30.11.12

Είδα το σώμα μου,


αερόστατο,
πάνω από νεκρή γη.
Στο δεξί μου χέρι καρφίτσα,
στ' αριστερό μπάλωμα.
Τους ζήτησα
να μου τα δέσουν πίσω απ' την πλάτη.
Είδα,
και εκείνους.
Να σ' ανοίγουν σαν ηλιοτρόπιο.
Να αφαιρούν χειρουργικά τον πυρήνα.
Να κλέβουν,
ό,τι είχες
φωτεινότερο.

Όταν τελείωσαν μαζί σου,
ξαπλωμένο σε κάποια εχθρική, για το δέρμα σου, επιφάνεια,
σ' έσπρωξαν ως το πίσω μέρος
ενός κακόγουστου δωματίου.
Τράβηξαν και τις κουρτίνες
(με κάθε επισημότητα).
Σε είδα,
να χαμογελάς πλατιά

και να μαραίνεσαι.
Αργά.


Τότε ήταν,
που απαίτησα να μου λύσουν τα χέρια.
Αρνήθηκαν κατηγορηματικά.
Μου είπαν,
πως έσφαλα.
Πως ξέχασα να σε χαρακτηρίσω,
απ' τους παράγοντες που σ' οδήγησαν εδώ.
Πως παρέλειψα να παρακολουθήσω την διάλεξη,
περί αμφισημίας του τέλους.
Πως στην ευτυχία ποντάρουν οι αδύναμοι.
Πως ήταν παράλογο να

τα

νιώθω

Όλα.


Και αυτό το τελευταίο,
ήταν σίγουρα το χειρότερο.
Οπωσδήποτε έσφαλα.
Βρέθηκα στο πιο βρώμικο μέρος,
στην πιο θλιβερή στιγμή του
και


έμεινα.




27.11.12

Ο καναπές.




Ήθελε να χάσει
και το επόμενο τραίνο,
μαζί μου.
Εγώ πάλι,
ήθελα να σβήσω τις ράγες
με μια φανταστική γόμα.
Ή να γίνω ένα με αυτές
(αλλά αυτά μου έχουν απαγορέψει να τα γράφω).
Και αυτό ήταν μοναχά ένα,


μα πόσα λάθη,
οδήγησαν σ'αυτή την άκρη;
Σ'αυτόν, ακριβώς, τον γκρεμό
και πέρα απ' αυτόν;
Και αν,
στο πρόσωπό μου
ήταν σχεδιασμένες άλλες γωνίες,
αν το χρώμα πίσω απ' τα βλέφαρά μου,
ήταν λιγάκι πιο ιδιαίτερο,
θα άλλαζε κάτι;
Αν δεν έβαφα τις μισές εκφράσεις,
στις αποχρώσεις της πρόκλησης;
Αν τα δάχτυλά μου δεν ήταν βουτηγμένα
στο κόκκινο;
Και αν νομίζω πως είναι,
ενώ τα 'χω δέσει αριστοτεχνικά
γύρω απ' τον λαιμό μου
και σφίγγω;
Και αν συνεχίσω να σφίγγω;

Αν παραβίαζα την πόρτα
που οδηγεί στην ταράτσα;
Αν κάλυπτα τις ευθύνες  με πίσσα και πούπουλα;
Αν έπαιζα τρεις περιουσίες
στα χαρτιά
και έχανα δυο;.
Αν σε πίστευα λίγο...

Και ο πρώτος βρισκόταν στην περιοχή Χ,καλυμμένος με άχαρα κίτρινα μαξιλάρια. Ο δεύτερος πάνω απ' το ποτάμι και πέρα απ' τις αντοχές μου. Ο τρίτος σ'ένα ιατρείο εκεί οπού ενώνονται οι δρόμοι, όλοι. Ο τέταρτος λίγο έξω απ' την πόλη, στον έκτο. Ο πέμπτος, ενώ περίμενα πως θα ναι εκεί, δεν ήταν. Και όπου και αν ξάπλωσα, ήμουν ασφαλής, γιατί με νανούριζαν με επιπλήξεις.
Τον δικό σου τον απέφυγα εξαρχής
(Μην με ρωτήσεις).


