Μόνο ένα σεντόνι,
να τυλίξει το δέρμα,
να μην καεί,
όχι πάλι,
από τις στάχτες.
Ένα δωμάτιο,
γεμάτο
ανθρώπους
(τους φάνηκε)
και αρκετό θόρυβο.
Τοίχοι με γεύση,
μα
δίχως άρωμα.
Κάποια ταινία,
που έχουν περάσει από
πάνω της,
τρεις χιλιάδες μάτια,
σε προβολή,
ιδιωτική.
Μόνο ένα σεντόνι,
να τυλίξει την
αμφιβολιά,
μα όχι τα άκρα του σώματος.
Άφησέ τα,
να καίγονται.
Γυμνά,
σαν όνειρο.
Τα περισσότερα από αυτά,
ήταν στην φαντασία τους.
Γιατί,
σε αυτό το δωμάτιο,
αυτή τη στιγμή,
υπάρχουν μονο δυο
και τίποτα άλλο.
Η ταινία τελείωσε,
δεν υπάρχει θόρυβος,
δεν υπάρχει
ούτε μια εικόνα του παράξενου κόσμου,
να στέκεται περήφανα μπροστά τους.
Όχι πάλι,
είχε ψιθυρίσει.
Και έπειτα,
ας καώ,
σκέφτηκε.
Εκείνος,
με ορθάνοιχτα μάτια,
βλέπεί τώρα.
Την απέραντη γη
και το νερό,
όλα τα
μπορεί,
που θα μπορούσαν,
να είναι.
(αλλά δεν είναι).
Όλα,
μέσα από τα χέρια
και τα πόδια της, που πατάνε στις στάχτες.
Για εκείνον
είναι,
διάφανη.
24.8.09
20.8.09
Semi-innocent.

Παράξενα πτώματα,
πλησίασαν την ακτή,
έναν Αύγουστο.
Αυτόν, τον μικρό,
Αύγουστο.
Tα παρακολουθούσαμε,
καθώς τα παρέσερνε το ρεύμα
από τα ανοικτά, προς την άμμο και
το βότσαλο
της παραλίας.
Ήταν,
Καράβια με ανοιχτά πανιά
και ένα ελαφρύ άρωμα
αλατισμένης ζωής.
Σας τρόμαξε η όψη τους
Εμένα,
όχι.
Το χειρότερο, για εμένα, δεν βρίσκεται παρά
κάτω από την επιφάνεια.
Είναι οι
αγκαλιασμένες με τα φύκια,
υποθέσεις και ενδείξεις.
Αυτές,
αποτυπώνουν το έγκλημα,
εξαίσια.
Δεν παρατήρησαν καλά τους
επισκέπτες,
ευτυχώς,
οι άνθρωποι του χωριού.
Τους σκέπασαν με
άσπρα πανιά
και απορία.
Στάθηκα από πάνω τους,
για λίγο.
Ο ένας ήταν μεσήλικας,
οι μέρες που γλίστρησαν
από τα χέρια μου.
Ο άλλος,ο σκληρός εργοδότης.
Με εξανάγκαζε να κατασκευάζω
δικαιολογίες
την μία μετά
την άλλη.
Ήταν και ένα πρόσωπο ακόμη,
που είχε κάνει μια μαγευτική
εμφάνιση, σε κάποιο όνειρό μου.
Έτσι μου φάνηκε.
Δεν ήταν εύκολο.
Με κάποιο μακροβούτι,
τα στοιχεία,
θάφτηκαν στο βυθό.
Είναι μια απόφαση.
Είτε βυθίζεσαι μαζί τους,
είτε σκοτώνεις τις επιθυμίες,
κολυμπάς με απλωτές,
τεράστιες, προς κάποια φιλική ακτή
και δεν γυρίζεις,
ποτέ, πίσω.
Αν γύριζα έστω για μια
στιγμή,
πίσω,
θα έχανα.
Στο μυαλό μου,
τώρα,
στροβιλίζονται τα
Πούπουλα από όλα
τα άβολα μαξιλάρια.
Οι λεπτές γραμμές,
από σκόνη και φως που αφήνει
στον κήπο με τις μηλιές,
ο Ήλιος.
Τις φαντάζομαι να ανοίγουν
τρύπες στο γρασίδι
και το χώμα.
Τόσο,
υποθέτω πονάει η αλήθεια.
Τυλιγμένη σε ένα σεντόνι,
αυτόν, τον μικρό Αύγουστο,
να παίρνω βαθιές αναπνοές.
Να ανασταίνω τους νεκρούς μου
για να ισορροπώ.
