22.3.16

Μέγιστη απόσταση: 650 μέτρα

Σαν
να σπασε κάποιος το κρανίο στα δύο.
Να δανείστηκε τις αμφιβολίες μου και
να τις άλειψε πάνω σε νεύρο ζώου,
να πλάσει χορδή.
Σαν κάποιος να τέντωσε τις δικές μου αισθήσεις
και να τις πέρασε σε σμιλευμένο ξύλο φτελιάς.
Κάποιος, βρέθηκε να κυνηγά τ' απέραντο με δυο βέλη στη φαρέτρα.
Σε ξέφωτο, τρεις το ξημέρωμα, μ' άδειο φεγγάρι
σαν κάποιος - θ' ορκιζόμουν - να προσπάθησε να ανταλλάξει τη νόρμα
με θάνατο.
Σαν να προσπάθησε να σπάσει τη φόρμα. Και κάποιος άλλος,
βρέθηκε
εκτός
αφήγησης.

Σαν να μουν εγώ.
Βέλος στο κενό και νόμισα θα στέρευα από νύχτες.

Όλα είναι Βία απόψε.

Κι έπειτα κάποιος ένιωσε την πραγματικότητα,
σαν ρεύμα ,
σε υγρό κορμί.
Κάποιος μάτωσε από συνήθεια, ενώ του χάριζαν ζωή.
Κάποιος δεν έπαψε στιγμή να νιώθει πως χάνει.
Κέρδιζε,

σ' ένα άλλο εδώ.

Σαν κάποιος να φερε την μέσα του αγανάκτηση,
στον έξω κόσμο και
σε πλήρη προβολή.
Θαρραλέος, σηκώθηκε μπροστά σ' ένα κοινό
που ταν εκεί για το check-in
και μόνο
κι αφαίρεσε τα ρούχα του.
Τα πιο παράξενα λόγια που χω ακούσει,
σαν θάλασσα,
απ' τα χείλη. Και οι στροφές του λόγου,
οι γωνίες,
μπαλκόνι με θέα το κύμα. Ηρεμία.
Τρικυμία.
Έπειτα, τίποτα.
Τίποτα και στεγνό χειροκρότημα.
Αργότερα μία γνωστή με ρώτησε
πόσοι ήμασταν,
όντως,
Εκεί.
Δέκα θεατές;
Λίγοι; Όχι.
Έναν ξέρω
να μάζευε τις συλλαβές που ξέφευγαν απ' το στόμα του.
Του ελεύθερου ανθρώπου. Έναν.

Λυπήθηκα κάποιον απόψε,
σαν να μουν εγώ.

Τελευταίο βέλος απ' τα χέρια μου και
σταμάτησε στα 649. Ακριβώς μπροστά στα πόδια του,
εκεί που του χαν πετάξει τις προθέσεις.
Οι θαυμαστές.

"Δεν έχεις οίκτο", με κατηγόρησε.
Ούτε εσύ έχεις και

Όλα είναι Βία απόψε.


17.9.13

Βραχονησίδα


Επομένη της Ανάστασης
κι οι φλόγες των κεριών της Τζιάς,
βάφουν κίτρινο ακόμη τον ορίζοντα.
Παραλληλόγραμμα προϊστορίας στολίζουν
το νησάκι, το μικρό,
που κάποτε με την στεριά ήταν ένα.
Το κρασί, απόψε κόκκινο,
ζωγραφίζει τα κομμάτια του ναού
που κατάπιε ο καιρός (μπορεί να το κάνω κι' εγώ).
Αργά, βασανιστικά, σβήνει τελετές ο χρόνος.
Αφημένο στα σμιλεμένα λιθάρια, το ζευγάρι, το πρώτο,
κάνει έρωτα.
Το φεγγάρι επιπλέει στο κέντρο τ' ορίζοντα
της πλατύτερης θάλασσας που άγγιξαν τα μάτια μου.
Χαράζει πορείες, προθέσεις κι' άλλα προτετελεσμένα.
Το ζευγάρι, το πρώτο, κάνει έρωτα και εγώ
ξεχνώ για λίγο πως Χάνω.

Κεριά τρεμοπαίζουν
Σταγόνες σημαδεύουν μαντήλια αραχνοΰφαντα,
τώρα και για πάντα.
Κόκκινες κηλίδες σ' άσπρο - κατάλευκο- ύφασμα.
Χορεύει ακόμα πλάι μου
και πίσω του, παραμορφωμένη η επιφάνεια του νερού, ζαλίζει.
Να 'χα τα μάτια σου, δυο λεπτά, να σου 'δειχνα.
Το ζευγάρι το πρώτο κάνει έρωτα και εγώ,
Χάνω.

Δρόμοι φωτός,
σ' ατάραχα κατάμαυρα νερά,
οι οικίες των φίλων μου.
Κάποτε, κρατούσαμε χέρια και γελούσαμε
δυνατά κι αβίαστα.
Αδιαφορία και προσδοκίες
μας έφεραν στα γόνατα. Οι σκέψεις, μας τα πήραν,
όλα. Όλα.
Γυμνοί και έρημοι χαμογελάμε μαγκωμένα απ' τα μπαλκόνια
στους γνωστούς μας - μα καμία απόσταση δεν είναι ασφαλής, να ξέρεις.
Κυνηγάμε πίστη κι αγάπη
με μαχαίρια φρεσκοακονισμένα .

Κι' όμως εννιά ώρες πριν ήτανε, που γευματίζαμε, δαγκώνοντας άγρια κρέας,
μ' αίμα στη μέση.
Αίμα, αλάτι και ρίγανη.
Εικοσιτέσσερις ώρες πριν, μοιραζόμασταν φως,
τεχνητό,
με κατάνυξη. Αγκαλιαζόμασταν (για προστασία) απ' τους ήχους τους εκκωφαντικούς,
βαρελότων και πυροτεχνημάτων
-τα τελευταία πάντοτε τα φοβόμουν: Μια στιγμή έσπαγαν το μαύρο,
σε κομμάτια χίλια. Την επόμενη, προσγειώνονταν νεκρά κι' ανίκανα στον ορίζοντα της θάλασσας.
Κανείς δεν πένθησε το τέλος τους, πέρα απ' εμένα - αυτή είναι η αλήθεια.
Τους αρκούσε,
το τόσο λίγο.
Το τίποτα.

Δίνουν χέρια
κι εγώ,
κάνω για λίγο πως δεν βλέπω τις σκέψεις περίστροφα
να ουρλιάζουν για θάνατο.
Διψούν για την καταστροφή του αγαπημένου Άλλου.
Εσύ ή εγώ.
Εκείνος ή ο άλλος (αυτό, πάντοτε).

Το ζευγάρι, το πρώτο, λιθοβολούν στ' ακροθαλάσσι
και δεν έχει αλλάξει τίποτα.
Οι δικοί σου ζητούν το κεφάλι μου σε
πιάτο κι' οι δικοί μου,
δεν θέλουν να γνωρίζουν την τύχη μου.
Άδικα ερωτευτήκατε,
τους φωνάζουν.
Για φαντάσου..

Διατηρώ το βλέμμα καρφωμένο στα βράχια
και το μαχαίρι μπηγμένο σε εκείνη την ιδέα, την περαστική.
Πανιά φωσφορίζουν στην μέση του κόλπου.
Άκου: Φοβάμαι την στιγμή που θα μ' αδειάσουν από έρωτα.
Που θα τον θυσιάσουν στον βωμό της καταιγίδας.
Οι φίλοι μας διψούν για αίμα και απόγνωση.
Θα σε τρομάξουν, φοβάμαι.
Θυσιάζουν Έρωτες για το υπέρλαμπρο τίποτα.
Και τα κομμάτια, χάρισμα της θάλασσας.
Στον πάτο, με φύκια δηλητήριο κι' άλλα
αισχρά.

Να 'χα τα μάτια σου, δυο λεπτά...
Μ' ακόμη κι' αν σταθείς εδώ ακριβώς που πάτησα,
πάντα θα σου διαφεύγει
αυτό ακριβώς που
είδα.

