11.9.10

Songs of love and other stuff.


Πίσω από κουρτίνες,αίθουσα,
Γεμάτη ασφυκτικά.
Κοινός ρυθμός,
Κινεί σώματα, χιλιάδες.
Δεν ήταν καν τόσα.
Μουσικός παλμός μαζεύει προθέσεις.
Έτσι, κινούνται οι μέρες.

Όλες οι συμπτώσεις,
Που οδήγησαν στο εδώ και τώρα, όσους γνωρίζω,
Βγαίνουν στην επιφάνεια για αέρα.
Παλάμες χαϊδεύουν ρεύματα. Άλλωστε,
Το δέρμα,είναι έξω από τα όρια.
Γροθιές, ανοίγουν το εσωτερικό,
Και τώρα βλέπεις.
Στο πάτωμα,
Ανάμεσα σε φλέβες και απολήξεις νεύρων,
Αλήθεια.
Γυμνή και ματωμένη, όπως πάντοτε.
Κρύψε το βλέμμα σε καθρέφτες,
εφόσον,ποτέ δεν θα καταφέρεις να δεις,
Αυτό ακριβώς που θέλεις,
ό,τι και αν γίνει.

Και συνέχεια μου δίνει,
Χάρτες,χάρτες,χάρτες.
Για ταξίδια που θα πάω.
Δεν θέλω να πάω εκεί,
Όχι. Δεν καταλαβαίνεις
Θέλω να κυλήσω πίσω από τον
Ήχο,
Εκεί όπου μαζεύονται όλα τα ποιήματα,
Που δεν καταφέρνω να ολοκληρώσω.

2.9.10

Κάπου άλλου για λίγο ή περισσότερο.


Μεταξύ μας.
Ύπνος στον ύπνο.
Τελευταία δεν αρκεί.
Συζητήσεις δορυφόροι
σε τροχιά γύρω από το σώμα.
Τυλίγεις σφιχτά το σεντόνι,
γύρω σου.
Νομίζω και εγώ.

Κάτι νύχτες,
οι πλάκες στον πεζόδρομο,
χωρίζονται.
Θα πέσεις στα κενά, φοβάμαι.
Αργότερα,
καις φιλμ.
Αναγνώσεις του ίδιου κειμένου σε επανάληψη.
Οι γραμμές αντηχούν στον χώρο.
Δεν μπορεί να είναι η φωνή σου!
Δεν συγκρατείς λέξεις.

Η κουρτίνα στην άκρη, κάθε ξημέρωμα.
Ξαναγεννιέσαι σε κάθε πρώτο φως

Άλλη μια κούπα.
Ζεστός καφές όλο τον χρόνο-
Πέρασε ένας.

Οι μέρες σταμάτησαν να μεγαλώνουν,
μόνο το καλοκαίρι.
Τα αεροπλάνα ασκούν παράξενη έλξη.
Θα φύγεις και θα είναι
διαφορετικά
πανέμορφα.
Νυστάζω τόσο.
Το σεντόνι μυρίζει σαν την άκρη του ωκεανού.
Το ξέρω,
θα φύγεις.
Μεταξύ μας,
νομίζω και εγώ.

31.8.10

Ταξίδια με δόσεις πραγματικότητας.

Μία ακόμη νύχτα,
πίσω από παράθυρα τρένων.
Ανοιγοκλείνουν μονάχα τέσσερα ζευγάρια
βλεφαρίδων.
Περπάτησε μαζί μου.
Πρόσεξε τα γυαλιά.
Το πάτωμα του διαδρόμου,
καλυμμένο από αυτά
και άλλα τρομακτικά.
Τσαλακωμένα χαρτιά και σπίρτα.
Δεν θα ενοχλούσε λίγο αίμα στα πέλματα.
Φοβάμαι τον θόρυβο.
Θα ξυπνήσεις τους συνεπιβάτες
και τους εφιάλτες μου.
κανε ησυχία.

Πλησιάζει ξημέρωμα.
Κάποια σκέψη, μου ψιθύρισε
''Η καμπίνα του οδηγού είναι άδεια".
Νέα πλάνα παίρνουν μορφή.
Θα αλλάξουμε την πορεία.
Θα περάσουμε από τα λιβάδια με τις κερασιές,
που ήθελα από την αρχή των ημερών να διανύσω.
Έξω από τις ράγες.
Μελετάω το χαμόγελο και φαντάζομαι πως συμφωνείς.
Γίνεται εφικτό.
Κάνε ησυχία.

