29.3.09

Ίσως και να ήμασταν.


Πεζόδρομος με σπασμένες
πλάκες,
στην μικρή γωνία της πόλης.
Κόκκινα σκαλοπάτια
που λικνίζονται
σε μια μυρωδιά οινοπνεύματος.
Και ζαλίζεται.
Και τα κάγκελα είναι σαν
φυλακή,
Ή ίσως και τα χείλια μου.
Χαρούμενοι κρατούμενοι,ρυθμός
και χορός στο άπειρο.
Δεν ήμασταν δυο,
όχι,
Ήμασταν περισσότεροι.

Άπλωσα τα χέρια μου,
σε μια μικρή ευχή που
κρεμόταν
στον αέρα από πράσινο σπάγκο.
Και της ψιθύρισα
κάτι,
λίγο.
Μου φάνηκε πως ήταν λίγο.
Ή τουλάχιστον δεν ήταν αρκετό.
Και ο καπνός έσπασε σε μικρά κομματάκια
και έπεσε στο
ξύλινο πάτωμα και πάνω σου.
Και σου χάραξε σημάδια,
λυπάμαι.

Αργότερα,
έτρεχα σε κάποιο στενό για να ξεφύγω,
από το Μέρος όπου θα ήθελα να είμαι.
και ήταν όλο ένα παράξενο
όνειρο,
χωρίς λογική.
Και δεν ταξίδευε κανένα "επειδή"
στο δέρμα μου, μονάχα
η ζαλάδα και ο πάγος.
Και δυο ξένοι ακριβώς σαν εμάς,
διάβαζαν πινακίδες
στο γνώριμο σημείο της πόλης.

Έπειτα,
μόνοι σε γεμάτο βαγόνι
ταξιδέψαμε άβολα
για 7 λεπτά.
Και επιπλεύσαμε πάνω σε μια ανηφόρα.
Αλλά και πάλι,
δεν ήμασταν δυο.

Σε άδειο δωμάτιο,
στην σκιά, ξαπλωμένοι μέσα στις νότες
και την αμφιβολία,
ήμασταν τρεις χιλιάδες σώματα και
μια αόριστα όμορφη Αλήθεια.
Και τότε
ίσως και να ήμασταν
απλώς

Ένα ή Δύο.

23.3.09

Η αφαιρετική μέθοδος.

Αρνούμαι να γράψω
μπορντό,
ποίηση.
Μα ίσως και
να μην υπάρχει άλλος τρόπος
για την περιγραφή της
έντονης πίεσης,
των δυο εκατοστών,
της μεταξύ μας απόστασης.
Το σώμα μου το έσυραν
στο δάπεδο του άθλιου διαμερίσματος.
Και κάποιες σταγόνες λερωμένο αίμα,
μαζί με στάχτες και οινόπνευμα,
κόλλησαν στο δέρμα μου.
Και 28 πλύσεις μετά δεν φεύγουν.
Δεν έφευγαν το ορκίζομαι.
Και έτσι έφυγα εγώ.

Αρνούμαι,αλήθεια,
γιατί έμαθα τις όμορφες να χαράζω
σε δέντρα,
Και τις άσχημες στιγμές να τις θάβω
στον Ήλιο.
Να με μαστιγώνουν μόνο το απομεσήμερο.
Στα δύο εκατοστά,
Εκείνος είναι ιδέες μαύρες ξεβαμμένες
και
τρομοκρατία.
Και εκείνη που απαρνήθηκε την
μίζερη ποίηση,
είναι το λερωμένο,ανεξίτηλα , σώμα,
στα δάχτυλα του.
Αυτά που την κρατούν και την
διώχνουν.
Έχει πληγές και μελανιές παντού,
στα γραπτά
του.
Εκείνη έχει,
παλλόμενες φλέβες και νεύρα,
στα πόδια καθώς τρέχει.
Φλόγες στο δρόμο.
Φωτιά.