16.9.13

Αθήνα, τώρα (και Χθες)


Στις μονοκατοικίες,
οι νοικοκυρές ανακατεύουν το κατακάθι με ευλάβεια ,
να αλλάξουν τύχη.
Το γυρίζουν ανάποδα.
Το κοιτάνε λοξά.
Η ερμηνεία παραμένει ίδια: Καταραμένη ανέχεια.
Δεν έχω χρόνο γι αυτή την υπόθεση, κανείς δεν έχει.
Μα οι ώρες να καλύψουμε παραμένουν άπειρες.
Και έτσι δώδεκα το μεσημέρι
περιφερόμαστε σαν τα περιστέρια, γύρω απ' την πλατεία ,
εκείνη την μεγάλη, γυρεύοντας ψίχουλα.
Ψίχουλα και κάποιον να μοιραστούμε την κούπα, την σωστή.
Εκείνη την μια που θα λέει
Ναι!
απ' όπου κι αν την κοιτάξεις. Ή έστω, Ίσως.

Στο δικό μου διαμέρισμα,
οι πίνακες κρύβουν
τους τοίχους που σιχάθηκα
και κρίνουν εμένα. Αυτό ήταν απ' τα προαπαιτούμενα της συμφωνίας μας.
Υπέγραψα μ' αίμα.
Τώρα,
Πάλι λάθος,
μουρμουρίζουν κάθε που στρέφω αλλού το βλέμμα..
Φαντάσου αυτό: Μια ημίγυμνη μπαλαρίνα και
ασπρόμαυρες σκάλες δίχως αφετηρία ή
τέλος,
να γνωρίζουν το καλύτερο,
για μένα.
Εγώ, πάλι, ακόμα δεν ξέρω
ποια απόχρωση του καφέ
καλύπτει τις κόρες των ματιών μου.

Μα ξυπνάμε στις οχτώ,
σαν τα τσουβάλια ριχνόμαστε στο Α7,
στην κόκκινη γραμμή,
στην μπλε,
να φτάσουμε, Εκεί.
Όπου, Εκεί.
Και ως τ' απομεσήμερο σιχαινόμαστε ό,τι λίγο
μας έχει απομείνει απ' τα ταμεία,
τους Άλλους
και την υπερανάλυση.
Μα είμαστε, εδώ. Ή σχεδόν. Και αυτό δεν είναι που μετράει;
(Όλο επαναφέρω το ερώτημα)
Ικετεύω για την κατάφαση - τίποτε άλλο δεν μου 'μεινε
να χαρίζει κίνηση.

Και ποτέ δεν κατάλαβα αυτούς που φεύγουν, έτσι,
εθελοντικά.
Με κεφάλι στον φούρνο,
λαιμό στο σχοινί,
καρφωτή στο κενό (Εκείνους που το κάνουν ολόκληρο ζήτημα,
με κόκκινο
κόκκινο,
κόκκινο, παντού,
τους σιχαίνομαι).
Όλοι, πάσχουμε. Για τον Θεό πια! Όλοι.

Και αν δεν σπαταλούσες το μισό της ημέρας σου,
σε εικασίες για τ' αύριο
κι' εκείνο που έπεται αυτού,
θα μπορούσα κάτι λίγο ν' αγαπήσω.
Αν.



Εγώ το έκανα


Η νύχτα άδειαζε μπροστά στα μάτια μας.
Εξέπνεε.
Ζάλη και τραγικά ναυάγια μ' έβγαλαν εκτός μάχης, από νωρίς.
Την επομένη
κι ενώ ακόμη κοιμόμουν,
πήρανε το κουφάρι της και το μετέφεραν
εφτά στενά παραπέρα.
Μ' αυτό συμφώνησα αργότερα: Έπρεπε να φύγει.
Δεν χρειαζόμασταν άλλη δυσωδία - εκείνος, ο άλλος, κατοικούσε
σε απόσταση αναπνοής, άλλωστε.
Εκείνος με τα χοντρά, άσχημα χέρια, τα βουτηγμένα στο αίμα.

Όταν αργότερα μας ρώτησαν,
για το δυστυχές αυτό περιστατικό,
δηλώσαμε όλοι αθώοι  (πάντοτε αθώοι δηλώνουμε).
Ή τουλάχιστον έτσι διδάξαμε το βλέμμα μας να ισχυρίζεται,
αιώνες πριν. Στην πραγματικότητα, δεν είπαμε και πολλά: Κοιτάξαμε
και μας πίστεψαν.
Κάποιοι, μας πιστεύουν ακόμα.
Και αν με ρωτούσες, θα σου λεγα:
Δεν ήταν αλήθεια. Την προλαβαίναμε. Υπήρχε χρόνος.
Πάντοτε υπάρχει,
ίσως να συμφωνούσε μαζί μου ένας - δυο
εκ των τραγικών συνεργών και μίζερων.
Και τότε, ίσως και να νιωθα το πάτημά μου ελαφρύτερο.
Μα εκείνοι ήταν κατηγορηματικοί:
Δεν είδαμε,
δεν ακούσαμε,
δεν αγγίξαμε.

Και αυτό το τελευταίο,
ήταν το μεγαλύτερο ψέμα όλων.
Μας άγγιξαν,
μέχρι που έφυγε από την επιφάνεια του δέρματος,
εκείνος ο τόνος ο σκουρότερος,
ο Αυγουστιάτικος
και ξαναβγήκε άσπρο. Κι αγγίξαμε,
μέχρις ότου σβήστηκε και το τελευταίο αποτύπωμα απ' τις παλάμες μας.
Και δεν επιστρέψαμε εκείνο τον φάκελο,
τον γεμάτο ζεστό χρήμα.
Δεν ακυρώσαμε εισιτήρια.
Δεν χαρίσαμε κανένα σ'αγαπώ,
σε κανέναν. Και αυτό, ίσως, καλύτερα - σε καμία περίπτωση δεν ίσχυε,
όχι για την πλειοψηφία μας τουλάχιστον.
Και σπρώξαμε στις ουρές,
επιθετικά, χωρίς έλεος,
δίχως ίχνος συμπόνοιας, προς κανέναν.
Κι ας βρισκόμασταν όλοι μας εδώ για τον ίδιο λόγο.
Και είπαμε μικρά,
κατάμαυρα ψέματα,
σ' όλους, τους πολύ δικούς μας.

Και όταν εναπόθεσαν την νύχτα, την γνήσια,
στην σκοτεινή γωνιά του έβδομου στενού αριστερά,
εκεί και μόνον εκεί,
έγιναν
όλα
ξεκάθαρα.
Οι πολύ δικοί τους, δεν ήταν
καν
δικοί τους.
Και ακόμη χειρότερα: Δεν ανήκαν,
σε κανέναν
(εμείς οι τρεις , είχαμε από καιρό αποβάλει αυταπάτες περί κτήσεως).

Ο θλιβερός απολογισμός:
Το καλύτερο μέρος μου,
την νύχτα, την ατελείωτη,
που αν ήθελα, την χωρούσα στα δυο μου χέρια,
άφησα να μου την πάρουν.
Εγκλημάτησα. Κατά του εαυτού μου
και του ενός - δυο που θα συμφωνούσαν, ίσως, πως
 Πάντοτε υπάρχει χρόνος.
Κι από τότε τον αποκήρυξα, τον ύπνο. Άλλωστε,
κάθε φορά που έκλεινα τα μάτια μου, έχανα.
Κάθε που νυχτώνει,
χάνω.
Μα έχω οπλιστεί με ούζο
και καλές προθέσεις
και θα την προλάβω την επόμενη φορά.
Τ' ορκίζομαι,
θα τους προλάβω.



14.2.13

Ορκίζομαι, να ξεχάσω

(χωρίς αυτό να σημαίνει τίποτα).

Χώρεσα μια ενηλικίωση
σε ένα παλιό ζευγάρι μπότες
και σε ένα μεγαλύτερο κρεβάτι.
Χώρεσα την ανάγκη για νηφαλιότητα,
σε ένα άδειο μπουκάλι, από σπιτικό λικέρ κεράσι.

Και το πένθος υποκρίθηκα πως ξέχασα να το αισθανθώ
(θα με κατάπινε,
ελπίζω να καταλαβαίνεις).

Και εκείνη,
χώρεσε όλες μου τις φοβίες σε δυο σελίδες Α4
και μου τις χάρισε.
Τότε,
βγήκα στην μεσαία λωρίδα, κάθισα οκλαδόν και
περίμενα.