Στο χώρο των αποσκευών,
ανοίγω όλες τις μπλε βαλίτσες.
Οι τυχαίες επιλογές της πςεριπέτειας.
Βρίσκω τόσα αδιάφορα πουκάμισα.
Σιχαίνομαι και τα δικά μου ρούχα.
Αφαίρεσέ τα.

Στο άδειο μπαρ,
θα κλέψουμε δυο γυάλινα ποτήρια
και ένα καλό μπουκάλι.
Θα συζητήσουμε για όλα τα απίθανα,
μέχρι το γέλιο να καλύψει και
το τελευταίο φωνήεν.
Τότε,
θα επιστρέψουμε στις καμπίνες.

Το πρωί, θα αναγνωρίσω το χαμόγελο
ανάμεσα σε χίλια άλλα στον σταθμό.

Εσύ θα θυμάσαι και εγώ, νομίζω, θα ξέρω.

29.8.10

Mary-sue

Χάνεις ανάσες,
σ' αυτό το δωμάτιο και σε
όσους χώρους
γνώρισες ως τώρα.
Τιμωρία.
Δεν είχες το δικαίωμα να
αισθανθείς την κάθε κίνηση των φύλλων,
καθώς αιωρούνται εκατοστά
πάνω από το χώμα.
Δίχως αναπνοή εδώ και
οπουδήποτε αλλού.
Να νιώσεις το ύφασμα,
στο πίσω μέρος των γονάτων σου.
Το νερό, που κυλάει από τον ώμο
προς τον καρπό,
από τα μπλεγμένα μαλλιά στην πέτρα.
Ξυπνάς, μέσα σε λίμνες ιδρώτα πάλι.
Η πραγματικότητα όταν δεν είναι όμορφη,
είναι ακριβώς,
έτσι.

Ξυπόλυτα βήματα,
στο πεζόδρομο με τα κίτρινα φύλλα.
Σήμερα,
γλιστράς μαζί τους.

Γλιστράνε και όλα τα λόγια,
και οι μελωδίες,
τα απλά και όμορφα.
Πιο γρήγορα.

Να μην φωτογραφίζεις μνημεία,
στα μαγευτικά ταξίδια,
είναι κάτι που μαθαίνεται.
Κράτα τα πρόσωπα,
στο συρτάρι.
Κράτα κλειδιά,
κάτω από το μαξιλάρι.

Φοβάσαι τον χειμώνα που
περπατά όλο και με μεγαλύτερα βήματα προς
την πόρτα του κουκλόσπιτου.
Θα θαφτεί,
κάτω από άπειρα χιλιοστά χιονιού,
η θύμηση εκείνης της στιγμής,
όπου για λίγο,
η εικόνα του παραμικρού θορύβου και της
απαλότερης απόχρωσης ήταν
απολύτως ξεκάθαρη.
Κρυστάλλινο περιβάλλον.


Στέκεσαι απέναντί μου,
χάνοντας ανάσες.
Και γω δεν έχω τίποτα να σου δώσω.
Στέκομαι απέναντί σου,
χάνοντας εμένα.

11.8.10

Δ.


Γυμνά πέλματα πάνω σε συντρίμμια.
Γυαλιά από
Μπουκάλια, αστεροειδείς
Και άλλα άχρηστα πράγματα.
Πονάς σε κάθε βήμα.
Στο λέω,
Ήταν κακή ιδέα.
Βύθισέ τα στο αλάτι.

Πόσες μέρες,
'Εραψες πάνω στα αγγεία.
Με κάθε παλμό, τώρα,
Νιώθεις τον χρόνο, σε όλη του την έκταση,
Να τρέχει βαθιά.
Πάντα, προς το εσωτερικό.

Και πόσος ακόμη απομένει;
Μέχρι σήμερα,
Μονάχα η θάλασσα
Ήταν απέραντη.
Κάθε χέρι που απλώνεται προς τον ορίζοντα,
Τοποθετεί όλα τα απίθανα,
Πάνω στο τραπέζι.
Από τη μία άκρη του, ως την άλλη,
Φλεγόμενα κομμάτια πέτρας.

Θα δειπνήσεις σε αυτό το σημείο,
Απόψε.
Θα πνιγείς με το γέλιο,
που φέρνει η επανάληψη γνώριμων λέξεων.
Μες την παραζάλη,
Θα δημιουργήσεις γεύσεις
Ατελείωτες,
Θα τις σβήσεις με το κρασί.
Και το κρέας, με αίμα στην μέση,
Θα θυμίζει όσους κυνήγησαν
Τη ζωή,
Πριν από
Εδώ.