Και αν μεγαλώσω,
δεν θα χω κανέναν σπίτι μου.
Κανέναν.

Και αν δεν πνιγόμουν σ' εκείνο το δωμάτιο;
Και αν αυτό το ποίημα έβγαζε νόημα σ' εσένα,
θα αγόραζες έναν;
Μόνο και μόνο για να τον κάψουμε συμβολικά
και να πηδάμε από πάνω του...
Και εσύ θα γελούσες και εγώ,
θα ήμουν ελεύθερη.
Ή θα με έβαζες να καθίσω πλάι σου
και θα μου μιλούσες για την σημασία της
αποδοχής;


Γιατί το πρώτο θα ήταν ζωή. Γνήσια, ειλικρινής, αστεία, εκδικητική ζωή. Και δεν θα χρειαζόταν να περιμένω μόνη μου σε αποβάθρες πια. Το φαντάζεσαι; Και το δεύτερο θα ήταν θάνατος, αποφυγή, επιφανειακή ανάλυση. Και εγώ σόλο σε κάθε αλλαγή εποχών. Μονάδα. Ένα. Σε κύκλους με άλλους, τυχαίους, που δεν θα καταλάβαιναν ποτέ. Και το ξέρεις.



Και όταν έμενα,
έχανα.
Άκουσε:
Ποτέ δεν πίστεψα στο
αν
περισσότερο απ' ότι

Τώρα.

17.11.12

Οι πεσιμιστές εν ζωή, να σηκώσουν το δεξί τους χέρι

(Οι υπόλοιποι και τα δυο).

Και κάποια στιγμή,
όχι πολύ μακριά από τώρα,
κάποιος θα γυρίσει, αγανακτισμένος
και θα πει σε κάποιον άλλο
"Μα ας σταματήσει αυτό το πρώτο στάδιο πειραματισμού σε ποντίκια, επιτέλους.
Υπάρχουν 6.973.738.433 άνθρωποι"
Με την ανθρωπότητα,
στο τελευταίο στάδιο αποσύνθεσης
και επισήμως.

Τα του πολέμου και του έρωτα.

Χθες βράδυ,
τέσσερα ορεκτικά,
πέντε προσβολές,
έξι σταγόνες λιωμένο κερί στα καινούρια μου παπούτσια.
"Χαμογέλα, μικρή",
ψιθυρίζει ο γνωστός κάποιου γνωστού.
Την επόμενη μέρα,
ένας οδοντίατρος,
ένας ψυχοπαθής,
ένας αλκοολικός δικηγόρος
και εγώ
(μου υπενθυμίζουν συνέχεια να αναφέρω τον εαυτό μου τελευταίο),
σ'ένα κουρείο,
της περιοχής-φάντασμα.
Και δεν υπάρχει κανείς εκεί έξω.
Κανείς, πέρα από έξι χιλιάδες ένστολους,
σε στενό κλοιό,
γύρω απ'τον χώρο που μου χε απομείνει,
ν' αναπνέω.
Δεν χωράω.
Αυτή είναι η αίσθηση.
Οι δικοί μας, πάλι,
προσπαθούν σε μια θάλασσα πανό,
να πνίξουν την αποτυχία τους.
Με τραβάνε στον πάτο,
της επανάστασης.
Συνειδητοποιώ,
πως δεν θέλω να σκέφτομαι πια.
Εξάλλου, έκανα είκοσι μικρές εναλλακτικές σκέψεις
και με πρόδωσαν,
όλες.
Οπότε, απλώς συνεχίζω,
απομακρύνοντας το βήμα μου,
απ'το δικό τους.
Το τέλος της κίνησης,
θα 'ναι αναμφίβολα το τέλος μου.
Απλώς, συνεχίζω.
Ως το απόγευμα,
περπατάω τόσο αργά, που με σιχαίνεται η βαρύτητα.
Με εγκαταλείπει, το νιώθω
(τελευταία,
με τρέφουν αποκλειστικά με υπερρεαλισμό,
οπότε δεν αγχώνομαι:
θα πετάξω, είναι σίγουρο).
Αργά το βράδυ,
κάποιος απελπισμένος,
με ρωτά για τα δεδουλευμένα του.
Μου ζητάει πιθανότητες.
Και εγώ,
κρύβω το βλέμμα πίσω από μπούκλες ατίθασες
και δυο μικρά χέρια
και υποκρίνομαι πως δεν έχω ακόμα την γνώση
(δεν θα δολοφονήσω καμία ελπίδα σήμερα).
Αυτός, πάλι,
στρέφει το δικό του προς το έδαφος και δακρύζει.
Όχι.
Δεν την έχω,
σε καμία περίπτωση.
Και ακόμα ψάχνω,
εκείνη την γωνία,
να σταθώ και να ουρλιάξω,
μέχρις ότου να σκοτωθεί ο απόηχος.
Το δίκιο σου, το δίκιο μου,
την λογική τους
-τα σκότωσαν όλα.
Είμαι εύφλεκτη.
Αυτή είναι η αίσθηση.