Έμεινα για εσένα
και μόνον
(αλλά μην το πεις πουθενά).


Έπειτα, τρικυμία. Δυο δεκαετίες ντροπής ξεβράστηκαν στο πεζοδρόμιο, μαζί με φαγωμένα, απ' την απόγνωση και την αλμύρα, κομμάτια ξύλου. Τα κύματα με κάλυψαν, όπως το καλοκαίρι εκείνο, που οι μαργαρίτες φύτρωναν εκεί οπού τελείωνε η άμμος και άρχιζε η θάλασσα. Το στόμα γέμισε νερό. Και είχα αυτή την αίσθηση, για λίγο, σαν να...
   Σαν να έχανα ανάσες. Μα γελούσα. Με το χαμόγελο που σε τρομάζει... το μεγάλο, το ελεύθερο. Σαν να ισορροπούσα, στις μύτες των ποδιών, στο χείλος του γκρεμού και έπειτα να έπεφτα, με ταχύτητα εξαιρετική, σε θάλασσα μολύβι. Μα ο πόνος διαρκεί τόσο λίγο. Γιατί είσαι ακόμα εδώ. Και εν τέλει, αυτό δεν είναι που μετράει;


Δεν γνωρίζω.
Για λίγο όμως,
                               
                                    ήμουν απέραντη.

Απέραντη.
Γυμνή, όπως τότε,
και με όλες τις αποχρώσεις του μαύρου στα μάτια.

Και σχετικά με τον απολογισμό που μου ζήτησες:
Οι μπότες τρύπησαν, το κρεβάτι έσπασε, το λικέρ τελείωσε το χάραμα, τις σελίδες τις χάρισα, άρχισα να τρέχω μακριά απ' εκεί που πονούσε για 62, ακριβώς, χιλιόμετρα, θέλησα να κάψω το μαύρο φόρεμα, έσπασα την μάσκα απ' την Βενετία στα δυο...
Βγήκα και στην επιφάνεια (σε ένα θεωρητικό πάντοτε επίπεδο).

Και αυτά, όλα,
έγιναν για τον έρωτα.
Για την ελευθερία,

όλα.






8.2.13

Κεφάλαιο ΙV.

Αν ξέρεις τι θα ήθελες ν'ακούσεις,
γνωρίζεις όλα τα "ίσως" που θ' ακουστούν στην συνέχεια.
Σκοπεύω να στα δώσω, όλα.
"Ίσως, να μ' έχεις" - να ορίστε ένα,
όπως ακριβώς το ήθελες.

"Και πότε ακριβώς περνάει;",
την ρώτησα.
Εκείνη χαμογέλασε...
(πάντως δεν ήταν το χαμόγελο της Ευτυχίας, με κεφαλαίο έψιλον, σε καμία περίπτωση. Και εμένα μου είχαν υποσχεθεί Ευτυχία. Τόνους από αυτή. Και φοβάμαι τα ψέμματα,
                                                                                                                    
                                                                                                          όταν δεν είναι δικά μου.) 

Και την ρώτησα, πότε ακριβώς περνάει,
γιατί εσύ δεν έχεις
τέλος
και γω στέρεψα από υπομονή, από ώρα.
Ώρες.
Και ξέχασα πως να καταγράφω συναισθήματα.
Είναι το μόνο που είχα,
δικό μου.
Μου.
(Μέχρι τώρα, ο έρωτάς μου, είχε την μορφή κτητικών αντωνυμιών.
Τώρα δεν ξέρω πως να τον ζωγραφίσω. Εσύ;
Θάψαμε την κτητική,
μα εγώ την πενθώ ακόμα , να ξέρεις.)

Και θα γελάσεις με αυτό που ακολουθεί, αλλά...τώρα που σου γράφω, φαντάζομαι την Αντωνυμία, ντυμένη στα μαύρα,
καθισμένη σε άσπρη πλαστική καρέκλα κήπου,
με μάγουλα κατακόκκινα,

απ' την ντροπή.

Σαν πεντάχρονο. Γιατί, βλέπεις, αυτή δεν μπορεί να κρύψει πως είναι κτητική, 
(όπως κάνω εγώ, για να νιώσεις καλύτερα τις στιγμές που φοβάσαι να είσαι
                                            
                                                                                                      ...να είσαι γενικότερα.)


Εν τέλει,
Ζω μόνο ερωτικές σκηνές σε επανάληψη.
Ας είναι.
Μπερδεύω ονόματα
-μαζί και το δικό μου.
("Είναι καλύτερα έτσι" σου λέω συνέχεια. )
Και κάθε βράδυ, χάνω και λίγο έδαφος. Μα πλέον σχεδόν αιωρούμαι.Το έδαφος μου είναι άχρηστο, όπως ακριβώς και η οποιαδήποτε κτήση. Μηδενική βαρύτητα-το φαντάζεσαι;

Κάποιος τρίτος ίσως να το συνόψιζε ως
"Τίποτα δικό σου.
Και σχεδόν τίποτα δικό του."
Ας είναι.


1.12.12

Εκείνη και η Άλλη.



08:00.

Αλλάζω πλευρό, πάλι.
Για λίγο,
λησμονώ λεπτομέρειες.
Σοκολάτα και λεπτά δάχτυλα.
Αναπαραστάσεις.
Πρώτη σκέψη:
Να πάρω
Eκείνη,
να μου θυμίσει.
Να μου δώσει πιθανότητες.
Μακάρι να...
Και προσπαθώ να συντάξω παραγράφους.
Τουλάχιστον τρεις σήμερα το πρωί -αυτός ήταν ο στόχος.
Μάταια.
Η Άλλη, φόνευσε
γραμματικούς κανόνες.
Τώρα,
χρησιμοποιώ σε κάθε φράση,
ευχετική ευκτική.
Να εκφράζει ένα μέλλον,
εφικτό.
Ένα, 
να το θέλω.

Και για κάποιον
που ορκιζόταν,
στα Όρια,
είναι γελοίο το πόσο,

δεν

μπορώ

να

με

ελέγξω


Είμαι πάλι 13, ισορροπώντας στον πάγο και εκείνος με αναγκάζει σε τριπλή περιστροφή. Στον αέρα. Αρνούμαι να υποκύψω στην τυραννία, της λάμας. Στην αυστηρότητα, της λεπτομέρειας. Σιχαίνομαι το επικριτικό βλέμμα του."Δεν μπορώ!", του φωνάζω, "δεν μπορώ!"
(Τις μέρες που απουσιάζει κάνω τέσσερις περιστροφές,
για πλάκα).
Δεν θέλω. 
Αυτή είναι η αλήθεια.

12:00.


Αυτή είναι η αλήθεια.
Να πάρω 


Eκείνη,
να μου συμπληρώσει τα κενά,
της νύχτας της χθεσινής.
Να μου εξηγήσει,
γιατί.

Να μου θυμίσει,
πως να πιστεύω στους εφιάλτες από όμικρον,
γιατί ο ύπνος ήταν ήρεμος απόψε.
Και με τρόμαξε.
Να μου υποδείξει τον τρόπο,
να κάνω το συμβατικό, ασύμβατο
και το αντίστροφο.
Να μου υποδείξει τον τρόπο,
να μπλεχτούν δυο σώματα,
στην άκρη.
Και για λίγο,
τόσο λίγο,
την αφήνω να καταλάβει τι εννοώ.
Όχι πως ξέρω.
Έπειτα κατρακυλώ στα δάχτυλα της Άλλης
και κάνω μακροβούτι στις υποψίες μου,
όλες.
Να 'ταν λίγο μικρότερη η έκταση της καταστροφής...
Όχι απαραιτήτως και η ένταση.
Και αν επισκεφθώ τον δικό μου
επίγειο παράδεισο,
εκεί που δραπέτευα
όταν ακόμα μάθαινα,
να με μαθαίνω,
θα την έβρισκα εκεί.

Όχι με κάποιον συμβολικό τρόπο. Ήταν Όντως εκεί, εξαρχής.
Εσύ πιστεύεις στις συμπτώσεις;
Εγώ επιτρέπεται να πιστέψω;

Και 'γω, η αιρετική,
ο εραστής των λέξεων,
η αμετανόητη ποιήτρια,
που αρνήθηκα
θεωρίες
συνιστώσες
και αριθμούς,
πέφτω στην ανάγκη τους.
Στην ανάγκη μου,

να την περιγράψω.