4.8.10

Αλλαγή ταχυτήτων.


Βρίσκεται μέσα στο μυαλό μου,
Σαν την αίσθηση της αφής,
Ή της γεύσης.
Ταιριάζει εκεί,
Απολύτως φυσικά.
Και όταν κόβω τις προτάσεις στη μέση,
Την τραυματίζω.
Νιώθω,μπροστά σε κόσμο,
Να κυλάει στα μάγουλά,
Ζεστό και καθαρό,κόκκινο,
Κόκκινο αίμα.
Από στιγμή σε στιγμή,
Κάποιος θα ρωτήσει τι συνέβη, τρομοκρατημένος
Αλλά πάλι,
Υποθέτω, πως δεν φαίνεται.

Γνωρίζω πως δεν αναρωτιέσαι,
αλλά είναι εκεί.
Και αυτό γιατί προτιμώ να μετράω αλήθειες,
σπασμένες σε κομμάτια
από το να φωτογραφίζω πανέμορφες
ανακρίβειες.

Δεν είναι καν τόσο σημαντικό.
Ο κόσμος δεν σταμάτησε στιγμή να αναπνέει,
και τίποτα δεν άλλαξε.
Γι' αυτές τις μέρες μου,
που κινούνται έτσι, όμως,
από πόρτα σε πόρτα, απελπιστικά αργά,
Είναι κοφτή ανάσα.
Τεράστιοι, άδειοι δρόμοι και κενά μνήμης.
Οτιδήποτε θα μπορούσε να έχει συμβεί,
Σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή.
Μερικές φορές συμβαίνει.
Ο κόσμος γύρω μου δεν σταματάει στιγμή να αναπνέει.

Είναι χέρια πάνω στην πλάτη.
Αστεία απλά και ξεκάθαρα, για λίγους.
Είναι όλα τόσο γρήγορα.
Δεν με νοιάζει τίποτα πίσω
Από το επόμενο φανάρι.

Μα όλα αυτά βρίσκονται μέσα στο μυαλό μου,
Σε αυτό το μέρος δεν συμβαίνει ποτέ,
Σχεδόν τίποτα.
Να φύγω. Αυτό μόνο.

26.7.10

Οι στιγμές που επέπλεαν.

Δεν θυμάσαι ,
Την αρχή της ιστορίας.
Το ξένο άρωμα,
Τους περίεργους ήχους.
Ένα πολύ συγκεκριμένο βλέμμα.
Πότε ξεκίνησες να βυθίζεσαι
Σε διαφορετικές ερμηνείες, όλων εκείνων,
Που ποτέ, ποτέ, δεν θα μπορούσαν να
Είναι.

Αυτή την απόχρωση δεν την
Είχες ξαναδεί.
Παράλυση.
Πέρα και πίσω από αυτό το σημείο,
Απλώνονται βαθιά, καθαρά νερά,
Για χιλιόμετρα.
Φαντάζεσαι καταδύσεις αμέτρητες.
Να ξεδιψάς.

Ξαπλωμένοι στο ίδιο σημείο,
Τόσο καιρό πριν,
Κλειδώσατε πόρτες.
Τώρα που προσγειώθηκαν, αυτές, κομματάκια ξύλου,
Σε κάθε σημείο του δωματίου,
Τι;

Έλα, λίγο πιο κοντά,
Τώρα.

Με κλειστά τα βλέφαρα
Δεν είδες ποτέ τη στιγμή να αιωρείται
Ανάμεσα στα πρόσωπα.
Προσγειώθηκε στα χείλη σου,
Σαν απρόσμενη ανάσα,
Η πιο απίθανη εκδοχή της πραγματικότητας
Ήταν γνώριμη, σαν χαμόγελο σε καθρέφτη.

Κάποιες απειροελάχιστες φορές,
Οι δείκτες περιστρέφονται γύρω σου.
Τρέξε, πιο γρήγορα. Ακόμη πιο γρήγορα.
Κάποιες άλλες,
Κάθε αίσθηση ταξιδεύει κάτω από το δέρμα, πιο αργά.
Και θα την ξεχάσεις,
Πιο αργά ακόμη.

Ενώ βυθίζεσαι στο, άδειο πια, ποτήρι νερού,
Μην σκέφτεσαι.
Όσα ξεχαστούν και όσα μείνουν,
Τώρα.