Προσπάθησα, αλήθεια,
προσπάθησα.
Είναι σκληρό το σκηνικό,
απόψε απόγευμα,
στην μέση της πλατείας.
Και η ηθοποιοί,
Ανάμεσα στους καπνούς και τις φωνές,
Καταραμένοι στην ακινησία,
με σκισμένα ρούχα
και βλέμμα άδειο.
Καταδικασμένοι να ακούνε
την βελόνα να γρατζουνάει το
αγαπημένο τους
βινύλιο.
Κάποιος ας κάνει κάτι.
Κάτι,
για να μην χαθούν τα τραγούδια.
Πυροβόλησες τους άλλους και
Ανατίναξα τις αντιδράσεις τους.
Ποιος να κάνει τι;
Τώρα χάλασε ο δίσκος.
Ας χάλασε ο δίσκος.
Αρνούμαι,
να χαλάσω

την τρομακτικά όμορφη
συνέχεια.



16.3.09

E.



Αισθάνομαι την περίεργη λέξη
από ε.,
τις νύχτες που σε ψάχνω,
μέσα στο μαξιλάρι μου.

Και φαντάζομαι,
Απέραντες σειρές πολυκατοικιών να ξεδιπλώνονται,
ήρεμα,
ενώ χαϊδεύεις τον ορίζοντα με το δάχτυλο.
Είναι σαν μελωδία,
από εκείνες που δεν σου αφήνουν επιλογή:
Θα απλώσεις τα χέρια σου
και θα εμπιστευτείς,
τον αέρα.
Το πιάνο και η κιθάρα,
απόψε βράδυ, βρίσκονται σε τέλεια αρμονία.
Να χανόμαστε κάθε νύχτα,
στις μικρές αυθόρμητες κινήσεις μας,
στο άκουσμα του ρυθμού της,
σε παρακαλώ.
Με μισόκλειστα βλέφαρα,
γέρνεις το κεφάλι πίσω.
Η στιγμή,κατρακυλάει από το
μάγουλό σου,
μέσα στο ποτήρι με το ποτό,
που τοποθετήσαμε στο τραπεζάκι.
Και έπειτα,
έχω την γεύση της στα χείλια μου.

Πτήσεις,
πάνω από κάποια πόλη εναλλακτική,
κάποια που δεν θα άφηνες πίσω.
Μου μιλάς,ενώ προσπερνάμε ουρανοξύστες
και πάρκα με συντριβάνια.
Έπειτα,
Μαθαίνουμε χορό.
Βαλς στο τετραγωνάκι και να μετράμε,
1,2,3,4 σε ατελείωτη
επανάληψη.
Κινούμαστε σε κύκλους μέσα στην πανέμορφη
αίθουσα χορού. Παράθυρα στους τέσσερις τοίχους και
καθρέφτες.
Λίγο μετά τις
εφτά και μισή το βράδυ,η Πόλη ανάβει
τα φώτα. Και εμείς τα σβήνουμε.
Οι καθρέφτες αιχμαλωτίζουν όλη τη
Λάμψη του δρόμου.
Στάσου μπροστά στο τζάμι απόψε
μαζί μου
-Μην βιάζεσαι.
Στο δεξί σου χέρι το λιμάνι,
που εκπνέει αλμύρα,
στο βάθος και ευθεία,οι στέγες γίνονται λιβάδι
Και στο αριστερό,
τα βουνά αγγίζουν τα σύννεφα.
Και κάποια λίγα βράδια,
κατρακυλάνε αστέρια από την κορυφή,
στους πρόποδες.

Και τώρα, αυτή η όμορφη αγωνία,
επιπλέει στο δέρμα μου.
Να φύγουμε ή να μείνουμε;
(Μην απαντάς).
Και ξέρω ότι θα άκουγες την μελωδία
πίσω από τις λέξεις,
αν σου έλεγα πως
με κάθε βράδυ,
χαρίζεις λίγη ακόμη ελευθερία
στο μαξιλάρι μου.