"Θεός φυλάξοι..." θα πουν.
Τι ειρωνεία, Θεέ.


30.11.12

Είδα το σώμα μου,


αερόστατο,
πάνω από νεκρή γη.
Στο δεξί μου χέρι καρφίτσα,
στ' αριστερό μπάλωμα.
Τους ζήτησα
να μου τα δέσουν πίσω απ' την πλάτη.
Είδα,
και εκείνους.
Να σ' ανοίγουν σαν ηλιοτρόπιο.
Να αφαιρούν χειρουργικά τον πυρήνα.
Να κλέβουν,
ό,τι είχες
φωτεινότερο.

Όταν τελείωσαν μαζί σου,
ξαπλωμένο σε κάποια εχθρική, για το δέρμα σου, επιφάνεια,
σ' έσπρωξαν ως το πίσω μέρος
ενός κακόγουστου δωματίου.
Τράβηξαν και τις κουρτίνες
(με κάθε επισημότητα).
Σε είδα,
να χαμογελάς πλατιά

και να μαραίνεσαι.
Αργά.


Τότε ήταν,
που απαίτησα να μου λύσουν τα χέρια.
Αρνήθηκαν κατηγορηματικά.
Μου είπαν,
πως έσφαλα.
Πως ξέχασα να σε χαρακτηρίσω,
απ' τους παράγοντες που σ' οδήγησαν εδώ.
Πως παρέλειψα να παρακολουθήσω την διάλεξη,
περί αμφισημίας του τέλους.
Πως στην ευτυχία ποντάρουν οι αδύναμοι.
Πως ήταν παράλογο να

τα

νιώθω

Όλα.


Και αυτό το τελευταίο,
ήταν σίγουρα το χειρότερο.
Οπωσδήποτε έσφαλα.
Βρέθηκα στο πιο βρώμικο μέρος,
στην πιο θλιβερή στιγμή του
και


έμεινα.




27.11.12

Ο καναπές.




Ήθελε να χάσει
και το επόμενο τραίνο,
μαζί μου.
Εγώ πάλι,
ήθελα να σβήσω τις ράγες
με μια φανταστική γόμα.
Ή να γίνω ένα με αυτές
(αλλά αυτά μου έχουν απαγορέψει να τα γράφω).
Και αυτό ήταν μοναχά ένα,


μα πόσα λάθη,
οδήγησαν σ'αυτή την άκρη;
Σ'αυτόν, ακριβώς, τον γκρεμό
και πέρα απ' αυτόν;
Και αν,
στο πρόσωπό μου
ήταν σχεδιασμένες άλλες γωνίες,
αν το χρώμα πίσω απ' τα βλέφαρά μου,
ήταν λιγάκι πιο ιδιαίτερο,
θα άλλαζε κάτι;
Αν δεν έβαφα τις μισές εκφράσεις,
στις αποχρώσεις της πρόκλησης;
Αν τα δάχτυλά μου δεν ήταν βουτηγμένα
στο κόκκινο;
Και αν νομίζω πως είναι,
ενώ τα 'χω δέσει αριστοτεχνικά
γύρω απ' τον λαιμό μου
και σφίγγω;
Και αν συνεχίσω να σφίγγω;

Αν παραβίαζα την πόρτα
που οδηγεί στην ταράτσα;
Αν κάλυπτα τις ευθύνες  με πίσσα και πούπουλα;
Αν έπαιζα τρεις περιουσίες
στα χαρτιά
και έχανα δυο;.
Αν σε πίστευα λίγο...

Και ο πρώτος βρισκόταν στην περιοχή Χ,καλυμμένος με άχαρα κίτρινα μαξιλάρια. Ο δεύτερος πάνω απ' το ποτάμι και πέρα απ' τις αντοχές μου. Ο τρίτος σ'ένα ιατρείο εκεί οπού ενώνονται οι δρόμοι, όλοι. Ο τέταρτος λίγο έξω απ' την πόλη, στον έκτο. Ο πέμπτος, ενώ περίμενα πως θα ναι εκεί, δεν ήταν. Και όπου και αν ξάπλωσα, ήμουν ασφαλής, γιατί με νανούριζαν με επιπλήξεις.
Τον δικό σου τον απέφυγα εξαρχής
(Μην με ρωτήσεις).


Και αν μεγαλώσω,
δεν θα χω κανέναν σπίτι μου.
Κανέναν.

Και αν δεν πνιγόμουν σ' εκείνο το δωμάτιο;
Και αν αυτό το ποίημα έβγαζε νόημα σ' εσένα,
θα αγόραζες έναν;
Μόνο και μόνο για να τον κάψουμε συμβολικά
και να πηδάμε από πάνω του...
Και εσύ θα γελούσες και εγώ,
θα ήμουν ελεύθερη.
Ή θα με έβαζες να καθίσω πλάι σου
και θα μου μιλούσες για την σημασία της
αποδοχής;


Γιατί το πρώτο θα ήταν ζωή. Γνήσια, ειλικρινής, αστεία, εκδικητική ζωή. Και δεν θα χρειαζόταν να περιμένω μόνη μου σε αποβάθρες πια. Το φαντάζεσαι; Και το δεύτερο θα ήταν θάνατος, αποφυγή, επιφανειακή ανάλυση. Και εγώ σόλο σε κάθε αλλαγή εποχών. Μονάδα. Ένα. Σε κύκλους με άλλους, τυχαίους, που δεν θα καταλάβαιναν ποτέ. Και το ξέρεις.



Και όταν έμενα,
έχανα.
Άκουσε:
Ποτέ δεν πίστεψα στο
αν
περισσότερο απ' ότι

Τώρα.

17.11.12

Οι πεσιμιστές εν ζωή, να σηκώσουν το δεξί τους χέρι

(Οι υπόλοιποι και τα δυο).

Και κάποια στιγμή,
όχι πολύ μακριά από τώρα,
κάποιος θα γυρίσει, αγανακτισμένος
και θα πει σε κάποιον άλλο
"Μα ας σταματήσει αυτό το πρώτο στάδιο πειραματισμού σε ποντίκια, επιτέλους.
Υπάρχουν 6.973.738.433 άνθρωποι"
Με την ανθρωπότητα,
στο τελευταίο στάδιο αποσύνθεσης
και επισήμως.

Τα του πολέμου και του έρωτα.

Χθες βράδυ,
τέσσερα ορεκτικά,
πέντε προσβολές,
έξι σταγόνες λιωμένο κερί στα καινούρια μου παπούτσια.
"Χαμογέλα, μικρή",
ψιθυρίζει ο γνωστός κάποιου γνωστού.
Την επόμενη μέρα,
ένας οδοντίατρος,
ένας ψυχοπαθής,
ένας αλκοολικός δικηγόρος
και εγώ
(μου υπενθυμίζουν συνέχεια να αναφέρω τον εαυτό μου τελευταίο),
σ'ένα κουρείο,
της περιοχής-φάντασμα.
Και δεν υπάρχει κανείς εκεί έξω.
Κανείς, πέρα από έξι χιλιάδες ένστολους,
σε στενό κλοιό,
γύρω απ'τον χώρο που μου χε απομείνει,
ν' αναπνέω.
Δεν χωράω.
Αυτή είναι η αίσθηση.
Οι δικοί μας, πάλι,
προσπαθούν σε μια θάλασσα πανό,
να πνίξουν την αποτυχία τους.
Με τραβάνε στον πάτο,
της επανάστασης.
Συνειδητοποιώ,
πως δεν θέλω να σκέφτομαι πια.
Εξάλλου, έκανα είκοσι μικρές εναλλακτικές σκέψεις
και με πρόδωσαν,
όλες.
Οπότε, απλώς συνεχίζω,
απομακρύνοντας το βήμα μου,
απ'το δικό τους.
Το τέλος της κίνησης,
θα 'ναι αναμφίβολα το τέλος μου.
Απλώς, συνεχίζω.
Ως το απόγευμα,
περπατάω τόσο αργά, που με σιχαίνεται η βαρύτητα.
Με εγκαταλείπει, το νιώθω
(τελευταία,
με τρέφουν αποκλειστικά με υπερρεαλισμό,
οπότε δεν αγχώνομαι:
θα πετάξω, είναι σίγουρο).
Αργά το βράδυ,
κάποιος απελπισμένος,
με ρωτά για τα δεδουλευμένα του.
Μου ζητάει πιθανότητες.
Και εγώ,
κρύβω το βλέμμα πίσω από μπούκλες ατίθασες
και δυο μικρά χέρια
και υποκρίνομαι πως δεν έχω ακόμα την γνώση
(δεν θα δολοφονήσω καμία ελπίδα σήμερα).
Αυτός, πάλι,
στρέφει το δικό του προς το έδαφος και δακρύζει.
Όχι.
Δεν την έχω,
σε καμία περίπτωση.
Και ακόμα ψάχνω,
εκείνη την γωνία,
να σταθώ και να ουρλιάξω,
μέχρις ότου να σκοτωθεί ο απόηχος.
Το δίκιο σου, το δίκιο μου,
την λογική τους
-τα σκότωσαν όλα.
Είμαι εύφλεκτη.
Αυτή είναι η αίσθηση.

