16.4.08

Πεζοδρόμιο.


Ξέρω,
τα λουλούδια που κόβεις,
ξεραίνονται σε κλειδωμένες σελίδες.
Και όλες σου οι λέξεις
από συνήθεια πέφτουν στο χώμα και σπάνε.
Η κατάντια,
στην στάση του σώματός σου απέραντη.
Σαν ντροπή,
ένα μικρό συναίσθημα,
πνίγει τα μάτια σου.

Στο βρώμικο πεζοδρόμιο,
σε καταπίνει και σε χωνεύει,
η κοινωνία της λακ και του βέτο.

Έτσι απλά,
για να ντρέπεσαι.
Που είσαι,
εκεί που σε έφεραν.

15.4.08

Αναταραχές


Η νύχτα γαντζώνεται σε
τοίχους και σελίδες
και καταπίνει τα σπίρτα ένα ένα
μέχρι όλες οι ευχές να καούν.
Υπάρχει μια λακκούβα δίπλα στο κρεβάτι μου
από λασπόνερα
εκείνης της ''άλλης μέρας''
και μου φαίνεται
πως αν σηκωθώ απότομα,
θα με τραβήξει μέσα και θα πνιγώ.
Έτσι,
μένω εδώ να χάνω το οξυγόνο μου
μέσα σε κύματα από σεντόνια.
Κουμπάκια και
ακούγεται ήχος μακρόσυρτος.
Εκνευριστικός.
Μετά λέξεις, χείμαρρος.
Πνίγονται χάρτινα καραβάκια
πίσω από τα μάτια μου.
Ένας λυγμός με τρώει.
Από μέσα.
Πέφτει το ακουστικό από τα χέρια.
Τέλος κλήσης.


Μετά πάλι,
ηρεμία.
Αλλά εκείνες τις στιγμές,
που η αιτία και το αιτιατό μπλέκονται
στα άδεια μου χέρια
(Λάθος σου.Ψέμμα μου.Μπέρδεμα.Το νόημα.Απογορεύσεις.Μίλα μου.),
ΑΓΑΠΩ την αγκαλιά
πίσω από την άλλη γραμμή,
περισσότερο από πριν.


Χωρίς αυτήν,
συνειδητοποιώ,
δεν υπάρχει ο χρόνος.

3.4.08

Το Μπαλκόνι


Σε μια αγκαλιά ανοιχτή προς το πέλαγος,
Στην σκιά την βρώμικη
μιας τέντας ξεβαμμένης, πράσινης,
με τα μάτια χυμένα σε 3.000 λέξεις,
κίτρινων σελίδων,
ένα βυσσινί χαμόγελο
(άλλοτε αστεία θυμωμένο προσωπάκι),
ονειρεύεται το κύμα και τη θάλασσα.
Μα τα αποφεύγει με το βλέμμα της.
Η θάλασσα την κάνει να ονειρεύεται φυγή.

Και αν την περιέγραφα,
θα ήταν...
πολύχρωμη παρέλαση
ή ήλιος μες το καταχείμωνο
και ας μην τον αγαπάει.

Το Χαμόγελο,
να λούζεται
στο καλοκαιρινό φως,
μες στην ατέλεια του,
η πιο όμορφη εικόνα που έτυχε
να αγγίξει ποτέ τα μάτια μου.


Κάνει το μπαλκόνι,
να ξεδιπλώνει φτερά
και να πετάει πάνω από το πέλαγο.
Καίει τις σελίδες


και γράφει δικές της.

Πάρτυ


Μοιάζει σαν ομίχλη
στη βάση του ουράνιου τόξου.
Έχει μια μελωδία,
χαμόγελο,
για υπόκρουση.
Μοιάζει με ασπρόμαυρη ταινία
και να πέφτουν από τον ουρανό,
πολύχρωμες σερπαντίνες,
σαν να ταν χιόνι.

Πάνω από τη γκρίζα πόλη,
σε ταράτσες ανάμεσα στο χώμα
και τα σύννεφα,
ένα πάρτυ.
Σε χρώμα πορτοκαλί
και κίτρινο
και πράσινο.
Κόκκινο.
Και οι μεταμφιεσμένοι,
να πίνουν το κοκτέιλ της λήθης,
το πιο φτηνό ποτό
και να σαλπάρουν
σε καράβια με φτερά
για νέες ζωές.

Ξανά,
απόκριες.

Σπουδή


Να τη,
περνάει και χάνεται
η μικρή πριγκίπισσα,
των οχτώ γραμμών
κόκκινης, μελάνης, σινικής.
Με δυο βαλίτσες στα χέρια
και ένα χαμόγελο,
να τρυπάει το αχνισμένο τζάμι
και να χαράζει
ράγες τρένου
στο μίζερο οδόστρωμα.
Περνάει και χάνεται στις ράγες.
Φεύγει και χάνεται σε απόσταση 860 χιλιομέτρων.
Γεμίζει φωτογραφίες
και σκέψεις.


Μετά,
Τέλος.

18.3.08

Στην επιφάνεια


Είναι θολός ο πάτος
όσο η επιφάνεια;
Πάνω του επιπλέει μια σχεδία χωρίς πανιά.
Σαν σπάσει η σχεδία
δυο χέρια
κρατάνε τα σανίδια
και μια περίεργη χορογραφία στήνεται.
Μου θυμίζει...
-προσπαθεί το φιλί της ζωής να μιμηθεί;
Χωρίς νόημα.
Και αν χάσεις και τα κομμάτια
τα θλιβερά του ξύλου,
τι σου μένει;
Ένα αόρατο καράβι
με πανιά θεόρατα
να το βλέπεις εσύ
που επιπλέει στην επιφάνεια,
από κάτω.

Τελευταία σκέψη:
Αυτό είναι όλο;

Υδάτινος κόσμος.
Αχτίνες που πνίγονται στα φύκια.
Αχνοφαίνονται τα φώτα
κάποιου μπαρ
και τα αυτοκίνητα που τρέχουν
στα έτη.
Θρανία και κενά φύλλα χαρτί.
Αντίστροφη μέτρηση.
ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΟΛΟ;

Τίποτα όμορφο σε
αυτή
τη θάλασσα τελικά.

11.3.08

Άγγελοι στην πόλη

Λέξεις που καίγονται σαν σελίδες
σε τσίγκινο κάδο.
Φωνές πάνω από σκιές,
στο δρόμο,
άγνωστες.
Σαν να απλώνεται ένα χέρι και μετά γίνεται
στάχτη.
Και ο αγγελιοφόρος των θεών μου χάνεται.
Ποιήματα σε έναν άγγελο;
Χωρίς φτερά. Χωρίς χαμόγελα
με ματωμένα χέρια να βγαίνει
από μια θάλασσα νεκρά λουλούδια
και βρώμικα πεζοδρόμια.

Ράβω την πληγή
φιλάω τα τραύματα.
Αν είσαι μια ιδέα
τους εφιάλτες διώξε.
Αν είσαι η πραγματικότητα που μου
καίει το χέρι,
φίλα με.