8.3.09

Τότε τώρα.


Να σου μιλήσω για τότε,
που άνοιγαν οι θάλασσες;
Που μάζευες κομμάτια μου,
σαν κοχύλια στα χέρια.
Διάλογοι με συντροφιές παράξενες.
Και παντού φως.
Τι να σου πω
που αυτή τη στιγμή, την τραβηγμένη
στην άσφαλτο, θα την ομορφύνει;
Γιατί όταν είχες βρεθεί τότε,
στο σημείο όπου ήμουν,
οι λέξεις ήταν άπειρες.
Και μιλήσαμε για έρωτα.
Για τα σχήματα που παίρνουν τα σύννεφα.
Αλλά αυτό,
ήταν τότε.
Να σου μιλήσω τώρα για τι;
Κάπου στη μέση του μπλε
με απλωμένα σεντόνια
και μυρωδιά περγαμόντο,
έθαψα το αίμα μου.
Και τώρα καίει εκεί,
Κυλάει εκεί.
Και δεν ξέρω πως να σε κάνω
να με
νιώσεις.


Παράξενη αλλόκοτη να τριγυρνώ,
ανάμεσα σε παράξενες,
αλλόκοτες μέρες.
Και να σε ψάχνω.
Όχι τόσο από επιθυμία.
Περισσότερο από ανάγκη να σε ενημερώσω,για τα
Πράγματα.
Να σου μιλήσω για τις νύχτες που
έσπαγε ο ουρανός
και τα μπουκάλια ,άδειαζαν σταγόνες,
σε εμάς τους διψασμένους της πόλη τα καλοκαίρια
που έλειπες.
Όχι νερό.
Και αλήθεια, έχω και τώρα κάποιες φορές το
μικρό αίσθημα της δίψας.
Και άλλες...οι στάλες με πνίγουν.
Ασφυκτιώ.
Αλλά ξέχνα το.
Και απλώς μίλα μου
γιατί κουράστηκα.
ψιθύρισε.


Και συμβουλές,
δώσε μου.
Πες μου,
σε εκείνους,
ποιο από τα δυο χέρια μου να δώσω
τώρα;
Γιατί μου είναι πολύτιμα και τα δύο.
Και δεν σου φαίνεται και εσένα λιγάκι
παράλογο το αίτημα τους;
Και σε εσένα πες μου
τι να δώσω.
Πες μου τι ώρα είναι.
Να σου μιλήσω τώρα για τι;
Μίλα μου για τα
δευτερόλεπτα.

7.3.09

ρεωολουtιον.

Το άρωμα του δρόμου.
Ξαπλωμένοι στην άσφαλτο,
καλυμμένοι με σεντόνι.
Βαθιά αναπνοή,
αυτή τη στιγμή,
που όλα καίγονται.
Και
Εκπνέεις στο στόμα της.
Στην μέση του δωματίου,
με τα χέρια υψωμένα,
στροφές.
Ζαλάδα,
Όλα γίνονται διάφανα.
Ναι, αυτή είναι η αίσθηση.

Μου φάνηκε,
σαν να σε άκουσα,
χθες μέσα από το χάος της πόλης να
φωνάζεις.
Χείλη σαν βόμβες.
Και Οι λέξεις ήταν,
σε κομμάτια.
Δεν σε καταλαβαίνω!
Ξαναδοκίμασε.
Συναρπαστικές εικόνες σε συνέχεια.
Μια σχεδόν μελωδία,
σαν μισός έρωτας.

Αίμα και αρτηρίες στην παλάμη κρυμμένα.
Και χτυπάει,
σαν καρδιά.
Είναι μια μικρή
Καρδιά στην παλάμη σου.
Βλέπω τους σφυγμούς σου,
Να ξεφεύγουν από τα βλέφαρα.
Και είναι σαν πυροτέχνημα.
-Όχι.
Είναι κάτι μεγαλύτερο.
Σαν επανάσταση.
Ναι,
αυτή είναι η αίσθηση.