12.11.12

Ηλιοθεραπεία.

Δώδεκα το μεσημέρι,
ξαπλωμένη στα μεγάλα μπαλκόνια του κόσμου,
 αλλάζω χρώματα.

Προσπάθεια διαρκής,
για το σκουρότερο.
Πορεία,
προς το βαθύτερο.
Τώρα,
 Στις άκρες των δαχτύλων μου,
στηρίζομαι.
Κόντρα στ' απέραντο, το γυμνό,
τ' ανεξάντλητο.
 Έπειτα,
χάνω την ισορροπία μου
και πέφτω.
Πέφτω.
Ότι γνώριζα απ' το χώμα
το κάτω μου,
βουτηγμένο σε αλμύρα και
ψέμματα.
Φοβάμαι μην-
Και πέφτω.
Πέφτω.
Και θα πετάξω,

προφάσεις στον καναπέ και καλοκαιρινά ρούχα,
σαν να κάναν οι συλλαβές οι πρωτόγονες,
έρωτα.

Δυο το μεσημέρι,
στην μέση του μώλου,
στις άκρες των δαχτύλων μου,
ισορροπώ.
Απλώνω και τα χέρια
και αγγίζω τους ορίζοντες,
όσους μου δάνεισαν,
όλους.
Και
τώρα, θέλω να γεμίσω εγώ,
τ' αόρατο, τ' άχρωμο,
με πείσματα του δέρματος παράξενα.
Ν' αλλάξει και
ν' αλλάξω.
Και άλλαξα όντως,

περιτύλιγμα. Και αυτό πάλι,
εν μέρει. Γιατί,
τα σημεία που αγγίζω τις νύχτες,
που βλέπεις μοναχα εσύ και οι καθρέφτες μου,
λευκά.

Λευκά,

σαν

το

γάλα.



Νοέμβρης. Και ο ήλιος κάθε μέρα λιγότερος, όλο και λιγότερος και εγώ όλο και πιο διάφανη. Ελαφρύτερη, όλο ελαφρύτερη. Και αν συνεχίσει την πορεία του αυτή, θα μικραίνω και θα μικραίνω. Θα είμαι τόσο, λίγη. Μέχρι που δεν θα είμαι. Και θα παρακολουθούν τον χαμό αυτό όλοι αμέτοχοι, ίσως και ενθουσιασμένοι, γιατί ποιος δεν θα θελε να ακούσει τον ήχο που παράγει μια πορσελάνινη κούκλα, την στιγμή που έρχεται αντιμέτωπη με την πραγματική ζωή και το πάτωμα;

(Φοβάμαι λίγο, πήγαινέ με κάπου όμορφα).

10.11.12

Τα πρώτα βήματα.

Στέκεται γυμνή στην μέση της κουζίνας και κραδαίνει 3 κόλλες χαρτί Α4 στον αέρα.
Του φωνάζει "ΚΟΊΤΑ ΤΙ ΚΆΝΕΙΣ".
Αν ξεγεννάς τέτοιες λέξεις από άλλους, μωρό μου, σπέρνεις τον θάνατο.
Έναν θάνατο με ανάσα, τέσσερα μέλη και ένα κεφάλι.
Αυτό ήθελες;

Γιατί ό, τι και να ήθελες, αυτό μ' έκανες:
Είναι σαν να στέκεσαι στην μεσαία λωρίδα,
με την πλάτη προς την κίνηση.
Σαν να παραδίνεσαι,
ατελείωτα.
Είσαι η ασυνέχεια.
Τα όμορφα χείλη,
με τις μικρές πατούσες
και τις ιδέες τις τεράστιες.
Το σφάλμα τους στο 2+2=5.

Και κράτα αυτές τις σελίδες σφιχτά.
Ήταν ο τελευταίος μικρός μου θάνατος.
Τώρα,
μαθαίνω να περπατώ,
από την αρχή.
Πρώτα το αριστερό,
μετά το δεξί,
πάντα.


Τα πέλματά μου,
μαλακά πάνω στο έδαφος.
Κάθε σχισμή, που ανοίγουν πέτρες
και άλλα επιθετικά,
παράσημα.
Και φορώ ένα χαμόγελο,
από δυο χείλη τεράστια.
Φράουλες.
Και οι άσπρες πέρλες,
οι μέχρι χθες κρυμμένες πίσω τους,
τώρα,
σε πλήρη προβολή.

Μαθαίνω να χορεύω,
απουσία φωτός.
Η πρώτη περιστροφή,
γύρω απ' τον εαυτό μου,
μεθυστική.
Με γεύση...
σαν από brandy.

Κλείνω πόρτες,
πίσω μου.
Τα πρώτα δυο-τρία πετάλια,
με ωθούν έξι μέτρα,
πέρα από εκείνους.
Και στα επόμενα τρία,
τα πόδια μου γίνονται η προέκταση,
ενός σκελετού και δυο τροχών,
παντοδύναμων.
Στα 20 χιλιόμετρα,
υποβάλλω αίτηση για την εξαργύρωση της ελευθερίας μου,
σε χώμα και
άσφαλτο.

Μαθαίνω ανάγνωση,
από την αρχή.
Συμμετρίες των προτάσεων,
βαρύτητα λέξεων.
Ζωγραφίζω χαρακτήρες.
Νιώθω το χέρι να κυλάει στο χαρτί,
ελεύθερα.
Παρατηρώ καθώς αυτό απορροφά το μελάνι.

Μαθαίνω,
να νιώθω
κάθε
άγγιγμα.
Να κλειδώνω,
ένα σώμα σε ένα άλλο.
Και σφίγγω στην παλάμη μου,
τον αντίχειρα τον δικό του,
γιατί το σώμα μου σταμάτησε να υπακούει στην βαρύτητα,
απ' την πρώτη στιγμή.
Του σφίγγω το χέρι.


"Να περιμένεις.
Πάντοτε για Κάποιον.
Όχι, κάτι."
Να μην περιμένεις την άφιξη του χρόνου,
Εκεί.
Να τον κουβαλάς στην πλάτη σου.
(Κρατώντας χέρια, τα φορτία γίνονται ανάλαφρα).

Διδάσκομαι,
τον πόνο της συνέπειας.
Τα τραγικά ελαττώματα της ανθρώπινης φύσης.
Την ανεπάρκεια,
του σώματος.
Μετράω χιλιόμετρο και δάκρυ.
Σύνολο,
63.
Μετράω ξανά και ξανά.
Όνειρα, που λιθοβολήθηκαν,
σε πλατείες.
Ελπίδες, που πνίγηκαν,
σε άδειες κούπες.
Πούπουλα, που απορρόφησαν τον ήχο
και μ' άφησαν εδώ με την σιωπή μου
και τρεις κηρομπογιές.
Και έπειτα είναι και το αίμα. Οι σταγόνες, όλες.
Καθαρό,κόκκινο

αίμα.

Από αυτό που τρέχει στις φλέβες,
όσων
-ξέχνα το.

"Αν ξεγεννάς τέτοιες λέξεις από άλλους, μωρό μου, σπέρνεις τον θάνατο...".
Και τα πλήθη, μέσα μου να ουρλιάζουν
"ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΣΟΥ.
ΟΛΟ
ΔΙΚΟ ΣΟΥ".

Η μεγάλη έξοδος.