12.11.12

Ηλιοθεραπεία.

Δώδεκα το μεσημέρι,
ξαπλωμένη στα μεγάλα μπαλκόνια του κόσμου,
 αλλάζω χρώματα.

Προσπάθεια διαρκής,
για το σκουρότερο.
Πορεία,
προς το βαθύτερο.
Τώρα,
 Στις άκρες των δαχτύλων μου,
στηρίζομαι.
Κόντρα στ' απέραντο, το γυμνό,
τ' ανεξάντλητο.
 Έπειτα,
χάνω την ισορροπία μου
και πέφτω.
Πέφτω.
Ότι γνώριζα απ' το χώμα
το κάτω μου,
βουτηγμένο σε αλμύρα και
ψέμματα.
Φοβάμαι μην-
Και πέφτω.
Πέφτω.
Και θα πετάξω,

προφάσεις στον καναπέ και καλοκαιρινά ρούχα,
σαν να κάναν οι συλλαβές οι πρωτόγονες,
έρωτα.

Δυο το μεσημέρι,
στην μέση του μώλου,
στις άκρες των δαχτύλων μου,
ισορροπώ.
Απλώνω και τα χέρια
και αγγίζω τους ορίζοντες,
όσους μου δάνεισαν,
όλους.
Και
τώρα, θέλω να γεμίσω εγώ,
τ' αόρατο, τ' άχρωμο,
με πείσματα του δέρματος παράξενα.
Ν' αλλάξει και
ν' αλλάξω.
Και άλλαξα όντως,

περιτύλιγμα. Και αυτό πάλι,
εν μέρει. Γιατί,
τα σημεία που αγγίζω τις νύχτες,
που βλέπεις μοναχα εσύ και οι καθρέφτες μου,
λευκά.

Λευκά,

σαν

το

γάλα.



Νοέμβρης. Και ο ήλιος κάθε μέρα λιγότερος, όλο και λιγότερος και εγώ όλο και πιο διάφανη. Ελαφρύτερη, όλο ελαφρύτερη. Και αν συνεχίσει την πορεία του αυτή, θα μικραίνω και θα μικραίνω. Θα είμαι τόσο, λίγη. Μέχρι που δεν θα είμαι. Και θα παρακολουθούν τον χαμό αυτό όλοι αμέτοχοι, ίσως και ενθουσιασμένοι, γιατί ποιος δεν θα θελε να ακούσει τον ήχο που παράγει μια πορσελάνινη κούκλα, την στιγμή που έρχεται αντιμέτωπη με την πραγματική ζωή και το πάτωμα;

(Φοβάμαι λίγο, πήγαινέ με κάπου όμορφα).

10.11.12

Τα πρώτα βήματα.