(photo by francesca woodman)

6.3.09

Πέρα και μακριά.



Σπάσε το πάτωμα,
με ένα εκπληκτικό άλμα.
Όπως θρυμματίζεις όλα τα όρια.
Πέρα από τον ήχο,
όλα είναι πανέμορφα.
Πήγαινε με πέρα και από
την εικόνα,
και εγώ,
θα έχω τις απαντήσεις.
Και σαν να μου ψιθυρίζει μια φωνή
Ζητάς πολλά.
Μα είμαι ο αστροναύτης στην πίσω αυλή του
με το μαραμένο χορτάρι ,που
στέκεται και κοιτάζει τον υπερήρωα να
σχίζει τον ουρανό.
Αβοήθητος.
Και μετά είναι και εκείνη η άλλη που
με κρατάει πάνω από τα
σύννεφα.
Και έχω αυτή τη μικρή
αγωνία,
να κυλάει μέσα στα δάχτυλα του
χεριού
και με τρομάζει.
Σαν να με σπρώχνει να γράψω
λίγα παραπάνω.

Και όχι πως δεν προσπάθησα να
είμαι κάτι άλλο.
Μα αυτοί οι μονόλογοι
είναι το μοναδικό μου δώρο.
Και τους τυλίγω σε όμορφα κουτιά
και τους δανείζω,
επ'αορίστω.

Δεν υπάρχει βιασύνη,
αλήθεια.
Ηρέμησε.
Αρκεί να περνούν οι μέρες,
με διαφορετικούς σεναριογράφους.
Η αλήθεια είναι ότι
οι ώρες είναι που φοβάμαι.
Και τόσο εύκολα φεύγουν με
Μία μυρωδιά που χωράει
στην τσέπη μου
και δυο λουλούδια για
το δρόμο.

Και εκείνη τη νύχτα στην μέση
του δρόμου,
είχα το μικρό όραμα
ενός ρολογιού που σπάει.
Μιας γαλαζοπράσινης μπάλας,
από μακριά.
Και ήμασταν,
πέρα από τον ήχο,
και λίγο,
πάνω από τις
εικόνες.

Τόσο απλά.

Είναι όπως εκείνες οι
μέρες
που αρχίζουν με
βροχή.
Είναι όπως τα λεωφορεία
που δεν περνάνε από
τη στάση.
Και το νερό που
περνάει μέσα από τις
μπότες σου.
Είναι σαν τις λέξεις
που επέμενες ότι εννοείς και
δεν τις δέχτηκαν για δικές σου.
Και είσαι,
τόσο βαθιά στην βρωμιά που
δεν συνειδητοποιείς την
Μεγάλη Αλλαγή.
Γιατί ο κόσμος γύρω σου,
όντως αλλάζει.
Όλα τώρα,
Γίνονται διαφορετικά.
Σαν να συγκεντρώνονται άπειρες στιγμές
σε αυτή,
στην Μία.
Και ο χρόνος σταματάει να είναι
γραμμικός ή κυκλικός-
όχι για τους άλλους μονάχα για εσένα.
Και για εσένα είναι άπειρες κουκκίδες
σκόνης που πετάνε γύρω από ένα
πυρήνα,
μέχρι να λειτουργήσει η βαρύτητα.
Και μετά η έκρηξη.
Μεγάλη,εκκωφαντική.
Δεν χρειάζονταν καπνοί και άλλα παρόμοια,
απλώς έτσι, για να τρομάζουν
οι υπόλοιποι.
Και ναι,

Είναι
μια από όλες εκείνες τις
μέρες
που αρχίζουν με βροχή,
που θα χάσεις το λεωφορείο,
που τίποτα δεν θα πάει σωστά.
Μπορεί, αλλά
Δεν κοιτάς ξεκάθαρα αγάπη μου.
Είναι,
δεν Είσαι.