Οι δρόμοι άδειαζαν,
οι κάδοι γέμιζαν,
η πόλη έζεχνε
(περισσότερο απ' ότι συνήθως),
τα περιτυλίγματα κινούνταν νωχελικά
πάνω στα λασπόνερα,
έκανε κρύο
και εγώ

σε έχανα.
Σ ' έχανα και αδιαφορούσα.
Οι κατηγορίες σου γίνονται δάχτυλα,
γύρω απ' τον λαιμό μου.
Και για τα σημάδια;
Αδιαφορώ. Δεν με πονάς πια καθόλου.
Είμαι άυλη.

Μπορείς να με φαντάζεσαι,
σαν τα σύρματα που παράγουν μόνο παράσιτα,
ή και κανέναν απολύτως ήχο.
Να με παρατηρείς,
ανάμεσα σε φορέματα που ανεμίζουν,
όσα μικρά καλοκαίρια ακολουθήσουν.
Να γεννιέμαι από χώμα
και να ξεψυχώ  δίχως νερό,
σε κάποια άκρη,
κάπου.
Να χάνω μέλη,
κάθε ανατολή
και να αναπλάθομαι
ως την δύση.
Καλύτερη.
Κάθε φορά, καλύτερη.
Και αυτό, όχι απ' όλους,
μα απ' εσένα.
(Η καλύτερή μου αλήθεια ,
πονάει πιότερο, απ' την χειρότερή σου εξαπάτηση
και αυτό, εσένα, πιότερο ακόμα.
Είσαι γυμνός.
Ολόγυμνος,
τώρα.
Κρυώνεις;
Πες μου ).


Μπορώ να σου λείπω,
σαν εφιάλτης μετά από μήνα,
ονείρων απουσία.
Να με μαθαίνεις,
μέσα από ερμηνείες που επιδέχθηκαν οι λέξεις μου,
τρία φυσικά πρόσωπα μετά την δήλωση,
την αρχική,
την όποια.

Και
οι δρόμοι γέμιζαν,
οι κάδοι φλέγονταν,
η πόλη με τρόμαζε
(περισσότερο απ' ότι συνήθως),
και εγώ συνάντησα κάποιον κοινό γνωστό.
Με πληροφόρησε πως είσαι
καλά.
Αλίμονο...
Πως σπαταλάς μέρες
και όμορφα πρόσωπα,
όπως πάντοτε.
Πως άλλαξες.
Διαβάζεις, περισσότερο.
Ερωτεύεσαι, καλύτερα.

Τι ψεύτης...
Ψεύτης ή ανόητος;
Και ενώ τα χείλη του κινούνταν,
σας φανταζόμουν σαν τον ανόητο και τον ψεύτη,
στην ζωγραφιά ενός πεντάχρονου,
με τα αντίστοιχα βελάκια.
Και εσύ ήσουν ο ψεύτης,
εσύ και ο ανόητος.
Ήσασταν ένας.
Ο ίδιος ένας,
παντού.
(Είσαι μόνος.
Τόσο μόνος,
τώρα.
Πονάει;
Πες μου).

Και
οι δρόμοι έσκαγαν,
οι κάδοι έλιωναν
η πόλη ούρλιαζε
(πιο δυνατά απ' ότι συνήθως),
και εσύ,

μ' έχανες.
Που, ακριβώς, χτυπάει ο πόνος της απώλειας;
Πες μου.


31.10.12

Ο Θάνος, η Λίλα, η Νίκη και οι υπόλοιποι, όλοι.

Τα πλακάκια,
τα ποτήρια (τα άπλυτα)
και 3 κακτάκια.
Έκαψα έξι μήνες,

αυτό συνέβη.
Είναι μέρες, που γελάω
με την γλυκιά ειρωνεία της εξαπάτησης.
Άλλες πάλι,
παραλείπω να ποτίσω τα κακτάκια σου.

Και ακόμα  

περιμένω,
να φιλήσω στο μάγουλο
τους νεκρούς μου,
μέσα από Φωτογραφίες
και περασμένα στοιχήματα.

Στοιχήματα με το χρόνο
και το χώμα.


Να δω τα δάχτυλά τους να τρέχουν
πάνω σε ασπρόμαυρα πλήκτρα,
να ξεφυλλίζουν Κυριακάτικες εφημερίδες,
να ανακατεύουν την τράπουλα.
Ξανά και ξανά.

Και έξι μήνες,
γιατί;
Τα πλακάκια,
τα ποτήρια (τα άπλυτα)
και 3 κακτάκια.
Ο δερμάτινος, μαύρος καναπές
και η ασπρόμαυρη γάτα.
Έμεινα μισή.
Ένα πένθος,
για τους ζωντανούς,
ατελείωτο,
απέραντο.

Και θυμάμαι σ' εκείνη την διαδρομή,
μια από τις πολλές,
στους δρόμους γιρλάντες του βουνού,
να μου μιλάνε για την σημασία
του να έχεις αγαπηθεί,

ατελείωτα,
απέραντα.
Την σημασία του
να απλώνουν τα χέρια
και να σε νιώθουν.

Να σε νιώθουν, ΓΑΜΏΤΟ.

Να κάψω τα κακτάκια.
Ή να μάθω να αδιαφορώ για τα κακτάκια;
Ας μου εξηγήσει, κάποιος.

Και η δεύτερη μητέρα μου,
να γράφει κάτω κάτω στη σελίδα
της 6ης Ιουλίου του 2001,
"Ναταλία, να είσαι σκληρή" .

Και όταν την επισκέφθηκα της εκμυστηρεύτηκα πως
Έχω κουραστεί, τόσο.
Αν μπορούσε, θα απαντούσε με κάποιο καυστικό σχόλιο
περί απογοήτευσης
και μη εκπλήρωσης των προσδοκιών.

Μα δεν μπορεί.
Και εγώ προσπαθώ να δικαιολογηθώ,
σε μάρμαρα.
Το μόνο που ήθελα ήταν
Να σε νιώθουν και χωρίς ν' απλώσουν τα χέρια,
Γαμώτο.


Και όπως καθόμασταν εκεί, εγώ και οι παρηγορητικές αυταπάτες μου περί ζωής μετά... πέρασε ένας μαυροντυμένος και στάθηκε απέναντί μας. Νόμιζε, πως τα φιλιά στα χέρια χαρίζονται. Χαρίζονται...!
Ένα πένθος, για τους ζωντανούς,
ατελείωτο,
απέραντο. 



26.10.12

(Δι)εκδίκηση.

Τελευταία παράσταση.
Η αίθουσα γέμισε και άδειασε
και εγώ
δεν
ήμουν
μέσα.
Μου απαγόρευσαν την είσοδο.

Να χα δυο προβολές ακόμα
για όσα έχασα
και άλλες δυο για όσα ξεχάστηκαν.
Να χα φτερά από εφημερίδες
και μάτια,
τεράστια.
Να χωρέσουν, όλα.
Να χα πληγές λιγότερες,
παλμούς αγκάθια,
να τα υπέμενα.

Γιατί έκοψα τα χέρια απ' την ρίζα,
για να μην νιώθω απλώς ανήμπορη
-να είμαι.
Και αν ηρέμησα;
Ναι..δεν ξέρω.
Πάντως οι ώρες περνάνε ταχύτερα
και ακυρώνω συναντήσεις,
για πλάκα.

Και γελάω δυνατά.
Δυνατά
και πολύ.
Γιατί αυτό σου μένει να κάνεις,
όταν το έργο είναι Κενό
(σημασίας και συναισθήματος)
και οι χαρακτήρες εξαρτημένοι.

Χθες, με είδα να κατηφορίζω την Ιπποκράτους ανάμεσα σε σειρές τροχοφόρων με δάκρυα στα μάτια και ένα πρόσωπο ανέκφραστο. Προχθές, με άκουσα να απευθύνω παρακλήσεις (σε επανάληψη), στο κενό. Σήμερα, ένιωσα πως η ομορφιά δεν μας άνηκε Ποτέ, λιγότερο από τώρα. Και αύριο,
δεν ξέρω.
Να χα πληγές λιγότερες,
θα σας τα συγχωρούσα, 
όλα.

Μα μου 'μαθαν να μιλώ σε ρεαλιστική βάση.
Και δεν μου αφήσατε (σχεδόν) τίποτα.
Παρά μια παράλογη ελπίδα
και έναν φόβο,
αδιανόητο.