Αν γύριζα πίσω,
θα έχανα.
Θα έχανα,
σε κάθε περίπτωση.
19.6.09
Παιχνίδια ριψοκίνδυνα.
Έσπρωξες την πάνινη κούκλα,
που έραψες,
στο νερό.
Παρατήρησες απολήξεις νεύρων να
ζωγραφίζονται σε όλο της το σώμα.
Πνεύμονες να γεμίζουν με αέρα και
μέλη να δημιουργούν κίνηση.
Το θαύμα της γέννησης.
Και τώρα,
Μέτρα τις απλωτές.
Δύο,
για τη συγνώμη και το βάρος της καθώς
βυθίζεται.
Μια,για τις φορές που ήταν μοναχά
ο καθρέφτης.
Πέντε,για τις ευχές
και το λάθος.
Παρατήρησε την, ξαπλωμένη
στο γρασίδι, στην μέση του
πανέμορφου κήπου με τα φρούτα.
Μέλισσες γύρω της.
Μην της λες τίποτα.
Εφτά απλωτές,
για ένα κεντρί,χωρίς προειδοποίηση.
Πίσω από τις
σελίδες βιβλίων με σκληρά εξώφυλλα,
που της χάρισες,
γυρίζει τον κόσμο.
Και οι τοίχοι της,τρισδιάστατοι χάρτες
για ταξίδια
σε χώρες.
Όνειρα σε μαξιλάρια, καράβια.
Σκίζεις πανιά.
Μαχαίρια στις πόρτες,
περισσότερα.
Τσιμπήματα που καίνε, στον Παράδεισο.
Κάτι, στα ρεύματα αέρα
που χτυπάνε τα μάγουλά της,
είναι λάθος.
Και μερικές μέρες,
στα χέρια της,
νομίζει πως βλέπει ραφές.
Σαν να είναι παιχνίδι σε ράφι.
Επαναπροσδιορίζεις,
συνέχεια,
κάθε έννοια.
895 απλωτές προς την αντίθετη κατεύθυνση,
για την εκρηκτική εμπειρία της μάθησης.
Εφιάλτης σε γλυκό περιτύλιγμα.
7 απλωτές για τον εφιάλτη
της αναπνοής.
Ήταν,
ωστόσο,
συναρπαστικό.
Όχι.
Δεν μπορεί να πει,
πως ποτέ δεν της χάρισες τίποτα.
που έραψες,
στο νερό.
Παρατήρησες απολήξεις νεύρων να
ζωγραφίζονται σε όλο της το σώμα.
Πνεύμονες να γεμίζουν με αέρα και
μέλη να δημιουργούν κίνηση.
Το θαύμα της γέννησης.
Και τώρα,
Μέτρα τις απλωτές.
Δύο,
για τη συγνώμη και το βάρος της καθώς
βυθίζεται.
Μια,για τις φορές που ήταν μοναχά
ο καθρέφτης.
Πέντε,για τις ευχές
και το λάθος.
Παρατήρησε την, ξαπλωμένη
στο γρασίδι, στην μέση του
πανέμορφου κήπου με τα φρούτα.
Μέλισσες γύρω της.
Μην της λες τίποτα.
Εφτά απλωτές,
για ένα κεντρί,χωρίς προειδοποίηση.
Πίσω από τις
σελίδες βιβλίων με σκληρά εξώφυλλα,
που της χάρισες,
γυρίζει τον κόσμο.
Και οι τοίχοι της,τρισδιάστατοι χάρτες
για ταξίδια
σε χώρες.
Όνειρα σε μαξιλάρια, καράβια.
Σκίζεις πανιά.
Μαχαίρια στις πόρτες,
περισσότερα.
Τσιμπήματα που καίνε, στον Παράδεισο.
Κάτι, στα ρεύματα αέρα
που χτυπάνε τα μάγουλά της,
είναι λάθος.
Και μερικές μέρες,
στα χέρια της,
νομίζει πως βλέπει ραφές.
Σαν να είναι παιχνίδι σε ράφι.
Επαναπροσδιορίζεις,
συνέχεια,
κάθε έννοια.
895 απλωτές προς την αντίθετη κατεύθυνση,
για την εκρηκτική εμπειρία της μάθησης.
Εφιάλτης σε γλυκό περιτύλιγμα.
7 απλωτές για τον εφιάλτη
της αναπνοής.
Ήταν,
ωστόσο,
συναρπαστικό.
Όχι.
Δεν μπορεί να πει,
πως ποτέ δεν της χάρισες τίποτα.