Στέκεται γυμνή στην μέση της κουζίνας και κραδαίνει 3 κόλλες χαρτί Α4 στον αέρα.
Του φωνάζει "ΚΟΊΤΑ ΤΙ ΚΆΝΕΙΣ".
Αν ξεγεννάς τέτοιες λέξεις από άλλους, μωρό μου, σπέρνεις τον θάνατο.
Έναν θάνατο με ανάσα, τέσσερα μέλη και ένα κεφάλι.
Αυτό ήθελες;

Γιατί ό, τι και να ήθελες, αυτό μ' έκανες:
Είναι σαν να στέκεσαι στην μεσαία λωρίδα,
με την πλάτη προς την κίνηση.
Σαν να παραδίνεσαι,
ατελείωτα.
Είσαι η ασυνέχεια.
Τα όμορφα χείλη,
με τις μικρές πατούσες
και τις ιδέες τις τεράστιες.
Το σφάλμα τους στο 2+2=5.

Και κράτα αυτές τις σελίδες σφιχτά.
Ήταν ο τελευταίος μικρός μου θάνατος.
Τώρα,
μαθαίνω να περπατώ,
από την αρχή.
Πρώτα το αριστερό,
μετά το δεξί,
πάντα.


Τα πέλματά μου,
μαλακά πάνω στο έδαφος.
Κάθε σχισμή, που ανοίγουν πέτρες
και άλλα επιθετικά,
παράσημα.
Και φορώ ένα χαμόγελο,
από δυο χείλη τεράστια.
Φράουλες.
Και οι άσπρες πέρλες,
οι μέχρι χθες κρυμμένες πίσω τους,
τώρα,
σε πλήρη προβολή.

Μαθαίνω να χορεύω,
απουσία φωτός.
Η πρώτη περιστροφή,
γύρω απ' τον εαυτό μου,
μεθυστική.
Με γεύση...
σαν από brandy.

Κλείνω πόρτες,
πίσω μου.
Τα πρώτα δυο-τρία πετάλια,
με ωθούν έξι μέτρα,
πέρα από εκείνους.
Και στα επόμενα τρία,
τα πόδια μου γίνονται η προέκταση,
ενός σκελετού και δυο τροχών,
παντοδύναμων.
Στα 20 χιλιόμετρα,
υποβάλλω αίτηση για την εξαργύρωση της ελευθερίας μου,
σε χώμα και
άσφαλτο.

Μαθαίνω ανάγνωση,
από την αρχή.
Συμμετρίες των προτάσεων,
βαρύτητα λέξεων.
Ζωγραφίζω χαρακτήρες.
Νιώθω το χέρι να κυλάει στο χαρτί,
ελεύθερα.
Παρατηρώ καθώς αυτό απορροφά το μελάνι.

Μαθαίνω,
να νιώθω
κάθε
άγγιγμα.
Να κλειδώνω,
ένα σώμα σε ένα άλλο.
Και σφίγγω στην παλάμη μου,
τον αντίχειρα τον δικό του,
γιατί το σώμα μου σταμάτησε να υπακούει στην βαρύτητα,
απ' την πρώτη στιγμή.
Του σφίγγω το χέρι.


"Να περιμένεις.
Πάντοτε για Κάποιον.
Όχι, κάτι."
Να μην περιμένεις την άφιξη του χρόνου,
Εκεί.
Να τον κουβαλάς στην πλάτη σου.
(Κρατώντας χέρια, τα φορτία γίνονται ανάλαφρα).

Διδάσκομαι,
τον πόνο της συνέπειας.
Τα τραγικά ελαττώματα της ανθρώπινης φύσης.
Την ανεπάρκεια,
του σώματος.
Μετράω χιλιόμετρο και δάκρυ.
Σύνολο,
63.
Μετράω ξανά και ξανά.
Όνειρα, που λιθοβολήθηκαν,
σε πλατείες.
Ελπίδες, που πνίγηκαν,
σε άδειες κούπες.
Πούπουλα, που απορρόφησαν τον ήχο
και μ' άφησαν εδώ με την σιωπή μου
και τρεις κηρομπογιές.
Και έπειτα είναι και το αίμα. Οι σταγόνες, όλες.
Καθαρό,κόκκινο

αίμα.