Να χα κουράγιο περισσότερο,
θα 
σας
τα
έπαιρνα,
Όλα.

Μπορεί και να αποκτήσω.
Και αν αυτό κλέβει 3 δευτερόλεπτα
απ' τον ύπνο σας,
μου αρκεί για να σταθώ στην ουρά για την επόμενη
προβολή.
Την όποια επόμενη.

25.10.12

Τα δανεικά.


Portugal. The Man - Once Was One. 

 

 

 

23.10.12

Moon in Cancer.

                                                                                               στην Φ. και στην Π.


Κυλάω κάτω από την επιφάνεια του ήχου,
χτυπώντας τις παλάμες μου,
στο παγωμένο γυαλί.
Είναι φορές,
που αφαιρώ την αλυσίδα που μου χάρισαν,
απ' τον λαιμό
και με το απειροελάχιστα μικρό διαμάντι της,
προσπαθώ να ανοίξω ρωγμές στην μελωδία.
Να ακουστούν τα ουρλιαχτά μου,
ως την απέναντι όχθη.
Αυτά,
τους ανήκουν,

όλα.

Και ύστερα,
όταν νιώθω το βλέμμα τους,
να κατηφορίζει το εξωτερικό των μηρών μου,
απεγνωσμένα καλύπτω τις τρύπες που σκάλισα,
με μασημένες τσιχλόφουσκες.

Να μην με ακούσουν.
Και κουλουριάζομαι στον πάτο.
Κλείνω τα μάτια, κρύβομαι,
τους κρύβω.
Νιώθω,
ασφάλεια
(και άλλα πλασματικά) τελοσπάντων. Είναι όμορφα,
τότε.

Η παρτίδα των αισθήσεων,
ποτέ δεν παίζεται πολιτισμένα.
-Χρειάζομαι,
να μου το υπενθυμίζουν συνέχεια.
Από τα πρώτα μου λεπτά,
Έδεσαν την μοίρα, την δική μου,
με την ανάγκη του ανήκειν
και ό,τι αυτή συνεπάγεται.

(Καθώς θα βλέπεις, δεν είχα επιλογή)

Θυσίασα την γη μου, ολόκληρη,
στον βωμό της
και μου 'μεινε η θάλασσα.
Η θάλασσα και οι αργές μέρες.

Και ρωτάς
πως.
Είναι φορές που θέλω ν' απαντήσω.
Άλλες πάλι,
μου φαίνεται

ανούσιο.

Αυτή την στιγμή,
όμως,
χτυπώντας το γυαλί, μ' όλη μου την δύναμη
προσεύχομαι,
σ' ό,τι μ' αγάπησε,
να σου δοθεί, για μια εποχή,
η δυνατότητα
να αγωνιάς
και
να νοιάζεσαι.

Αυτό, μόνο.

22.10.12

Υ.Γ.



Ι.

Την έψαχνα, από καιρό.
Ήταν μια απ' εκείνες τις φαινομενικά αθώες λέξεις,
τις διαρκώς μεταβαλλόμενες.
-Ακόμη είναι, δηλαδή. Απλώς, πλέον δεν φέρω την ευθύνη της.
Και θα μπορούσα να κατηγορήσω όσους μ' έμαθαν να αγαπώ μόνον ό,τι αλλάζει συνέχεια μορφές,
γι' αυτό το σπατάλημα, δευτερολέπτων και κινήσεων.
Θα μπορούσα, επιπλέον, να εξελίξω την σκέψη τους: Να συνειδητοποιώ οτιδήποτε σταθερό, σαν τεράστιες παλάμες, γύρω απ' τον λαιμό, απελπισμένο να μου κλέψει ιδέες και ανάσες.
Μα αν ήταν κάτι ολότελα δικό μου, ας ήταν αυτή η ήττα, τουλάχιστον. Καθαρή, αμετάβλητη και με την ουσία της ποτισμένη από τ' άρωμά μου, το φυσικό. Αυτό που αναδύει το δέρμα τα πρωινά όταν ξυπνάω, πριν μ αγγίξουν οι χημείες και η απόγνωση.

Και αν μου ζητούσαν τώρα να περιγράψω την φύση της, που δεν θα το έκαναν, δεν θα είχα καμία απάντηση να δωρίσω. Όχι γιατί δεν θα υπήρχε αντάλλαγμα- Αυτή την αυταπάτη την σκότωσα πριν προλάβει να με ζημιώσει, ανεπανόρθωτα. Απλώς, δεν θα γνώριζα.
Αυτή είναι η
αλήθεια. Η δική μου τουλάχιστον.

Ήταν μια απ' εκείνες τις φαινομενικά αθώες λέξεις,
τις διαρκώς μεταβαλλόμενες. Και φόρεσε για χάρη μου, όποιο πρόσωπο της ζήτησα. Κάποιες φορές δεν είχε καν ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Τότε,
ήταν ίσως που την αγαπούσα,
περισσότερο.

ΙΙ.

Θυμάμαι, κάποιο απόγευμα, παρόμοιο με τούτο, να παίρνει την μορφή της κούπας που θα γιάτρευε τις πληγές που άνοιξαν στο εσωτερικό του λαιμού μου, 23 ανούσιες συζητήσεις. Με το 23 να μην έχει κανένα ενδιαφέρον, παρά μόνον ίσως από στατιστικής απόψεως.
Θυμάμαι, την στιγμή που ξέφυγε απ' τα δάχτυλά μου. Τα κομμάτια σπασμένης πορσελάνης (άσπρη με λεπτά, αχνά κίτρινα, σχέδια), μύριζαν ακόμη τσάι καθώς βούλιαζαν στον κάδο.
Στα χέρια μου,
ζεστά.
Σαν να έκαιγε το δέρμα, αυτή η απώλεια.
Και στις παλάμες μου,τώρα, βλέπω τα σημάδια που μου χάραξε,
λεπτές γραμμές,
μονάχα εγώ.
Στις 3 το ξημέρωμα -κάθε 3 το ξημέρωμα- στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη του νιπτήρα και μ' επιβεβαιώνω πως αν καταφέρω να την ξαναβρώ, θα σβηστούν για πάντα. Ή έστω για λίγο. Και αυτό ακόμη, θα αρκούσε,
ίσως.

 ΙΙΙ.

Την 5η φορά που έβγαινα να την αναζητήσω
(με καθαρές σταγόνες να κυλάνε από βρεγμένα μαλλιά, στο πρόσωπο. Με δυο ψεκασμούς στους καρπούς και έναν, στον αυχένα. Με όμορφη φούστα και καλοσιδερωμένο πουκάμισο),
με σταμάτησαν στην είσοδο.

-Ξοδεύεσαι...
-Άφησέ με! Θέλω να -

Θα αρνηθώ αργότερα ότι το παραδέχτηκα, άλλα είχαν δίκιο .Τσαλακώθηκα. Λίγο εγώ ,λίγο περισσότερο η ιδέα.
Τα στενά ήταν άπειρα. Άλλα, με την άσφαλτο να καίει τέσσερις ώρες μετά την δύση. Άλλα πάλι, βυθισμένα σε χιόνι αλλόκοτο και φωτάκια να κρέμονται ειρωνικά από κάθε μισοπεθαμένο δέντρο του πεζόδρομου.
Τα πολυσύχναστα ήταν αναμφισβήτητα τα χειρότερα. Χίλια δύο προκλητικά όμορφα πρόσωπα, να κρύβουν την ούτως η άλλως αμφίβολη παρουσία της. Προκλητικά όμορφα πρόσωπα, με βρώμικα χέρια. Ήθελα να με αγγίξουν όλα και απολύτως κανένα.
Κινούμουν, με την χάρη και την ευκολία εκείνων των ανόητων, πεπεισμένων πως δεν έχουν τίποτα να χάσουν. Όχι πια, τουλάχιστον. Και αυτή η ασυνάρτητη χορογραφία συνεχιζόταν με ακρίβεια και μ' εμένα απολύτως τυφλή, ως προς το αδιέξοδο της προσπάθειας.
Με φακό χαλασμένο, κεριά μικροσκοπικά (από εκείνα που διακοσμούν τούρτες και άλλα άνοστα) και εμένα,
τόσο υπερήφανα χαμένη.
Με τον αντικατοπτρισμό μου σε βιτρίνες και παράθυρα πολυτελών αυτοκινήτων, να θρυμματίζει τις προσωρινές κατοικίες του, ίσα ίσα για να κουλουριαστεί μπροστά στα παπούτσια μου, γελώντας υστερικά με δηλώσεις μου όπως "Μα κοίταξέ με! Σήμερα είναι η τέλεια μέρα ..." ή "Δεν πειράζει, σίγουρα αύριο!"
Με την ευφορία που χαρίζει η ελπίδα, πως αν ίσως τώρα, διασταυρωθεί ξανά ο δρόμος μου με τον δικό της, θα αποτυπωθώ σ' έναν ευρύτερο χάρτη. Έναν με προορισμούς που να θέλω ν' αγγίξω.

