σελίδες πολυγυρισμένες.
Σε ψάχνω, γενικά.

Ομολογία.
Φοβάμαι εσύ μην με βρεις
Φοβάμαι,
δεν θέλω να ξέρω τι θα γίνει.
Μην σπάσω και εγώ σε άπειρα κομματάκια.
Η αλήθεια είναι ότι _
Ξέχνα το.
Απλώς φοβάμαι.

12.7.08

Βρώμικη πόλη.


Παλάμες μέσα στο αίμα.
Στις μαρμάρινες πλάκες.
Το ομορφότερο κόκκινο.
Για ακόμη μια φορά,
για εμένα είσαι
νεκρό σώμα.
Από το χώμα,
ζεστά,
Τα δάχτυλά σου ξεφεύγουν,
τυλίγονται γύρω από
τον λαιμό μου.
Πνίγουν όλες τις ιδέες μου.
Γυμνώνουν οπτικοακουστικά μέσα
από νόημα.
Σου γυρνάω την πλάτη,
τώρα,
η πόλη είναι γυμνή.
Χωρίς αναπνοή.


Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου
μια έξοδο κινδύνου.
Πίσω απ' το γκρεμό,
με ανοιχτά χέρια σε εμπιστεύομαι
να κόψεις την πτώση μου.
Στα χείλη ζεστός διάολος.
ξαναγεμίζεις το ποτήρι.
Άσχημα φτερά,
άσχημων αγγέλων, στην πόλη.

Τέλος εποχής,
αποκεφαλισμός
στα σκαλιά της παλαιάς θρησκείας.
Σιχαμένη πόλη.
Τίποτα δεν αρκεί πια
Πάντα πρέπει να είναι λίγο περισσότερο.
Να είμαι λίγο περισσότερο.
Το νεκρό σου σώμα στο πάτωμα.
It excites me.
Τα γυμνά σημάδια πάνω μου.
Τίποτα δικό σου.

6.7.08

Μαθητές ποιητικής


['Η πως να γράφετε καλαίσθητα ψέματα]



Οι άνθρωποι των ανταλλαγών
με τα ξεθωριασμένα
T-shirt.
Θα θέλανε να είχανε μάτια
που μέσα τους να κυλάνε
γαλάζια δάκρυα,
μα γεννήθηκαν σε λάθος γένος.
Μεθυσμένες σκιές,
όταν γυρίζει η πόλη γρηγορότερα
και τα φώτα κάνουν έρωτα μεταξύ τους,
κρατιούνται από τον ώμο
και σιγοτραγουδούν.

Μάσκες και
ψεύτικα λόγια κυλάνε
ανάμεσα στα γόνατα τους.
Έχει ζέστη,
στα μέσα του καλοκαιριού,
και τραγουδάνε τον αρχαίο παλμό.
Η τέχνη τους,
δημιουργεί παραισθήσεις.
Ιδρώνουν οι τοίχοι.
Μισή μερίδα θλίψη,
μισή απαξίωση
και κάτω απ' το τραπέζι
μισή ειλικρίνεια.

Πόσο ψεύτες.
Φοβισμένες λέξεις η ποίηση
σαν mixed tape.
Από αμέτρητα στενάκια
και νοήματα
να σχηματίσεις εικόνα είναι
δυσκολότερο.

Φωνήεντα παραλείπονται,
ανοίγουν πληγές
και εγω σκίζω σελίδες.
Μην τις ζητήσεις πίσω,
παρακαλώ.

Πλάθουν τέχνη πλάθω λόγο
ζωγραφίζω έρωτα
και είναι όλα,
όμορφα,
Σκουπίδια.

3.7.08

επείγοντα περιστατικά


Ο σωλήνας ξεκινά
από ένα μπαλόνι
με μαγικά φίλτρα
και καταλήγει στην άχρηστη
πλευρά της παλάμης.
Μετράς τις σταγόνες σαν προσευχές
και αυτές, αχάριστες, σκάνε,
μικρές εκρήξεις, στο χέρι σου.
Είτε κρέμονται είτε ταράζουν την επιφάνεια.
Πάλι δυαδικοί αριθμοί.
1 ή 0.
Δεν υπάρχει τρίτη επιλογή.


Η νοσηλεύτρια αλλάζει ορούς κάθε 12 ώρες.
Το δέρμα φαντάζεσαι πως συγκρατεί
Νερό
και νευρικές απολήξεις.
"Μην τραβάτε τα σωληνάκια κύριε,
θα σας ξανατρυπήσουμε"
Καλά σου λένε.
Αν σε τρυπήσουν θα ξεφουσκώσεις σαν νερομπάλονο.
Μην το ρισκάρεις.

Στέκεται από πάνω σου σαν
άγγελος δίχως φτερά ή βουβό πρόσωπο
σε ιατρικό σίριαλ
και σε σκεπάζει με το άσπρο σεντόνι.
Η πόλη κρέμεται από αόρατα σχοινιά.
Τα τζάμια ζωγραφίζονται μπορντό
και νυχτώνει.
Φορεία με κόκκινες πιτσιλιές
σειρήνες,τηλεόραση,σκόρπιοι ιατρικοί όροι.

Ορίστε λοιπόν!
Θαυμάστε
την Πόλη του φωτός και του Δράματος.
Σε αυτή την πτέρυγα,
Όλοι,
πονάμε και δακρύζουμε
Ιδανικά.

Δωμάτιο 616



Μοιάζει με σαπουνόφουσκα.
Αιωρείται,
λίγο πάνω από την επιφάνεια,
στον έκτο όροφο.
"Θα σκάσει!"
φωνάζει το ενθουσιώδες κοινό.
Μα συνεχίζει να αιωρείται,
σαν στρογγυλό γυάλινο κλουβί
με συντροφιά άλλες φούσκες.
Καμία δεν συγκρούεται με το έδαφος.
(Σχεδόν).
Όποια το κάνει αφήνει λίγο νερό εκεί που έπεσε.
Εξατμίζεται και την ξεχνάμε.
Καταραμένη ζέστη.


Αχτίδες το γυμνώνουν
με τον πιο φρικτό τρόπο.
Βάφουν με πορτοκαλί αίμα
τον απέναντι τοίχο.
Είτε οι κουρτίνες είναι
τραβηγμένες, είτε όχι,
μικρή η διαφορά.

Έχει και απέραντες γραμμές στο
σχεδόν ολοστρόγγυλο ταβάνι.
Μα δεν περιγράφουν ιστορίες
(Το γνωρίζεις γιατι πήρες τον χρόνο
σου στην μελέτη τους),
μα το χρονικό μιας ζάλης.
Σαν καλειδοσκόπιο.

Οι επιβάτες λένε
και καμία ιστορία
να κυλάνε οι ώρες.
Ο χρόνος στο 616,
Εφιαλτικά ακίνητος.