8.6.09
Διαβάζοντας σημάδια.

1.
Τις ίδιες μάσκες φοράμε,
τα ίδια φορέματα,
τρεις Αυγούστους μετά.
Τίποτα δεν άλλαξε.
Μάθαμε να ανακυκλώνουμε
καλοκαίρια.
Αυτά,
έμαθαν να γράφουν, ένα ξημέρωμα,
πάνω από την μικρή πόλη.
Έκτοτε, μας αφήνουν σημάδια,
ασταμάτητα.
Λέξεις σε τοίχους,
τραγούδια σε θαλάσσια ρεύματα
και αντιδράσεις
στο κενό.
Ακόμη,
μουντζούρες στο δέρμα.
Εγώ,
δεν σταμάτησα να σας αναζητώ,
στα μικρά αυτά σημάδια.
Μαζεύαμε τα απογεύματα,
από το δρόμο με τις λεμονιές.
Τα κρύβαμε σε τσάντες και βαλίτσες
και τον Οκτώβρη τα απλώναμε
πάνω στα πεσμένα φύλλα της Πόλης.
Τα μεσημέρια,
ήταν ίδια παντού.
Παραμελημένα,έφευγαν τα λεπτά.
Κάποιος ισχυριζόταν πως ξοδεύουν χρόνο και
αρώματα και εγώ,
τα περιφρονούσα.
Τα βράδια,
κάποιες φορές χιόνιζε και άλλες
με πέδιλα περπατούσαμε σε λιβάδια με
χαμομήλι.
Τρέχαμε στην ατέλειωτη κατηφόρα,
με την δύση του Ηλίου.
Τα χέρια ανοιγμένα και νόμιζα πως θα πετάξω αν
μ' αφήνατε
Και έτσι έμαθα να κρατάω χέρια.
2.
Και αν μοιραστώ τώρα,μαζί σου,
τις εικόνες, που μοναχά εγώ βλέπω,
πίσω από τις στιγμές μας,
θα αγαπήσεις τις σκέψεις μου,
φοβάμαι.
Και εγώ,
θα ξεχαστώ.
Λοιπόν,
νιώθω το ξυπόλυτο βήμα,
των παιδιών στην προβλήτα.
Τον ήχο που αφήνουν τα βότσαλα
που χτυπούν το νερό.
Νιώθω τα πάνινά μας παπούτσια,
πάνω στο κόκκινο χώμα.
Τα μαλλιά που λαμπυρίζουν στον Ήλιο,
και το βλέμμα που μπλέχτηκε,
στιγμιαία,
ανάμεσά τους.
Και ήμασταν,
όλοι,
υπέροχοι.
Ένα καλοκαίρι,τρενάκι χορεύαμε,
παιδιά, με τους μάγους και τις
πυγολαμπίδες.
Δυο Ιούλιους με φωνάζανε Ζωή.
Αμέτρητους χειμώνες,
μάθαμε να μεγαλώνουμε.
Να μεγαλώνουμε και να
αναζητούμε τα μικρά
σημάδια.
Και όμως είσαι, ακόμα,
τα πάνινα
παπούτσια και είναι
τα χέρια στους δρόμους.
Και τίποτα δεν άλλαξε.
τα ίδια φορέματα,
τρεις Αυγούστους μετά.
Τίποτα δεν άλλαξε.
Μάθαμε να ανακυκλώνουμε
καλοκαίρια.
Αυτά,
έμαθαν να γράφουν, ένα ξημέρωμα,
πάνω από την μικρή πόλη.
Έκτοτε, μας αφήνουν σημάδια,
ασταμάτητα.
Λέξεις σε τοίχους,
τραγούδια σε θαλάσσια ρεύματα
και αντιδράσεις
στο κενό.
Ακόμη,
μουντζούρες στο δέρμα.
Εγώ,
δεν σταμάτησα να σας αναζητώ,
στα μικρά αυτά σημάδια.
Μαζεύαμε τα απογεύματα,
από το δρόμο με τις λεμονιές.
Τα κρύβαμε σε τσάντες και βαλίτσες
και τον Οκτώβρη τα απλώναμε
πάνω στα πεσμένα φύλλα της Πόλης.
Τα μεσημέρια,
ήταν ίδια παντού.
Παραμελημένα,έφευγαν τα λεπτά.
Κάποιος ισχυριζόταν πως ξοδεύουν χρόνο και
αρώματα και εγώ,
τα περιφρονούσα.
Τα βράδια,
κάποιες φορές χιόνιζε και άλλες
με πέδιλα περπατούσαμε σε λιβάδια με
χαμομήλι.