Από αυτό που τρέχει στις φλέβες,
όσων
-ξέχνα το.

"Αν ξεγεννάς τέτοιες λέξεις από άλλους, μωρό μου, σπέρνεις τον θάνατο...".
Και τα πλήθη, μέσα μου να ουρλιάζουν
"ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΣΟΥ.
ΟΛΟ
ΔΙΚΟ ΣΟΥ".

Η μεγάλη έξοδος.

Οι δρόμοι άδειαζαν,
οι κάδοι γέμιζαν,
η πόλη έζεχνε
(περισσότερο απ' ότι συνήθως),
τα περιτυλίγματα κινούνταν νωχελικά
πάνω στα λασπόνερα,
έκανε κρύο
και εγώ

σε έχανα.
Σ ' έχανα και αδιαφορούσα.
Οι κατηγορίες σου γίνονται δάχτυλα,
γύρω απ' τον λαιμό μου.
Και για τα σημάδια;
Αδιαφορώ. Δεν με πονάς πια καθόλου.
Είμαι άυλη.

Μπορείς να με φαντάζεσαι,
σαν τα σύρματα που παράγουν μόνο παράσιτα,
ή και κανέναν απολύτως ήχο.
Να με παρατηρείς,
ανάμεσα σε φορέματα που ανεμίζουν,
όσα μικρά καλοκαίρια ακολουθήσουν.
Να γεννιέμαι από χώμα
και να ξεψυχώ  δίχως νερό,
σε κάποια άκρη,
κάπου.
Να χάνω μέλη,
κάθε ανατολή
και να αναπλάθομαι
ως την δύση.
Καλύτερη.
Κάθε φορά, καλύτερη.
Και αυτό, όχι απ' όλους,
μα απ' εσένα.
(Η καλύτερή μου αλήθεια ,
πονάει πιότερο, απ' την χειρότερή σου εξαπάτηση
και αυτό, εσένα, πιότερο ακόμα.
Είσαι γυμνός.
Ολόγυμνος,
τώρα.
Κρυώνεις;
Πες μου ).


Μπορώ να σου λείπω,
σαν εφιάλτης μετά από μήνα,
ονείρων απουσία.
Να με μαθαίνεις,
μέσα από ερμηνείες που επιδέχθηκαν οι λέξεις μου,
τρία φυσικά πρόσωπα μετά την δήλωση,
την αρχική,
την όποια.

Και
οι δρόμοι γέμιζαν,
οι κάδοι φλέγονταν,
η πόλη με τρόμαζε
(περισσότερο απ' ότι συνήθως),
και εγώ συνάντησα κάποιον κοινό γνωστό.
Με πληροφόρησε πως είσαι
καλά.
Αλίμονο...
Πως σπαταλάς μέρες
και όμορφα πρόσωπα,
όπως πάντοτε.
Πως άλλαξες.
Διαβάζεις, περισσότερο.
Ερωτεύεσαι, καλύτερα.

Τι ψεύτης...
Ψεύτης ή ανόητος;
Και ενώ τα χείλη του κινούνταν,
σας φανταζόμουν σαν τον ανόητο και τον ψεύτη,
στην ζωγραφιά ενός πεντάχρονου,
με τα αντίστοιχα βελάκια.
Και εσύ ήσουν ο ψεύτης,
εσύ και ο ανόητος.
Ήσασταν ένας.
Ο ίδιος ένας,
παντού.
(Είσαι μόνος.
Τόσο μόνος,
τώρα.
Πονάει;
Πες μου).

Και
οι δρόμοι έσκαγαν,
οι κάδοι έλιωναν
η πόλη ούρλιαζε
(πιο δυνατά απ' ότι συνήθως),
και εσύ,

μ' έχανες.
Που, ακριβώς, χτυπάει ο πόνος της απώλειας;
Πες μου.