IV.

Και ένα πρωί, ξύπνησα Ελαττωματική.
Με κυριότερο μειονέκτημα την ευπλασία των κλειδώσεών μου. Σαν από πλαστελίνη. Και πόδια σιδερένια, έρμαια κάθε πιθανού μαγνήτη. Κεφάλι από αποκόμματα και καμένο φιλμ. Μάτια αστερίες, ακουμπισμένους στον βράχο τρία μερόνυχτα. Κατακαλόκαιρο. Ξεράθηκαν τα όνειρα και
από τότε ντρέπομαι να κοιτάω στα μάτια.

Και έχτισα μια σπηλιά, αντιγράφοντας την τεχνική των κυμάτων: χτυπώντας επαναλαμβανόμενα τα κεφάλι μου στον βράχο. Και ζαλισμένη, την επίπλωσα με τα απολύτως απαραίτητα. Και την ονόμασα καταφύγιο, ή σπίτι μου ή μέρος για ν' αποσυρθώ και να περιμένω λίγο-πολύ,
Τίποτα.

V.

Και αυτές, ήταν οι καλές μέρες. Της αναζήτησης και του απόηχου της αποτυχίας. 
Ύστερα περιορίστηκα στις εξόδους,  τις απολύτως απαραίτητες. Λες και έφταιγαν εκείνες κι όχι εγώ.
Τι ανόητη ιδέα...
Στον δρόμο για εκεί (το οποιοδήποτε αναγκαίο εκεί),
κάθε γνωριμία έχτιζε ένα νέο τοίχος απογοητεύσεων,
Μέχρι που τούβλα και υγρό τσιμέντο, κατέλαβαν όλο τον χώρο που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα δικά μου πέλματα, για να διατηρώ ζωντανή την ψευδαίσθηση της ελεύθερης βούλησης.
Πίσω απ' τα πράσινα παραθυρόφυλλα, παρατηρούσα την πόλη ολόκληρη, να περπατάει λες και το βήμα της να 'χε βάρος. Και το χειρότερο:
Να χαίρομαι που δεν έχει.
Και δεν δάκρυζα πια, για πολύ συγκεκριμένους λόγους, αμέτρητους.

VI.

Τότε νομίζω με λυπήθηκε. Γιατί χορεύοντας μ’ ένα μπουκάλι Teachers στο χέρι, στην μέση μιας περιστροφής,
εντόπισα την σωτηρία, στο πίσω μέρος του δωματίου. Φορούσε το αγαπημένο της αυτοσαρκαστικό χαμόγελο.

Με πληροφόρησε, πως έκανε ένα μικρό διάλειμμα, με την πλάτη στον τοίχο.
Έτσι,
Κάθισα και εγώ πλάι της, για δυο σαρανταοκτάωρα (περίπου).

Έπειτα, αποχώρησα.

Αρχικά μου έλειψε πολύ και στην συνέχεια,
απολύτως καθόλου.

Ήταν δική μου σε κάθε περίπτωση άλλωστε.
Από τότε, στις 3 το ξημέρωμα -κάθε 3 το ξημέρωμα-  ξεχνάω πως να λέω ψέματα. Μαθαίνω να μισώ φαινομενικά αθώες λέξεις,διαρκώς μεταβαλλόμενες, απ' την αρχή.
Και τότε, μπορώ να Είμαι.
Να Είμαι, 
όντως.

21.10.12

Υπέροχα άβολο.



Ζήτησα κάτι,
Να κάνω διάλογο μαζί του,
για χρόνο, σώματα και σχήματα.
Δεν ήταν εύκολα,
τα τελευταία 662.256.000 δευτερόλεπτα, βλέπεις.

Μου θύμισαν,
πως να ξενυχτάω,
περνώντας κλωστές σε βελόνες.
Μάτωσαν οι δείκτες.
Και τώρα,
αφήνω σημάδια σε καλοραμμένα κομμάτια υφάσματος.
Κάποιο πρωί, είμαι βέβαιη,
το αίμα θα τους οδηγήσει πίσω σ' εμένα.
Θα ζητήσουν αποζημίωση ή
Κάτι χειρότερο.
Αλλά τράβηξα τον σύρτη και
ο καφές και το κρασί θα με κρατήσει για μέρες.
Οπότε,
περιμένω.

Ζήτησα κάτι ,
να μου γεμίσει το στόμα
κομμάτια πορσελάνης.
Και να μην με ενοχλεί.
Κάτι να με κάνει να δαγκώνω τα χείλη μου,
Δίχως να χρειαστεί να σκίσω 20 άχρηστα στρώματα περιτυλίγματος.
Να πονάει,
Εκπληκτικά.
(Γιατί θυμάμαι,
να στηρίζομαι στο μπαλκόνι,
παρατηρώντας την ζωή να τρέφεται από άλλα σώματα
και γω να ευχαριστώ τον θεό
και ας μην έμαθα να πιστεύω,
που ήμουν ψηλά και μακριά της.
'Η πιότερο κοντά απ' όλους- είναι ζήτημα προοπτικής.)
Ζήτησα κάτι,
Να είναι εδώ και να μου λείπει,
Ήδη.


Έντεκα και είκοσι, ακριβώς.
Χτυπάει πάλι.
Οι ώμοι καρφωμένοι στην πόρτα,
ο σύρτης στην θέση του. Δεν χρειάζομαι τίποτα,
Αφήστε με.
Ή μάλλον,

Δώσε μου δύο ώρες
Πεντάστιχων, μηρών και αντιβαρύτητας.
Να φύγουμε για κάπου, οπουδήποτε,
λίγο αργότερα.
Αλλά να φύγουμε όντως.

-Πνίγομαι.
-Υποτίθεται ότι έτσι πρέπει να συμβαίνει,
όταν ο κόσμος κουλουριάζεται μέσα σε φλούδα μανταρινιού.
Υποτίθεται.
-Μα κοίταξέ με! Κοίτα με! Μπορώ να καρφώσω κάθε βλέμμα που σέρνεται σ' αυτό το δωμάτιο, στον τοίχο. Και να μου ανήκουν όλα. Και δεν με νοιάζει.
-Ηρέμησε.
Ορίστε.
Ηρέμησα. Και Τώρα;


Αλλά πήρα δυο στροφές λάθος
Και μια σωστή
Και τα πέλματά μου πονάνε,
λίγο.
(Όπως τότε που έκανα περιστροφές, στις μύτες των ποδιών,
Με το βλέμμα καρφωμένο σε ένα σημείο,
Πολύ συγκεκριμένο,
Του καθρέφτη,
Για να μην χάσω τις ισορροπίες.)
Και η ακολουθία των χτύπων,
Μου είναι άγνωστη, ακόμα.
Και Τώρα;

Εδώ, ακριβώς, είναι ένα άλλο
Τώρα.
Το ερώτημα είναι άτοπο.
Άτοπο. Για φαντάσου... Χάνω στοιχήματα με τον χρόνο και την απώλεια.

Και εγώ,
μένω να κοιτώ 3 σελίδες κίτρινο χαρτί
Μ’ ένα στόμα γεμάτο πορσελάνη
και 21 άτοπα,
να κυλάνε πίσω από το δέρμα μου.
Να πονάω στο άγγιγμα, 
υπέροχα.
Να είσαι εδώ και να μου λείπεις,
Ήδη.


Και γάμα και τα 662.256.000. Μαθαίνω την ευγενή τέχνη του να γδύνω, μέσω της αφαίρεσης των ρούχων των δικών μου, μόλις Τώρα.