Τρέχαμε στην ατέλειωτη κατηφόρα,
με την δύση του Ηλίου.
Τα χέρια ανοιγμένα και νόμιζα πως θα πετάξω αν
μ' αφήνατε
Και έτσι έμαθα να κρατάω χέρια.
2.
Και αν μοιραστώ τώρα,μαζί σου,
τις εικόνες, που μοναχά εγώ βλέπω,
πίσω από τις στιγμές μας,
θα αγαπήσεις τις σκέψεις μου,
φοβάμαι.
Και εγώ,
θα ξεχαστώ.
Λοιπόν,
νιώθω το ξυπόλυτο βήμα,
των παιδιών στην προβλήτα.
Τον ήχο που αφήνουν τα βότσαλα
που χτυπούν το νερό.
Νιώθω τα πάνινά μας παπούτσια,
πάνω στο κόκκινο χώμα.
Τα μαλλιά που λαμπυρίζουν στον Ήλιο,
και το βλέμμα που μπλέχτηκε,
στιγμιαία,
ανάμεσά τους.
Και ήμασταν,
όλοι,
υπέροχοι.
Ένα καλοκαίρι,τρενάκι χορεύαμε,
παιδιά, με τους μάγους και τις
πυγολαμπίδες.
Δυο Ιούλιους με φωνάζανε Ζωή.
Αμέτρητους χειμώνες,
μάθαμε να μεγαλώνουμε.
Να μεγαλώνουμε και να
αναζητούμε τα μικρά
σημάδια.
Και όμως είσαι, ακόμα,
τα πάνινα
παπούτσια και είναι
τα χέρια στους δρόμους.
Και τίποτα δεν άλλαξε.
21.5.09
Άλλαξε.

Μόλις αρχίσαμε.
Και όμως ήταν 3 αιώνες πριν,
που θύμιζες άνοιξη και άγχος.
Υπεροπτικά χρώματα
και το ριγέ χαμόγελο.
Μου θυμίζεις,
την χειρότερη εποχή.
Το φόρεσα και εγώ αυτό το χαμόγελο,
είναι αλήθεια,
μα σαν να μην μου ταίριαζε.
Προσπάθησα ωστόσο.
Προσπάθησα επίσης,
να φύγω.
Εκείνη τη νύχτα ήσουν στο κέντρο
των πολύχρωμων κεριών,
στεκόσουν στην μέση της μελωδίας.
Υπέροχο φύλλο στον άνεμο,
να σε τυλίγουν φλόγες.
Σαν παλιός, γνωστός και αγαπημένος,
εφιάλτης.
Ήσουνα στο κέντρο.
Και εγώ ήμουν λάμψη που
άναψε και έσβησε,
μέσα στις κόρες των ματιών σου.
Πεταλούδα.
Δυσπιστία προς την μεταμόρφωση.
Και προσπάθησες μα
όχι,
ούτε εσύ έφυγες.
Και σε γνωρίζω,
αμέτρητα δευτερόλεπτα,τώρα-
δοκιμάζω.
Πίσω από το πέπλο,
βλέπω ένα παιδάκι με ένα βιβλίο
στα χέρια.
Έξω από το πέπλο,
όλες τις άκρες του κόσμου.
Χάνομαι κάπου ενδιάμεσαμ
με ύφος υπνωτισμένης απόγνωσης.
Ακόμη δεν γνωρίζω,
τι είσαι.
Και κάτι στιγμές,
είναι καλοκαιρινή νύχτα-
Η βεβαιότητα χωράει σε ένα
μπουκαλάκι.
Μα έπειτα υπάρχουν και οι αναμνήσεις,
τα όχι και τα ίσως.
Και τα νιώθεις όλα,
να σε βαραίνουν σαν ώρες που γλιστράνε
στην λάθος πλευρά της κλεψύδρας.
Σηκώνεις τους ώμους,
σε ένδειξη αδυναμίας λήψης οποιασδήποτε
λογικής απόφασης.
"Πέτα προς τα αεροπλάνα,
η πήδηξε από τον 2ο όροφο μαζί μου."
Είναι τόσο τρελό που
σχεδόν με πείθει.
Ίσως και να πετάξω.
Και για λίγο,
με έχεις.
"Τρεις αιώνες πριν-"
Όχι,μην μου πεις.Εμείς,
Μόλις αρχίσαμε.
15.5.09
Δυο γραμμές.

