
Μπορείς να υποκρίνεσαι πως
δεν είναι καν εκεί.
Όπως κάνεις με εκείνους
τους μικρούς πόνους
που έρχονται και φεύγουν
όταν κλείνεις την πόρτα πίσω σου.
Και οι συλλαβές καρφώνονται σαν
μαχαίρια στο ξύλο.
Αλλά εσύ βρίσκεσαι στην ασφαλή πλευρά.
Κάποια στιγμή,
Συνειδητοποιείς πως δεν σε νοιάζει.
Είναι σαν εκείνο το βιβλίο το δανεικό.
Σου γλίστρησε από τα γόνατά σου,
το απόγευμα που καθόσουν
στην προβλήτα και έπεσε στην θάλασσα.
Παλαιότερα θα σε πείραζε μα,
Μοναχά σε ενόχλησε που έχασες την σελίδα.
Είναι μια μικρή ζημιά αυτή.
Στροφή στον τρόπο σκέψης σου,
που πήρε το δικό τους τιμόνι.
Είναι και εκείνα τα πρωινά που
οι φράσεις τους φεύγουν σαν στρόβιλοι από
τα τοιχώματα της κούπας με τον καφέ.
Και μηχανικά τον ανακατεύεις με ένα
κουταλάκι,
ενώ δεν έχεις βάλει ζάχαρη.
Απλώς για να σιγουρευτείς
ότι θα εξαφανιστούν.
Και σωπαίνουν για λίγο.
Και φαντάζεσαι πως καταλήγουν κάπου όλες οι
σελίδες από τα βιβλία που έχασες και
τα μικρά κουταλάκια
και τα στιλέτα που σφηνώθηκαν στις κλειστές πόρτες.
Και γίνονται ένας μεγάλος σωρός.
Και ξεχνιούνται στην γη των χαμένων αντικειμένων.
Πέρα και μακριά.
Και σήμερα το βράδυ θα κοιμηθείς ήρεμα,
επειδή μοιάζει σαν να μην συνέβη τίποτα
Σαν κεράσια να κύλησαν
σε μια μικρή λιμνούλα
από αίμα.