Είναι μια λεπτή
μαύρη γραμμή,
στη μέση του κόκκινου,
και νιώθω τα άκρα της τραβηγμένα
προς τις μαργαρίτες και τ' αστέρια,
κάθε φορά που ενώνονται
τα δάχτυλά μας.
Και θα ήθελα,
αλήθεια,
να μπορούσα να σου κλέψω την γραμμή αυτή,
να την κάνω δική μου.
Θα την χρησιμοποιούσα ως χάρτη,
για να σκάψω το μεγαλύτερο τούνελ-
από την μία άκρη των λόφων,
ως την άλλη.
Δεν θα συναντούσες,
περπατώντας προς τα λουλούδια και τα γραπτά μου,
καμία άλλη ανηφόρα,
ποτέ.
Ήρεμα και ξεκούραστα,
τα ταξίδια.
θα ήταν.
Μιαν άλλη νύχτα περπάτησα,πολύ,
περνώντας από τις ίδιες γωνίες και παράθυρα,
άπειρες φορές.
Μέχρι που σιχάθηκα τους άσπρους τοίχους
και τα καφέ παντζούρια.
Κάποιο πρωί,
βρήκα ένα άψυχο κορμί στο κρεβάτι μου,
και το ανάγκασα να συρθεί ως την πλατεία με
τις πλάκες και
τα περιστέρια.
Και μόλις 7.019 δευτερόλεπτα πριν,
έπεισα κάποιο απογοητευμένο,μικρό παιδάκι,
πως κάθε πρωί στις 6 όλα,
ξαναγίνονται πανέμορφα.
Το έπεισα,
Να είναι καλά.
Και ύστερα,
για εμένα,όχι,
δεν νομίζω πως τα κατάφερα.
Απολογισμός.
κράτησα ένα ηλιοβασίλεμα στην
παλάμη μου,
γνώρισα,
τα στενάκια της παλιάς πόλης,
πνίγηκα σε ένα δωμάτιο θάλασσα.
Τέλος, έμαθα
πως η πίστη είναι
μια γραμμή λεπτή
(Λεπτότερη από εκείνη,
στη μέση του κόκκινου),
Που φλερτάρει με το φως,σαν πανέμορφη,
θνητή κοπέλα.
Το έμαθα όταν
αγγίξαμε τον Ήλιο.
Τυλίχτηκε στις φλόγες
και κάηκε.
9.5.09
Παραίσθηση;

Στην μεγάλη πολυθρόνα,
πέρασαν τρεις,τέσσερις ώρες και
ακόμη βυθίζεσαι.
Εφιάλτης
και θάλασσα.
Το ξύλινο πάτωμα,
αχνοφαίνεται κάτω από το νερό.
Γαλαζοπράσινη επιφάνεια,
κυματίζει σαν πέπλο στον αέρα.
Φυσαλίδες.
Μια κηλίδα αίμα βυθίζεται,
γρήγορα,
σαν σφαίρα.
Η δεύτερη προσγειώνεται στο χέρι σου.
Περπατάμε στον βυθό της θάλασσας,
στην απαλή άμμο,
μαζεύοντας πληγωμένους αστερίες.
Περπατάμε στις μύτες των ποδιών.
Κανένας ήχος,
απολύτως.
Μετράς τα ψάρια γύρω σου,
σαν να 'ταν σκέψεις.
Μετράω προσευχές.
Κάποιες φορές πάλι νομίζεις πως θα πνιγείς.
Χτυπάς πάνω στα παράθυρα.
Τότε,είμαι οι παλάμες σου πάνω στο τζάμι.
Το θαμπώνω
και ζωγραφίζεις πουλιά με ανοιγμένα,μαύρα φτερά.
Σπάει από την πίεση και γεμίζουν τα χέρια μας,
σημάδια,αίμα και
πούπουλα.
Υπάρχει και μια υποθαλάσσια πολιτεία,
νεκρή από χρόνια.
Μα κάποια βράδια,
Μέσα στα χαλάσματα,
στροβιλίζονται πολύχρωμα φορέματα.
Μια μουσική παράξενη γεμίζει
τον χώρο.
Και με τραβάς σε έναν χορό,
πέρα από τις αντοχές μου.
Εκείνα τα βράδια,
νομίζω πως θα πνιγώ εγώ.
Στην μεγάλη πολυθρόνα,
πέρασαν τρεις, ίσως τέσσερις ώρες.
Ακόμη βυθίζομαι,
Μετρώντας απογοητεύσεις.
Μετράω και αστερίες.
Έναν για κάθε φορά που γέννησα,
μια μικρή,
ασήμαντη,
θάλασσα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
